| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 11731 | δαχτυλιά | δα-χτυ-λιά ουσ. (θηλ.) & δακτυλιά 1. αποτύπωμα συνήθ. λερωμένου δαχτύλου σε επιφάνεια: έπιπλα γεμάτα ~ιές. Άφησε/έκανε μια ~ στον τοίχο. 2. (συνεκδ.) μικρή ποσότητα από κάτι ρευστό ή παχύρρευστο, όση παίρνει κανείς με το δάχτυλο: Πήρε μια ~ μέλι. | |
| 11732 | δαχτυλιδένιος | , ια, ιο δα-χτυ-λι-δέ-νιος επίθ.: που μοιάζει με δαχτυλίδι ως προς τη λεπτότητα: ~ια: μέση (= μέση δαχτυλίδι). Βλ. -ένιος. | |
| 11733 | δαχτυλίδι | δα-χτυ-λί-δι ουσ. (ουδ.) {δαχτυλιδ-ιού} & δακτυλίδι 1. μικρό, συνήθ. μεταλλικό, κόσμημα με κυκλικό σχήμα, που φοριέται στο δάχτυλο: ασημένιο/διαμαντένιο/μονόπετρο/χρυσό ~. ~ από πλατίνα. ~ αρραβώνων/γάμου. ~ δεκαοχτώ καρατίων. ~ με πολύτιμους λίθους. Βλ. -ίδι. 2. (μτφ.) οτιδήποτε έχει το σχήμα δαχτυλιδιού: ~ια κρεμμυδιού. Το ~ του πούρου (: από χαρτί, για την αναγραφή της μάρκας). Μαλλιά/μπούκλες ~ια (: για σγουρά μαλλιά). Έβγαζε ~ια καπνού απ΄ το στόμα του (: για κάποιον που καπνίζει).|| Τα ~ια του πλανήτη Κρόνου. Πβ. δακτύλιος. ● Υποκ.: δαχτυλιδάκι (το) ● ΦΡ.: άλλαξαν/πέρασαν/φόρεσαν βέρες(/δαχτυλίδια) βλ. βέρα, μέση δαχτυλίδι βλ. μέση, το δαχτυλίδι της διαδοχής/της εξουσίας βλ. διαδοχή [< μεσν. δαχτυλίδι(ον), αγγλ. ring] | |
| 11734 | δαχτυλικός | , ή, ό βλ. δακτυλικός | |
| 11735 | δαχτυλισμός | βλ. δακτυλισμός | |
| 11736 | δαχτυλίωση | βλ. δακτυλίωση | |
| 11737 | δάχτυλο | δά-χτυ-λο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ύλου} & δάκτυλο 1. καθεμία από τις αρθρωτές οστέινες απολήξεις των άνω και κάτω άκρων του ανθρώπου και των ζώων: λεπτά/μακριά/χοντρά ~α. Τα πέντε ~α του χεριού (βλ. αντίχειρας, δείκτης, μέσος, παράμεσος, μικρός). Η μητέρα κούνησε απειλητικά το ~, γιατί κάναμε αταξία. Μετράει με τα ~α. Αγγίζω κάτι με τις άκρες των ~ων (ΣΥΝ. ακρο~).|| (συνεκδ.) Γάντια με κομμένα/χωρίς ~α (: που δεν καλύπτουν τα δάχτυλα). 2. (συνεκδ.) μέτρο ύψους ή ποσότητας ίσης με το πάχος ενός δαχτύλου: ένα ~ λικέρ/ουίσκι. Τα βιβλία είχαν ένα ~ σκόνη (: πάρα πολύ). Το παντελόνι θέλει ένα ~ κόντεμα (: λιγάκι). ● ΦΡ.: (πατώ/περπατώ) στις άκρες των δαχτύλων: χωρίς να κάνω θόρυβο, προσεκτικά. Πβ. στις μύτες (των ποδιών)., βάζω (κάπου) το δάχτυλό/το δαχτυλάκι μου (μτφ.): παρεμβαίνω, αναμειγνύομαι, έχω συμμετοχή σε κάτι, συνήθ. κρυφά ή ύπουλα: Κάποιος φαίνεται ότι έβαλε ~ του και ακυρώθηκε η συμφωνία. Βλ. ξένος δάκτυλος., δεν κουνά/δεν σηκώνει ούτε το δαχτυλάκι του/ούτε το μικρό του δαχτυλάκι (μτφ.): δεν καταβάλλει την παραμικρή προσπάθεια: Θέλει να του έρθουν όλα βολικά, χωρίς να κουνήσει ~., δεν τον φτάνεις/δεν του μοιάζεις ούτε στο νυχάκι/(μικρό του) δαχτυλάκι/δάχτυλο (εμφατ.): (για πρόσ.) δεν μπορείς να συγκριθείς μαζί του, γιατί είναι πολύ καλύτερος από σένα., κρύβομαι πίσω από το δάχτυλό μου (μτφ.-συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): προσπαθώ να κρύψω κάτι φανερό και γνωστό, υπεκφεύγω: Δεν μασάω τα λόγια μου ούτε ~ ~. Πβ. εθελοτυφλώ., με το δάχτυλο στη σκανδάλη (μτφ.): είμαι έτοιμος να πυροβολήσω και (ιδ. κατ' επέκτ.) να αμυνθώ, να αντιδράσω σε πιθανή απειλή: Βρίσκονται ~ ~., μετριούνται/είναι μετρημένοι στα δάχτυλα (του ενός χεριού): πολύ λίγοι, ελάχιστοι: Οι πραγματικοί φίλοι ~ ~. [< γαλλ. on peut les compter sur les doigts (d'une main)] , όλα τα δάχτυλα (του χεριού) δεν είναι ίδια/ίσα (μτφ.): για δήλωση διαφοράς ή ανισότητας, κυρ. για ανθρώπους., όποιο δάχτυλο κι αν κόψεις, πονάει (παροιμ.): οι γονείς στενοχωριούνται εξίσου, όταν συμβεί κάτι κακό σε οποιοδήποτε από τα παιδιά τους., παίζω στα δάχτυλα (μτφ.-προφ.) 1. γνωρίζω πολύ καλά, έχω ευχέρεια σε κάτι: Παίζει τους νόμους/όλα τα είδη μουσικής ~. Βλ. αυθεντία, εξπέρ. 2. μεταχειρίζομαι κάποιον με επιδεξιότητα, ώστε να κάνει ό,τι θέλω: Πώς του επιτρέπετε να σας παίζει ~; Πβ. είναι/τον έχω του χεριού μου. Βλ. χειραγωγώ., τον δείχνουν με το δάχτυλο (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): είναι δακτυλοδεικτούμενος., βάζω το δάχτυλο στο μέλι βλ. μέλι, γλιστρά (μέσα) από τα δάχτυλά/από τα χέρια μου βλ. γλιστρώ, θα/να μυρίσω τα δάχτυλά μου/τα νύχια μου; βλ. μυρίζω, να γλείφεις (και) τα δάχτυλά σου! βλ. γλείφω, σταυρώνω τα δάχτυλά μου βλ. σταυρώνω [< μεσν. δάχτυλο(ν), γαλλ. doigt, αγγλ. finger] | |
| 11738 | δαχτυλοβρεχτήρας | βλ. δακτυλοβρεκτήρας | |
| 11739 | δαχτυλογράφος | βλ. δακτυλογράφος | |
| 11740 | δαχτυλογραφώ | βλ. δακτυλογραφώ | |
| 11741 | δαχτυλοδεικτούμενος | , η, ο βλ. δακτυλοδεικτούμενος | |
| 11742 | δαχτυλομπογιές | δα-χτυ-λο-μπο-γιές ουσ. (θηλ.) (οι) {σπάν. στον εν. δαχτυλομπογιά} & δακτυλομπογιές: παχύρρευστα χρώματα για ζωγραφική που απλώνονται με τα δάχτυλα, κατάλληλα για παιδιά προσχολικής ηλικίας: μη τοξικές ~. Βάφω/ζωγραφίζω με ~. Βλ. κηρο-, νερο-, ξυλο-μπογιά. [< αγγλ. finger paint, 1950] | |
| 11743 | δαψιλής | , ής, ές δα-ψι-λής επίθ. {δαψιλ-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (απαρχαιωμ.): άφθονος, γενναιόδωρος. ΣΥΝ. πλουσιοπάροχος ΑΝΤ. πενιχρός [< αρχ. δαψιλής] | |
| 11744 | ΔΓΕ | (το) 1. Διεθνές Γραφείο Εργασίας. 2. Δίκτυο Γυναικών Ευρώπης. 3. Διεθνές Γραφείο Επιζωοτιών. | |
| 11745 | ΔΔΔΔ | (το) 1. Διαρκές Δικαστήριο Διεθνούς Δικαιοσύνης. 2. Δευτεροβάθμιο Διοικητικό Διαιτητικό Δικαστήριο. | |
| 11746 | ΔΕ | (η) 1. Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. 2. Διαχειριστική/Διοικούσα Επιτροπή. | |
| 11751 | ΔΕ.Δ | (τα): Διευρωπαϊκά Δίκτυα. | |
| 11756 | ΔΕ.Δ.Μ. | (τα): Διευρωπαϊκά Δίκτυα Μεταφορών. | |
| 11747 | δε1 | σύνδ. (λόγ.) 1. αντιθετικός· προηγείται το "μεν", για να γίνει αντιδιαστολή μεταξύ δύο όρων: αυτός μεν ... εκείνος ~ ... Εδώ μεν ... εκεί ~ ... Άλλοτε μεν ... άλλοτε ~ ... 2. συμπλεκτικός· σε περιπτώσεις εισαγωγής νέου στοιχείου: Θέλω ~ να τονίσω ότι … ● ΦΡ.: αφενός (μεν) ... αφετέρου (δε)/και αφετέρου βλ. αφενός & αφ' ενός, και ο/η/το μεν και ο/η/το δε βλ. μεν, ο/η/το μεν ... ο/η/το δε ... βλ. μεν, πολλώ (δε) μάλλον βλ. μάλλον [< αρχ. δέ] | |
| 11748 | δε2 | βλ. δεν |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ