Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [12560-12580]

IDΛήμμαΕρμηνεία
11692δασοπυρόσβεσηδα-σο-πυ-ρό-σβε-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): κατάσβεση δασικής πυρκαγιάς. Βλ. αντιπύρ.
11693δασοπυροσβέστηςδα-σο-πυ-ρο-σβέ-στης ουσ. (αρσ.): πυροσβέστης που έχει ειδικευτεί στην κατάσβεση δασικών πυρκαγιών: εθελοντής/εποχικός ~.
11694δασοπυροσβεστικός, ή, ό δα-σο-πυ-ρο-σβε-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη δασοπυρόσβεση: ~ός: σταθμός. ~ά: μέσα/σώματα.
11695δασοπυροφύλαξηδα-σο-πυ-ρο-φύ-λα-ξη ουσ. (θηλ.) (λόγ.): φύλαξη δασικών περιοχών για αποφυγή πυρκαγιάς: εθελοντική ~. Πβ. δασοφύλαξη. Βλ. πολιτική προστασία.
11696δάσοςδά-σος ουσ. (ουδ.) {δάσ-ους | -η, -ών} 1. εκτεταμένη περιοχή που καλύπτεται κυρ. από άγρια δέντρα· συνεκδ. το σύνολο αυτών των δέντρων: αιωνόβιο/απολιθωμένο/μαύρο/ορεινό/περιαστικό/τεχνητό/φυσικό ~. Καμένα ~η. ~ από έλατα/κυπαρίσσια/βελανιδιές/πεύκα (βλ. ελατό-, κυπαρισσό-δασος, δρυο-, πευκο-δάσος). Φρούτα του ~ους (βλ. αγριοφράουλα, βατόμουρο, μύρτιλλο, φραγκοστάφυλο, φραμπουάζ). Η πανίδα/χλωρίδα του ~ους. Αποψίλωση του ~ους. Διαδρομές/περίπατος στο ~. ~η κωνοφόρων/φυλλοβόλων. Διαχείριση ~ών (βλ. δασο-κομία, -πονία). Πβ. δασικό οικοσύστημα, δρυμός. Βλ. άλσος, πάρκο. Βλ. -δασος.|| ~η της θάλασσας (πβ. ποσειδωνία). 2. (κατ' επέκτ.) έκταση με καλλιεργούμενα, πυκνοφυτεμένα δέντρα ή γενικότ. πυκνή βλάστηση: ~ από ελιές/φοίνικες. Βλ. -ώνας. 3. (μτφ.) πλήθος από κατακόρυφα αντικείμενα σε πυκνή διάταξη: ~ από κεραίες/πολυκατοικίες. ● Υποκ.: δασάκι (το): ΣΥΝ. δασύλλιο ● ΣΥΜΠΛ.: αμιγές δάσος: που αποτελείται από ένα είδος δέντρου: ~ ~ καστανιάς., μικτό δάσος: που περιλαμβάνει διαφορετικά είδη δέντρων: ~ ~ οξιάς και μαύρης πεύκης., παρθένο δάσος: που δημιουργείται, αναπτύσσεται και αναγεννιέται χωρίς ανθρώπινη παρέμβαση., τροπικό δάσος: ΒΙΟΓΕΩΓΡ. που αναπτύσσεται στην τροπική ζώνη: τα ~ά ~η του Αμαζονίου/της Αφρικής. Αρκτικά, εύκρατα και ~ά ~η. Βλ. διάπλαση, σαβάνα, στέπα, τάιγκα, τούνδρα., αισθητικό δάσος βλ. αισθητικός, δάσος βροχής βλ. βροχή ● ΦΡ.: βλέπει το δέντρο και χάνει το δάσος βλ. δέντρο [< αρχ. δάσος, γαλλ. forêt, αγγλ. forest]
11698δασοσκεπής, ής, ές δα-σο-σκε-πής επίθ. (λόγ.) & δασοσκέπαστος, η, ο: δασόφυτος: ~ής: λόφος. ~είς: πλαγιές. Βλ. -σκεπής. ΣΥΝ. δασωμένος [< πβ. μεσν. δασοσκέπαστος]
11699δασοσυστάδαδά-σο-συ-στά-δα ουσ. (θηλ.): δασική συστάδα, αυτόχθων δασικός σχηματισμός έκτασης τριών και πλέον στρεμμάτων που διακρίνεται από το γύρω περιβάλλον κυρ. ως προς το είδος των δέντρων και την ηλικία τους. [< αγγλ. forest stand]
11700δασοτεχνικός, ή, ό δα-σο-τε-χνι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την τεχνική διαχείρισης των δασών: ~ή: επιτήρηση. ~ές: μελέτες. ~ά: έργα. ● Ουσ.: δασοτεχνικός (ο): ενν. υπάλληλος.
11701δασότοποςδα-σό-το-πος ουσ. (αρσ.): περιοχή που καλύπτεται από πυκνή δασική βλάστηση. Πβ. λόχμη. Βλ. -τοπος. ΣΥΝ. δάσος (2)
11702δασοφύλακαςδα-σο-φύ-λα-κας ουσ. (αρσ.): υπάλληλος της δασοφυλακής. Βλ. θηροφύλακας, -φύλακας. [< γαλλ. garde forestier, γερμ. Waldhüter]
11703δασοφυλακήδα-σο-φυ-λα-κή ουσ. (θηλ.): δημόσια υπηρεσία με αρμοδιότητα τη φύλαξη και προστασία των δασικών περιοχών και συνεκδ. το σύνολο των υπαλλήλων της. Βλ. -φυλακή.
11704δασοφύλαξηδα-σο-φύ-λα-ξη ουσ. (θηλ.) (λόγ.): επιτήρηση δασικών περιοχών για την προστασία τους κυρ. από πυρκαγιές και από παράνομη είσοδο ή χρήση: εθελοντική ~. Πολίτες διενεργούν ~. Πβ. δασοπυροφύλαξη. Βλ. δασοπυροπροστασία, δασοπυρόσβεση, καταπάτηση, λαθροθηρία, πολιτική προστασία.
11705δασόφυτος, η, ο δα-σό-φυ-τος επίθ. (λόγ.): (για τόπο) που καλύπτεται από δασική βλάστηση: ~ες: πλαγιές. Βλ. -φυτος. ΣΥΝ. δασοσκεπής, δασώδης (1), δασωμένος [< γαλλ. boisé, γερμ. bewaldet]
11706δασύλλιοδα-σύλ-λι-ο ουσ. (ουδ.) {δασυλλίου} (λόγ.): μικρό δάσος. Βλ. -ύλλιο. ΣΥΝ. δασάκι [< γαλλ. boqueteau]
11707δασύνεταιδα-σύ-νε-ται ρ. (αμτβ.) {δασύν-θηκε, δασυν-θεί, -όμενος}: ΓΡΑΜΜ. (στο πολυτονικό σύστημα γραφής) παίρνει δασεία: ~όμενες: λέξεις. [< αρχ. δασύνω]Ι
11708δάσυνσηδά-συν-ση ουσ. (θηλ.): ΓΡΑΜΜ. ηχηρή εκβολή αέρα κατά την άρθρωση ενός φθόγγου· (στο πολυτονικό σύστημα γραφής) το να παίρνει το αρχικό φωνήεν ή το ρ μιας λέξης δασεία. [< γαλλ. aspiration]
11709δασύς, ιά, ύ δα-σύς επίθ. {δασ-ιού (λόγ.) -έος, (λόγ.) θηλ. δασεία | -ιοί (λόγ.) -είς, (ουδ. -ιά, λόγ. -έα), -ιών (λόγ.) -έων} 1. (για τρίχωμα ή βλάστηση) πυκνός: ~ύ: μουστάκι (πβ. δασύτριχος). ~ιά: φρύδια.|| ~ύ: δάσος/φύλλωμα. 2. ΓΡΑΜΜ. (για γράμμα) που παίρνει δασεία ή (για φθόγγο) που προφέρεται με τη συνοδεία εκπνεόμενου αέρα: ~ύ: πνεύμα (: η ηχηρή εκπνοή στην προφορά ή η δασεία στον γραπτό λόγο). ● ΣΥΜΠΛ.: δασέα (σύμφωνα): (στην αρχ. Ελλην.) τα φ, θ, χ, που εκφωνούνται με ηχηρή εκπνοή και αντιδιαστέλλονται προς τα ψιλά (κ, π, τ) και τα μέσα (β, γ, δ): άηχα/ηχηρά ~. Ανομοίωση των ~έων. [< αρχ. δασύς]
11710δασύτηταδα-σύ-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΓΡΑΜΜ. η ηχητική ποιότητα των δασέων φθόγγων: η ~ των φωνηέντων. [< αρχ. δασύτης]
11711δασυτριχισμόςδα-συ-τρι-χι-σμός ουσ. (αρσ.): ΙΑΤΡ. έντονη τριχοφυΐα σε άτριχες φυσιολογικά περιοχές του προσώπου ή του σώματος, κυρ. στις γυναίκες που παρουσιάζουν αυξημένη παραγωγή ανδρογόνων. Βλ. υπερανδρογοναιμία, υπερτρίχωση, -ισμός. [< γαλλ. hirsutisme, 1920]
11712δασύτριχος, η, ο δα-σύ-τρι-χος επίθ. (λόγ.): που έχει πυκνές τρίχες: ~ο: στήθος. ΣΥΝ. μαλλιαρός, τριχωτός ΑΝΤ. άτριχος [< μτγν. δασύθριξ]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.