| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 11712 | δασύτριχος | , η, ο δα-σύ-τρι-χος επίθ. (λόγ.): που έχει πυκνές τρίχες: ~ο: στήθος. ΣΥΝ. μαλλιαρός, τριχωτός ΑΝΤ. άτριχος [< μτγν. δασύθριξ] | |
| 11713 | δασώδης | , ης, ες δα-σώ-δης επίθ. {δασώδ-ους | -εις (ουδ. -η), -ών} (λόγ.) 1. που καλύπτεται από δασική βλάστηση: ~ης: περιοχή. ~ες: τοπίο. ~εις: πλαγιές. ΣΥΝ. δασοσκεπής, δασόφυτος, δασωμένος 2. (σπάν.) δασικός: ~ης: βλάστηση. Βλ. -ώδης. [< μτγν. δασώδης] | |
| 11714 | δασωμένος | , η, ο δα-σω-μέ-νος επίθ.: δασώδης: ~η: έκταση/πλαγιά. ~ο: μονοπάτι. ~οι: λόφοι. ΣΥΝ. δασοσκεπής, δασόφυτος [< μεσν. δασωμένος] | |
| 11715 | δασώνεται | δα-σώ-νε-ται ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {δασώ-θηκε, -μένος, σπάν. στην ενεργ. φωνή δασώνει}: καλύπτεται μια περιοχή με πολλά δέντρα, γίνεται δάσος: Εγκαταλελειμμένες εκτάσεις που ~ονται. Ο οικισμός εγκαταλείφθηκε και ο τόπος ~θηκε. ΑΝΤ. αποψιλώνω. Βλ. αναδασώνω. [< μεσν. δασώνω, αγγλ. forest] | |
| 11716 | δάσωση | δά-σω-ση ουσ. (θηλ.): κάλυψη μιας περιοχής με πολλά δέντρα: ~ γεωργικών εκτάσεων. Βλ. ανα~, απο~. [< γαλλ. boisement] | |
| 11717 | ΔΑΥ | (η): Διοίκηση Αεροπορικής Υποστήριξης. | |
| 11718 | ΔΑΥ | Κ (το): Δελτίο Ατομικής και Υπηρεσιακής Κατάστασης. | |
| 11719 | δαυλί | δαυ-λί ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-λογοτ.) 1. μικρός δαυλός. Πβ. δάδα, πυρσός. 2. δαδί. [< μεσν. δαυλί(ο)ν] | |
| 11720 | δαυλός | δαυ-λός ουσ. (αρσ.) 1. μακρόστενο κομμάτι ξύλου το οποίο καίγεται από τη μία πλευρά και χρησιμοποιείται κυρ. για φωτισμό: η φλόγα του ~ού. ΣΥΝ. δάδα (1), πυρσός (1) 2. (μτφ.-λόγ.) για γεγονός που γίνεται αφορμή να δημιουργηθεί ή να διαιωνιστεί μια δυσάρεστη συνήθ. κατάσταση: ~ διχόνοιας/εσωκομματικών ερίδων. Πβ. θρυαλλίδα. Βλ. υποδαύλιση. [< μεσν. δαυλός] | |
| 11721 | δαύτος | , η, ο [δαῦτος] δαύ-τος προσ. αντων. {δαύτον(α) | χωρ. κλητ.} (λαϊκό-μειωτ.): αυτός: Δεν μας παρατάει και ~! Τι ασχολείσαι με δαύτονα; Τι τρέχει με δαύτην; [< μεσν. δαύτος] | |
| 11722 | δαφνέλαιο | δαφ-νέ-λαι-ο ουσ. (ουδ.) (λόγ.) & (προφ.) δαφνόλαδο: λάδι από τα φύλλα και τους καρπούς της δάφνης, που χρησιμοποιείται στην κοσμετολογία, τη φαρμακευτική και την κτηνιατρική. Βλ. -έλαιο. [< μτγν. δαφνέλαιον, μεσν. δαφνόλαδο(ν)] | |
| 32950 | δάφνη | μπου-γά-δα ουσ. (θηλ.): πλύση ρούχων κυρ. με τα χέρια και συνεκδ. τα πλυμένα ρούχα: ξέβγαλμα ~ας. Απλώνω/βάζω ~. Βλ. σκάφη. [< μεσν. μπουγάδα < βεν. bugada] | |
| 11723 | δάφνη | δάφ-νη ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. μικρό αειθαλές δέντρο (επιστ. ονομασ. Laurus nobilis) με λογχοειδή αρωματικά φύλλα, τα οποία χρησιμοποιούνται στη φαρμακευτική και τη μαγειρική· συνεκδ. το κλωνάρι και τα φύλλα του: ~ η ευγενής. Φύλλα ~ης (πβ. βάγια). Βλ. δενδρολίβανο, δίοικος, μαυρο~, πικρο~.|| Φόρεσε στεφάνι ~ης (πβ. δαφνοστεφανωμένος). ● δάφνες (οι) (μτφ.): μεγάλη επιτυχία, δόξα, θρίαμβος: ευρωπαϊκές ~ για την ελληνική ομάδα (: από τίτλο εφημερίδας). Το σενάριο δεν διεκδικεί ~ πρωτοτυπίας. Τον υποδέχτηκαν με τιμές και ~ (πβ. μετά βαΐων και κλάδων). Βλ. περγαμηνές. ● ΦΡ.: δρέπω δάφνες (απαιτ. λεξιλόγ.): διακρίνομαι, σημειώνω μεγάλη επιτυχία: Στον τομέα του αθλητισμού η χώρα ~ει ~., επαναπαύομαι στις δάφνες μου & αναπαύομαι στις δάφνες μου: αρκούμαι σε προηγούμενες επιτυχίες μου και δεν δραστηριοποιούμαι πια: Είχε λαμπρή σταδιοδρομία, αλλά δεν επαναπαύεται ~ ~ της. [< γαλλ. je me repose sur mes lauriers] [< αρχ. δάφνη] | |
| 11724 | Δαφνί | Δαφ-νί ουσ. (ουδ.) {-ίου (λαϊκό) -ιού}: ψυχιατρικό ίδρυμα στην ομώνυμη περιοχή της Δυτ. Αθήνας και κατ' επέκτ. φρενοκομείο: Έτσι όπως πας, θα καταλήξεις στο ~ (= θα τρελαθείς)! ● ΦΡ.: είναι για το Δαφνί/το Δρομοκαΐτειο (προφ.-αρνητ. συνυποδ.): είναι τρελός, για δέσιμο., θα με στείλει/θα με κλείσει στο Δαφνί/στο Δρομοκαΐτειο (προφ.-αρνητ. συνυποδ.): θα με τρελάνει. | |
| 11725 | δάφνινος | , η, ο δάφ-νι-νος επίθ.: που έχει φτιαχτεί από φύλλα δάφνης: ~ο: στεφάνι. [< μτγν. δάφνινος] | |
| 11726 | δαφνόλαδο | βλ. δαφνέλαιο | |
| 11727 | δαφνοστεφανωμένος | , η, ο δαφ-νο-στε-φα-νω-μέ-νος επίθ. & (λόγ.) δαφνοστεφής, ής, ές: που φορά δάφνινο στεφάνι ως σύμβολο νίκης και δόξας· κατ' επέκτ. ένδοξος: ~ος: ολυμπιονίκης. ~η: κεφαλή (: σε απεικονίσεις, γλυπτά, νομίσματα)/προτομή. ~στεφής: ποιητής. [< μεσν. δαφνοστεφής] | |
| 11728 | δαφνόφυλλο | δαφ-νό-φυλ-λο ουσ. (ουδ.): φύλλο δάφνης που χρησιμοποιείται, συνήθ. αποξηραμένο, ως καρύκευμα. [< μεσν. δαφνόφυλλον] | |
| 11729 | δαφνώνας | δαφ-νώ-νας ουσ. (αρσ.) (συνήθ. ως τοπωνύμιο): τόπος γεμάτος δάφνες. Βλ. -ώνας. [< μτγν. δαφνών] | |
| 11730 | δαχτυλήθρα | δα-χτυ-λή-θρα ουσ. (θηλ.) & δακτυλήθρα: μικρή μεταλλική θήκη, συνήθ. κυλινδρική, που προστατεύει την άκρη του μεσαίου συνήθ. δαχτύλου από τρύπημα βελόνας κατά το ράψιμο ή το κέντημα· συνεκδ. για να δηλωθεί μικρό μέγεθος ή ποσότητα: Έβαλε τη ~.|| Μια ~ νερό (: πολύ λίγο). Βλ. -ήθρα. [< πβ. αρχ. δακτυλήθρα ‘γάντι’, μτγν. ~ ‘δακτύλιος με βίδες για το βασανισμό των δακτύλων’] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ