Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [1240-1260]

IDΛήμμαΕρμηνεία
252αγγλόγλωσσος, η, ο [ἀγγλόγλωσσος] αγ-γλό-γλωσ-σος επίθ.: που μιλά, χρησιμοποιεί την αγγλική γλώσσα ή είναι γραμμένος σε αυτή: ~ος: αναγνώστης. ~η: εφημερίδα. Βλ. -γλωσσος.
253αγγλοθρεμμένος, η, ο [ἀγγλοθρεμμένος] αγ-γλο-θρεμ-μέ-νος επίθ.: αγγλοτραφής. Βλ. -θρεμμένος.
254αγγλοκρατία[ἀγγλοκρατία] αγ-γλο-κρα-τί-α ουσ. (θηλ.) (συνήθ. με κεφαλ. το αρχικό Α): ΙΣΤ. η κυριαρχία της Αγγλίας σε άλλες χώρες ή σε περιοχές που δεν ανήκαν στην επικράτειά της και κατ' επέκτ. η αντίστοιχη χρονική περίοδος: η ~ στα Επτάνησα/στην Κύπρο. Βλ. -κρατία.
255αγγλομαθής, ής, ές βλ. -μαθής
256Άγγλος, Αγγλίδα[Ἄγγλος] Άγ-γλος επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει γεννηθεί στην Αγγλία ή κατάγεται από αυτή ή έχει αποκτήσει την αγγλική υπηκοότητα: ~ος: λόρδος. (ΙΣΤ.) ~ος: αρμοστής. Πβ. Βρετανός, Εγγλέζος. Βλ. Ουαλός, Σκωτσέζος. ● Υποκ.: αγγλάκι (το) (προφ.-συνήθ. ειρων.), αγγλιδούλα (η) (προφ.-οικ.) ● ΦΡ.: Άγγλος/Εγγλέζος στο/στα ραντεβού (του): για να δηλωθεί ότι κάποιος είναι απόλυτα συνεπής, ακριβής στην ώρα του.
257αγγλοσαξονικός, ή, ό [ἀγγλοσαξονικός] αγ-γλο-σα-ξο-νι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τους Αγγλοσάξονες: ~ό: (ΟΙΚΟΝ.) μοντέλο/χιούμορ (= φλεγματικό). ● Ουσ.: αγγλοσαξονική (η) & αγγλοσαξονικά (τα): η αρχαία αγγλική γλώσσα. [< γαλλ. anglo-saxon]
258αγγλοτραφής, ής, ές βλ. -τραφής
259αγγλόφιλος, η, ο [ἀγγλόφιλος] αγ-γλό-φι-λος επίθ.: που τρέφει φιλικά αισθήματα προς τους Άγγλους και κυρ. ασπάζεται την πολιτική τους: (ΙΣΤ.) ~ος: βασιλιάς/πολιτικός. ~α: κόμματα. Βλ. -φιλος. [< γαλλ. anglophile]
260αγγλόφωνος, η, ο βλ. -φωνος
261αγγόνιβλ. εγγόνι
262αγγούρι[ἀγγούρι] αγ-γού-ρι ουσ. (ουδ.) {αγγουρ-ιού} 1. μακρύ συνήθ., κυλινδρικό και σαρκώδες λαχανικό με πράσινο φλοιό που τρώγεται ωμό (κυρ. σε σαλάτα) ή γίνεται τουρσί: δροσιστικό ~. Εκχύλισμα/φέτες/φλούδα ~ιού. Τρυφερά ~ια. ~ια θερμοκηπίου. Βλ. ξυλ-, πικρ-άγγουρο. 2. (αργκό) για κάθε δύσκολη κατάσταση: Εδώ είναι το ~. Η δουλειά/ζωή είναι ~. Πολύ ~ αυτή η υπόθεση. Από δω και πέρα θα δεις τ' ~ια! Τα βρήκε ~ια (= σκούρα, συνάντησε μεγάλες δυσκολίες). ΣΥΝ. ζόρι (2), μανίκι (2), πακέτο (4), παλούκι (2) 3. {μόνο πληθ.} (αργκό) επιφώνημα απαξίωσης γι' αυτά που ισχυρίζεται, υποστηρίζει ο συνομιλητής. 4. (ευφημ.-αργκό) πέος. ● Υποκ.: αγγουράκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: αγγούρι της θάλασσας: ΖΩΟΛ. ολοθούριο. [< αγγλ. sea cucumber] ● ΦΡ.: σαν αγγούρι (μτφ.-προφ.): αδέξια, άκομψα· σπανιότ. ακοινώνητα: ψυχρός ~ ~. Περπατάει/στέκεται/χορεύει ~ ~., ξεβράκωτος στ' αγγούρια βλ. ξεβράκωτος [< μεσν. αγγούριν]
263αγγουριά[ἀγγουριά] αγ-γου-ριά ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. ποώδες φυτό (επιστ. ονομασ. Cucumis sativus) με καρπό το αγγούρι. Βλ. πικρ~. [< μεσν. αγγουρία]
264αγγουροντομάτα[ἀγγουροντομάτα] αγ-γου-ρο-ντο-μά-τα ουσ. (θηλ.) & αγγουροντοματοσαλάτα: σαλάτα με βάση τη ντομάτα και το αγγούρι: Η ~ αποτελεί βασικό πιάτο της μεσογειακής κουζίνας.
265αγγουροσαλάτα[ἀγγουροσαλάτα] αγ-γου-ρο-σα-λά-τα ουσ. (θηλ.): σαλάτα με αγγούρι, λάδι και ξίδι. Βλ. -σαλάτα.
266αγελάδα[ἀγελάδα] α-γε-λά-δα ουσ. (θηλ.) & (λαϊκό) γελάδα 1. το θηλυκό του βοδιού μετά την πρώτη γέννα: άσπρη/γαλακτοφόρος/μαύρη/παχιά ~. (Νωπό/παστεριωμένο/φρέσκο) γάλα/κοπριά/μαστάρια ~ας. Το μικρό της ~ας (= το μοσχάρι). ~ες γαλακτοπαραγωγής/ελευθέρας βοσκής/κρεατοπαραγωγής. Αρμέγω/εκτρέφω ~ες. Οι ~ες βόσκουν/μηρυκάζουν/μουκανίζουν. Αρμεκτήρια ~ων. Πβ. δαμάλα.|| (ειρων.) Έχει το βλέμμα της ~ας (: πνευματικά νωθρό άτομο). Βλ. ταύρος. 2. (μτφ.-υβριστ.) για παχύσαρκη, άχαρη και δυσκίνητη γυναίκα. Πβ. χοντρός. ● Υποκ.: αγελαδίτσα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: ασθένεια/νόσος των τρελών αγελάδων & (προφ.) τρελές αγελάδες: ΚΤΗΝ. σπογγώδης εγκεφαλοπάθεια των βοοειδών. [< αγγλ. mad cow disease, 1988] , ιερή αγελάδα (μτφ.): πρόσωπο, θεσμός, ζήτημα που κανείς δεν τολμά να θίξει. [< αγγλ. sacred cow, 1910, γερμ. heilige Kuh] ● ΦΡ.: βρήκε (α)γελάδα ν' αρμέγει (μτφ.): για κάποιον που απομυζά, εκμεταλλεύεται πρόσωπα ή καταστάσεις. ΣΥΝ. βρήκε τον μήνα που τρέφει τους έντεκα, περίοδος/εποχή (των) ισχνών/παχιών αγελάδων (εσφαλμ. παχέων): περίοδος φτώχειας/ευμάρειας: Άρχισε/ήρθε/πέρασε/συνεχίζεται/τέλειωσε η ~ ~. Βλ. τότε που δέναν τα σκυλιά με τα λουκάνικα. [< μεσν. αγελάδα]
267αγελαδάρης[ἀγελαδάρης] α-γε-λα-δά-ρης ουσ. (αρσ.) {αγελαδάρηδες| κ. θηλ. αγελαδάρισσα} & (λαϊκό) γελαδάρης 1. βοσκός αγελάδων. ΣΥΝ. βουκόλος 2. {κυρ. στο αρσ.} καουμπόης.
268αγελάδιβλ. γελάδι
269αγελαδινός, ή, ό [ἀγελαδινός] α-γε-λα-δι-νός επίθ. & (προφ.) αγελαδίσιος & (λαϊκό) γελαδινός & γελαδίσιος 1. που προέρχεται ή παράγεται από την αγελάδα: ~ό: βούτυρο/γάλα (βλ. κατσικίσιο, πρόβειο)/γιαούρτι/κρέας/τυρί. 2. (μτφ.) που χαρακτηρίζεται από απραξία, νωθρότητα: ~ό: βλέμμα/ύφος.
270αγελαδοτροφία[ἀγελαδοτροφία] α-γε-λα-δο-τρο-φί-α ουσ. (θηλ.): ΖΩΟΤ. συστηματική εκτροφή και αναπαραγωγή αγελάδων για εκμετάλλευση: κρεοπαραγωγός/οικόσιτη/οργανωμένη ~. Βλ. -τροφία.
271αγελαδοτροφικός, ή, ό [ἀγελαδοτροφικός] α-γε-λα-δο-τρο-φι-κός επίθ. (λόγ.): που αναφέρεται στην αγελαδοτροφία: ~ός: κλάδος/συνεταιρισμός. ~ές: μονάδες.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.