Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [12620-12640]

IDΛήμμαΕρμηνεία
11749ΔΕΑ(ο): Δόκιμος Έφεδρος Αξιωματικός.
11750ΔΕΑΒ(η): Διαρκής Επιτροπή Αντιμετώπισης της Βίας.
11752ΔΕΔΔΗΕ(ο): Διαχειριστής Ελληνικού Δικτύου Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας.
11753δεδηλωμένος, η, ο βλ. δηλωμένος
11754δεδικαίωταιδε-δι-καί-ω-ται ρ. (αρχαιοπρ.): έχει δικαιωθεί· μόνο στη ● ΦΡ.: ο νεκρός/ο αποθανών δεδικαίωται & (σπάν.) ο τεθνεώς δεδικαίωται: μην κρίνεις αρνητικά κάποιον που έχει πεθάνει, μη σπιλώνεις τη μνήμη του. [αρχική σημ. στην ΚΔ, Πρὸς Ρωμαίους 6,7: ὁ γὰρ ἀποθανών δεδικαίωται ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας: ο νεκρός λυτρώνεται από την αμαρτία, δεν μπορεί πλέον να αμαρτήσει] [< αρχ. δικαιοῦμαι]
11755δεδικασμένοδε-δι-κα-σμέ-νο ουσ. (ουδ.): ΝΟΜ. δέσμευση που προκύπτει από τελεσίδικη δικαστική απόφαση: ουσιαστικό/τυπικό ~. Ισχύει/υπάρχει το ~. Η απόφαση του Δικαστηρίου αποτελεί ~ (= τετελεσμένο) για τους διαδίκους. [< μτχ. παθ. παρακ. του ρ. δικάζω, γαλλ. chose jugée]
11757δεδομέναδε-δο-μέ-να ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. δεδομένο} 1. γνωστά και αποδεκτά στοιχεία, που λειτουργούν ως βάση, προϋπόθεση ή σημείο εκκίνησης: απογραφικά/επιστημονικά/ιστορικά (πβ. μαρτυρία)/στατιστικά ~. Νέα/νεότερα ~ για τη θεραπεία της νόσου. (ΜΑΘ.) Τα ~ του θέματος/προβλήματος.|| Γεγονός ασυνήθιστο για τα ελληνικά ~. Προσαρμογή στα σύγχρονα ~. Αλλάζουν τα (μέχρι στιγμής) ~. Το ζήτημα εξετάζεται με τα σημερινά ~.|| ~ο που δεν αμφισβητείται. 2. ΠΛΗΡΟΦ. στοιχεία κατάλληλα κωδικοποιημένα για ανάλυση, ερμηνεία ή επεξεργασία από τον υπολογιστή, ώστε να λάβουν τη μορφή πληροφορίας: δυαδικά ~. Aποθήκευση/αρχείο/ασφάλεια/διαχείριση/δίκτυο/εισαγωγή/έλεγχος/καταγραφή/μορφή/προστασία/υπηρεσίες ~ων. Πρόσβαση στα ~. Σώζω/χάνω τα ~. Βλ. μετα~. ΣΥΝ. ντάτα ● ΣΥΜΠΛ.: δομή δεδομένων: ΠΛΗΡΟΦ. κάθε μέθοδος, τρόπος σύνδεσης ή οργάνωσης των δεδομένων σε υπολογιστή. [< αγγλ. data structure, 1963] , βάση δεδομένων βλ. βάση, εξόρυξη δεδομένων βλ. εξόρυξη, επεξεργασία δεδομένων [ < αγγλ. data processing, 1954], ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα βλ. προσωπικός, ηλεκτρονική ανταλλαγή δεδομένων βλ. ηλεκτρονικός, προσωπικά δεδομένα βλ. προσωπικός, τράπεζα δεδομένων/πληροφοριών βλ. τράπεζα [< αρχ. δεδομένα 1: γαλλ. (les) données 2: αγγλ. data]
11758δεδομένος, η, ο δε-δο-μέ-νος επίθ. (λόγ.): που έχει σαφώς προσδιοριστεί, που είναι γνωστός ή που θεωρείται σίγουρος: ~η: υπόθεση. ~ο: ενδιαφέρον. ~ες: συνθήκες. Σε ~ο (= καθορισμένο, ορισμένο, συγκεκριμένο) χρονικό διάστημα. ~ης της κατάστασης, ...|| Με τόσο καλή προετοιμασία η επιτυχία είναι ~η (= βέβαιη).|| (μειωτ., για ανθρώπινες σχέσεις) Έχω/θεωρώ/παίρνω κάποιον (ως) ~ο (= τον έχω υπό τον έλεγχό μου).|| Αποτελεί/είναι ~ο ότι ... (= είναι αποδεκτό, αυτονόητο ότι ...). Θεωρώ/παίρνω (ως) ~ο ότι ... (: ως αναμφισβήτητο γεγονός, αρχή).|| (ΦΥΣ.) Μετρώντας μια ~η απόσταση ... ● ΦΡ.: δεδομένου ότι ... & με δεδομένο (το γεγονός) ότι ...: λαμβάνοντας υπόψη ότι, εφόσον, επειδή: ~ ~ διακόπηκε η χρηματοδότηση, το έργο θα καθυστερήσει. ΣΥΝ. δοθέντος ότι ..., σε δεδομένη ευκαιρία βλ. ευκαιρία, σε δεδομένη στιγμή βλ. στιγμή [< μτχ. παθ. παρακ. του ρ. δίδωμι, γαλλ. donné, αγγλ. given]
11759δεδουλευμένος, η, ο δε-δου-λευ-μέ-νος επίθ. (επίσ.): που προέρχεται από εργασία ή αντιστοιχεί σε αυτή: ~ες: αποδοχές/ώρες. ~α: έσοδα. ΑΝΤ. αδούλευτος.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~οι: τόκοι (: που αναλογούν σε ένα ομόλογο ή έντοκο γραμμάτιο ή προθεσμιακή κατάθεση από την ημερομηνία έκδοσής τους μέχρι την τρέχουσα). ● Ουσ.: δεδουλευμένα (τα): χρηματική αμοιβή, συνήθ. οφειλόμενη: Πλήρωσε/χρωστάει τα ~ των εργαζομένων. Διεκδικούν τα ~ έξι μηνών. [< μτγν. δεδουλευμένος, μτχ. παθ. παρακ. του ρ. δουλεύω, γαλλ. travaillé]
11760ΔΕΕ(το): 1: Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. [< αγγλ. Court of Justice of the European Union]. 2: Διεθνές Εμπορικό Επιμελητήριο.
11761ΔΕΗ(η): Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού.
11762δεηθείβλ. δέομαι
11763δεήσειβλ. εδέησα
11764δέησηδέ-η-ση ουσ. (θηλ.) & (λόγ.) δέησις ΕΚΚΛΗΣ. 1. προσευχή: κατανυκτική ~. ~ για τα θύματα/την ψυχή του ... ~ υπέρ υγείας και μακροημερεύσεως του ... Αγρυπνίες, νηστείες και ~ήσεις. Οι ~ήσεις των πιστών. Αναπέμπω/κάνω ~. Πβ. ικεσία, παράκληση.|| (συνεκδ., το αντίστοιχο αφιέρωμα:) (σε εικόνα) "~ οικογένειας ...". Πβ. τάμα. 2. (κ. με κεφαλ. Δ) απεικόνιση της παράκλησης της Παναγίας και του Ιωάννη του Προδρόμου προς τον ένθρονο Χριστό. Πβ. τρίμορφο. ● ΣΥΜΠΛ.: επιμνημόσυνη δέηση βλ. επιμνημόσυνος [< μεσν. δέησις]
11765ΔΕΘ(η): Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης.
11766δει[δεῖ] ρ. (απρόσ.): κυρ. στις ● ΦΡ.: δει δη χρημάτων (αρχαιοπρ.): κινητήριος μοχλός είναι το χρήμα· χρειάζεται να δοθούν χρήματα: ~ ~ για αντιπυρική προστασία., όπου δει βλ. όπου [< απρόσ. δεῖ ‘υπάρχει ανάγκη’ του ρ. δέω]
11767δείγμα[δεῖγμα] δείγ-μα ουσ. (ουδ.) {δείγμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. μικρό μέρος ενός συνόλου που δίνει αντιπροσωπευτική εικόνα του: (επιστ.) εργαστηριακό/κλινικό ~. ~ αίματος/νερού/ούρων. Λήψη ~ατος (= δειγματοληψία). ~ προς ανάλυση/υπό εξέταση. Βρέθηκε θετικό ~ σε έλεγχο ντόπινγκ. Πβ. δοκίμιο.|| (ΣΤΑΤΙΣΤ.) Πληθυσμιακό/σταθμισμένο ~. ~ ατόμων/εργαζομένων/καταναλωτών/ψηφοφόρων. Κατανομή ~ατος. Το ~ περιλαμβάνει … || ~ατα υφασμάτων/χρωμάτων. Βλ. δειγματολόγιο.|| ~ δωρεάν (: για μικρή ποσότητα προϊόντος που προσφέρεται για διαφημιστικούς λόγους).|| Παρουσίασε ~ της τελευταίας δισκογραφικής του δουλειάς. Βλ. παράδειγμα. 2. {κυρ. στον εν.} ένδειξη, σημάδι: ~ αδιαφορίας/ευγνωμοσύνης/καλής θέλησης/κοινωνικής ευαισθησίας/παρακμής. ● ΣΥΜΠΛ.: αντιπροσωπευτικό δείγμα: ΣΤΑΤΙΣΤ. που λαμβάνεται τυχαία από το υπό εξέταση πλήθος μιας στατιστικής έρευνας. [< αγγλ. representative sample, 1979] , δείγμα γραφής: απόσπασμα γραπτού λόγου που επιτρέπει την αξιολόγησή του· (συνήθ. κατ' επέκτ.) τεκμήριο χαρακτήρα, συμπεριφοράς, ικανοτήτων: ~ ~ από το νέο βιβλίο.|| Αρνητικό/θετικό/πρώτο ~ ~. Η συνέντευξή του αποτελεί ~ ~ ενός ανθρώπου με ισχυρή προσωπικότητα. Πβ. διαπιστευτήρια. ● ΦΡ.: δείγματος χάριν/χάρη (λόγ.): παραδείγματος χάριν., ούτε για δείγμα (εμφατ.): για δήλωση της έλλειψης ενός πράγματος: Λεφτά δεν υπάρχουν ~ ~. ΣΥΝ. ούτε για σημάδι. [< αρχ. δεῖγμα, γαλλ. échantillon]
11768δειγματίζωδειγ-μα-τί-ζω ρ. (μτβ.) {δειγμάτι-σε, -στηκε, -σμένος} 1. παρουσιάζω, με επίδειξη, σε υποψήφιους αγοραστές αντιπροσωπευτικό δείγμα εμπορεύματος, με στόχο την προώθησή του: Η συλλογή θα ~στεί στη διεθνή έκθεση/στην ιστοσελίδα/στον χώρο σας. 2. εξετάζω δείγμα στοιχείου ή προϊόντος, με στόχο τη διαπίστωση της ποιότητας και της καταλληλότητάς του: Το νερό που θα ~στεί πρέπει να ... Βλ. παρα~. [< μτγν. δειγματίζω ‘δίνω δείγμα, φέρνω για παράδειγμα’, γαλλ. échantillonner]
11769δειγματικός, ή, ό δειγ-μα-τι-κός επίθ.: που χρησιμοποιείται ως δείγμα ή αναφέρεται σε αυτό: ~ή: έκδοση/εφαρμογή. Βλ. δειγματοληπτικός, παρα~.|| (ΜΑΘ.-ΣΤΑΤΙΣΤ.) ~ός: μέσος. ~ή: διασπορά. ● επίρρ.: δειγματικά ● ΣΥΜΠΛ.: δειγματική διδασκαλία & υποδειγματική διδασκαλία: ΠΑΙΔΑΓ. πρότυπη διδασκαλία, στο πλαίσιο επιμόρφωσης εκπαιδευτικών: ~ ~ με χρήση νέων τεχνολογιών., δειγματικός χώρος: ΣΤΑΤΙΣΤ. το σύνολο των δυνατών αποτελεσμάτων ενός πειράματος τύχης: πεπερασμένος ~ ~. ΣΥΝ. δειγματοχώρος [< αγγλ. sample space, 1951]
11770δειγματισμόςδειγ-μα-τι-σμός ουσ. (αρσ.): προώθηση προϊόντων μέσω παρουσίασής τους σε υποψήφιους αγοραστές ή διανομής δωρεάν δειγμάτων. Πβ. επίδειξη. Βλ. -ισμός, παρα~. [< μτγν. δειγματισμός ‘έλεγχος, εξέταση’, γαλλ. échantillonnage]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.