Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [12640-12660]

IDΛήμμαΕρμηνεία
11771δειγματολήπτηςδειγ-μα-το-λή-πτης ουσ. (αρσ.): συσκευή λήψης δείγματος προς ανάλυση· σπανιότ. πρόσωπο που κάνει δειγματοληψία: (ΤΕΧΝΟΛ.) αυτόματος ~. ~ εδάφους/νερού.|| ~ες ελέγχου ντόπινγκ. Βλ. -λήπτης. [< γαλλ. échantillonneur, 1904]
11772δειγματοληπτικός, ή, ό δειγ-μα-το-λη-πτι-κός επίθ.: που αναφέρεται στη δειγματοληψία: ~ή: κατανομή/μέθοδος/συσκευή. ~ό: σφάλμα. ~ές: μετρήσεις/τεχνικές. ● επίρρ.: δειγματοληπτικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: δειγματοληπτικός έλεγχος/δειγματοληπτική έρευνα: που γίνεται με συλλογή πληροφοριών από ορισμένο δείγμα, για την εξαγωγή συνολικών συμπερασμάτων: επιτόπιος ~ ~. ~ ~ ασφαλείας/ποιότητας. ~ ~ στα τρόφιμα. Διενεργούνται/διεξάγονται ~οί ~οι στην αγορά.|| ~ή έρευνα εργατικού δυναμικού. Βλ. γκάλοπ, δημοσκόπηση. [< αγγλ. sampling, 1914]
11773δειγματοληψίαδειγ-μα-το-λη-ψί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΣΤΑΤΙΣΤ. μέθοδος επιλογής αντιπροσωπευτικού μέρους ενός πληθυσμού, για τον προσδιορισμό παραμέτρων ή χαρακτηριστικών του συνόλου: συστηματική/τυχαία ~. ~ με ερωτηματολόγια. ~ που διενεργείται σε μηνιαία βάση. Βλ. σφυγμομέτρηση. 2. ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. λήψη τυχαίου δείγματος από ένα σύνολο, ώστε να γίνει εξέτασή του ή/και έλεγχος ποιότητας: ~ αίματος/νερού/τροφίμων. Σημεία ~ας. ~ες και αναλύσεις. 3. ΤΕΧΝΟΛ. μέτρηση κατά τακτά χρονικά διαστήματα του εύρους κύματος, με στόχο τη μετατροπή του από αναλογικό σε ψηφιακό: ~ ήχου/σήματος. Βλ. -ληψία. [< γαλλ. prise d'échantillons, αγγλ. sampling]
11774δειγματολόγιοδειγ-μα-το-λό-γι-ο ουσ. (ουδ.): κατάλογος δειγμάτων εμπορεύματος για την παρουσίασή του στους αγοραστές: ~ χρωμάτων (= χρωματολόγιο). Βλ. -λόγιο. [< γαλλ. échantillonnage]
11775δειγματοχώρος[δειγματοχῶρος] δειγ-μα-το-χώ-ρος ουσ. (αρσ.): ΣΤΑΤΙΣΤ. δειγματικός χώρος. Βλ. πείραμα τύχης.
11776δεικνύωβλ. δείχνω
11778δείκτηςδεί-κτης ουσ. (αρσ.) {δεικτών} & (προφ.) δείχτης 1. (επιστ.) αριθμός που εκφράζει την ποσοστιαία σύγκριση δύο μεγεθών και χρησιμοποιείται κυρ. για να διευκολύνει τη μελέτη της διαχρονικής μεταβολής ενός φαινομένου: υψηλός/χαμηλός ~. Ο ~ αυξάνεται/μειώνεται. ~ ακροαματικότητας/αξιολόγησης/απόκλισης/αποτελεσματικότητας/ασφαλείας (των πτήσεων)/διαφθοράς. ~ες ποιότητας (= ποιοτικοί ~ες). Βλ. αριθμο~.|| (ΟΙΚΟΝ.) Οικονομικός/χρηματοοικονομικός ~. ~ αγοραστικής δύναμης/αναφοράς/ανεργίας/ανταγωνιστικότητας/απόδοσης (ενεργητικού)/αποδοτικότητας (ιδίων κεφαλαίων)/βιομηχανικής παραγωγής/δαπανών/εκροών/εμπιστοσύνης (επιχειρήσεων/καταναλωτή)/κερδοφορίας/κόστους/παραγωγικότητας. Ο ~ ανεβαίνει/πέφτει.|| (ΙΑΤΡ.) Αιματολογικοί/βιολογικοί (= βιοδείκτες)/βιοχημικοί ~ες.|| Οι διακοπές (ως) ~ (= στοιχείο) ευημερίας.|| ~ βιβλιογραφικών αναφορών [< αγγλ. citation index, } 2. ΤΕΧΝΟΛ. κινητή βελόνα σε βαθμονομημένη κλίμακα οργάνου μετρήσεως· κατ' επέκτ. οτιδήποτε παρέχει ένδειξη μεταβολής φυσικού μεγέθους: οι ~ες του ρολογιού (βλ. λεπτο~, ωρο~). Ο ~ του βαρόμετρου/της ζυγαριάς/της πυξίδας.|| ~ βενζίνης/θερμοκρασίας/πίεσης/ροής. Χιλιομετρικός ~ (: μικρή πινακίδα στην οποία αναγράφεται η απόσταση από δεδομένο σημείο σε χιλιόμετρα, βλ. οδο~). Βλ. ανεμο~.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ ποντικιού (= κέρσορας). 3. κάθε αριθμητικό ή γραμματικό σύμβολο που γράφεται κάτω και δεξιά από άλλο, για να το χαρακτηρίσει: (ΜΑΘ.) a1+ a2 = 10 (: για να υποδηλώσει εξάρτηση της μεταβλητής από συγκεκριμένο υποσύνολο τιμών). Βλ. εκθέτης.|| (ΧΗΜ.) H2O (: για την υπόδειξη του αριθμού των ατόμων ενός στοιχείου που περιέχονται στο μόριο της χημικής ένωσης). 4. ΑΝΑΤ. το δάχτυλο δίπλα στον αντίχειρα. ΣΥΝ. λιχανός 5. ΜΑΘ. αριθμός που γράφεται στα αριστερά του ριζικού και εκφράζει την τάξη της ζητούμενης ρίζας (τετραγωνική, κυβική). 6. ΧΗΜ. ουσία της οποίας το χρώμα μεταβάλλεται όταν προστίθεται σε διάλυμα, υποδεικνύοντας την επιτέλεση συγκεκριμένης χημικής αντίδρασης (με οξύ ή με βάση). 7. ΓΛΩΣΣ. λέξη δηλωτική κυρ. γλωσσικής λειτουργίας (ας, θα, να, σαν, ως): κειμενικοί/συνομιλιακοί ~ες ή ~ες λόγου (: παραπέμπουν σε πληροφορίες που προηγούνται ή έπονται π.χ. άλλωστε, γι΄ αυτό, δηλαδή, ιδίως, όμως, συνεπώς). Πβ. μόριο. 8. ΠΛΗΡΟΦ. μεταβλητή, της οποίας η τιμή δείχνει τη θέση μιας άλλης μεταβλητής στη μνήμη του υπολογιστή. 9. βέργα ή συσκευή φωτεινής δέσμης ως μέσο υπόδειξης σε επιφάνεια (χάρτη, πίνακα, γραφική παράσταση). ● ΣΥΜΠΛ.: (Γενικός) Δείκτης Τιμών: ΟΙΚΟΝ. αριθμοδείκτης που εκφράζει την ποσοστιαία μεταβολή στο γενικό επίπεδο τιμών ενός συνόλου αγαθών και υπηρεσιών που παράγονται σε μια οικονομία: Γενικός ~ ~ Καταναλωτή (ακρ. ΓΔΤΚ)/λιανικής. ~ ~ στο ΧΑΑ. ~ ~ Dow-Jones/Nikkei (= οι χρηματιστηριακοί δείκτες σε Νέα Υόρκη/Τόκιο αντίστοιχα). Τάσεις σταθεροποίησης παρουσίασε ο ~ ~. Πβ. χρηματιστήριο. [< αγγλ. general price index] , Δείκτης Τιμών Καταναλωτή: ΟΙΚΟΝ. αντιπροσωπεύει τις τιμές των αγαθών και υπηρεσιών που αγοράζει ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα νοικοκυριών. Βλ. εναρμονισμένος, καλάθι της νοικοκυράς. [< αγγλ. consumer price index, 1945] , γενετικός δείκτης βλ. γενετικός, δείκτης απήχησης βλ. απήχηση, δείκτης γεννητικότητας βλ. γεννητικότητα, δείκτης γήρανσης βλ. γήρανση, δείκτης διάθλασης βλ. διάθλαση, δείκτης δυσφορίας βλ. δυσφορία, δείκτης εγκληματικότητας βλ. εγκληματικότητα, Δείκτης Μάζας Σώματος (ΔΜΣ) βλ. μάζα, δείκτης νοημοσύνης βλ. νοημοσύνη, δείκτης πορείας βλ. πορεία, δείκτης προστασίας βλ. προστασία, δείκτης στάθμης βλ. στάθμη, καρκινικοί δείκτες βλ. καρκινικός [< μτγν. δείκτης, γαλλ. indice, indicateur, αγγλ. index, indicator, pointer, γερμ. Index]
11779δεικτικός, ή, ό δει-κτι-κός επίθ. 1. ΓΛΩΣΣ. (για γλωσσικό στοιχείο) που αναφέρεται άμεσα στα προσωπικά, χρονικά ή τοπικά γνωρίσματα του περιβάλλοντος στο οποίο εκφωνείται: ~ό: μόριο (π.χ. δα, να2). ~ά: επιρρήματα (π.χ. εδώ, εκεί, έτσι, τόσο). ~ές: εκφράσεις. ~ά στοιχεία (του λόγου).|| (ως ουσ.) Τα ~ά. Βλ. δείξη. 2. (σπάν.-γενικότ.) που δείχνει, προσδιορίζει κάτι: ~ή: συσκευή. ● επίρρ.: δεικτικά 1. δείχνοντας: Σήκωσε το χέρι του ~. 2. ενδεικτικά: Ανέφερε/παρατήρησε ~ ότι ... ● ΣΥΜΠΛ.: δεικτική αντωνυμία: ΓΡΑΜΜ. που χρησιμοποιείται για να δείξει ένα πρόσωπο ή πράγμα, μία ποιότητα ή ποσότητα ενός ουσιαστικού, που το διακρίνει από άλλα σε κειμενικό ή προφορικό πλαίσιο: π.χ. αυτός, -ή, -ό, εκείνος, -η, -ο. [< μτγν. δεικτικός, γαλλ. démonstratif, déictique, 1908, αγγλ. deictic]
11780δεικτοβαρής, ής, ές δει-κτο-βα-ρής επίθ.: ΟΙΚΟΝ. (για χρηματιστηριακό προϊόν) που έχει βαρύνουσα σημασία για τον Γενικό Δείκτη Τιμών: ~ής: τραπεζικός τίτλος. ~είς: μετοχές.
11781δεικτοδότησηδει-κτο-δό-τη-ση ουσ. (θηλ.): ΠΛΗΡΟΦ. εφαρμογή που επιτρέπει την επιλογή και τον προσδιορισμό συγκεκριμένων στοιχείων μιας πληροφορίας, ώστε να είναι διαθέσιμη για ανάκτηση: ~ εγγράφων. Τεχνικές ~ης. Βλ. βάση δεδομένων, -δότηση. [< αγγλ. indexing, 1957]
11782δείλιδεί-λι ουσ. (ουδ.) {μόνο στην ονομαστ. κ. αιτ. εν.} (λογοτ.): δειλινό. Πβ. σούρουπο, σύθαμπο. [< αρχ. δείλη (ἡ)]
11783δειλίαδει-λί-α ουσ. (θηλ.): έλλειψη θάρρους, τόλμης: πράξη ~ας. Δείχνει ~ απέναντι/μπροστά στις δυσκολίες. Έχασε την ευκαιρία από ~/λόγω ~ας. Η εγκατάλειψη της μάχης θεωρείται ~ (πβ. ανανδρία). Πβ. λιγο-, λιπο-ψυχία. Βλ. φοβία. ΣΥΝ. ατολμία ΑΝΤ. ανδρεία, γενναιότητα [< αρχ. δειλία]
11784δειλιάζωδει-λιά-ζω ρ. (αμτβ.) {δείλια-σα}: δεν έχω το σθένος να κάνω κάτι ή χάνω το θάρρος μου: ~ει μπροστά στον κίνδυνο. Την τελευταία στιγμή ~σε και τα παράτησε. Ομολόγησε, χωρίς να ~σει, ότι ... Πβ. διστάζω, φοβάμαι. ΣΥΝ. λιποψυχώ ΑΝΤ. τολμώ (1) [< μεσν. δειλιάζω]
11785δειλινόδει-λι-νό ουσ. (ουδ.) (συνήθ. λογοτ.): το χρονικό διάστημα κατά τη δύση του ήλιου: στο φως του ~ού.|| Κοιτούσε με νοσταλγία το ~. Πβ. ηλιοβασίλεμα. Βλ. απόγευμα. ΣΥΝ. δείλι, σούρουπο ΑΝΤ. αυγή (1), χάραμα (1) [< μτγν. δειλινόν]
11786δειλός, ή, ό δει-λός επίθ.: που δεν έχει θάρρος: (για πρόσ.) ~ό: ανθρωπάκι/παιδί. Πβ. λιγόψυχος, φοβητσιάρης.|| ~ή: πράξη/στάση. ~ό: ξεκίνημα. ~ά: μέτρα. Έκανε τα πρώτα της ~ά βήματα στον χώρο της τηλεόρασης. Πβ. διστακτικός. ΣΥΝ. άτολμος ΑΝΤ. γενναίος (1), θαρραλέος, τολμηρός (1) ● επίρρ.: δειλά ● ΦΡ.: δειλά-δειλά: (εμφατ.) διστακτικά, με φόβο: Κάνουν ~ ~ την εμφάνισή τους. Βλ. σιγά-σιγά. [< αρχ. δειλός]
11787δείνα[δεῖνα] δεί-να αόρ. αντων. {άκλ., μόνο στον εν., με άρθ. στα τρία γένη} & (σπάν.-λαϊκό) δείνας (ο): πρόσωπο ή πράγμα που αναφέρεται αόριστα και δεν κατονομάζεται από τον ομιλητή: Δεν με νοιάζει η γνώμη του τάδε ή του ~. [< αρχ. δεῖνα, μεσν. δείνας]
11788δεινάδει-νά ουσ. (ουδ.) (τα): συμφορές, ταλαιπωρίες: τα ανθρώπινα/επερχόμενα/μελλοντικά ~. Τα ~ της ζωής (= τα βάσανα)/της κοινωνίας. Ο πόλεμος προκάλεσε μεγάλα ~ στη χώρα. Πβ. δοκιμασία, δυστυχία, κακουχία. Βλ. πάνδεινα. ΣΥΝ. δεινοπαθήματα [< αρχ. δεινά]
11789δεινοπαθήματαδει-νο-πα-θή-μα-τα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. δεινοπάθημα}: δεινά, κακουχίες: Παρά τα ~ που υπέστη, κατάφερε να ορθοποδήσει.
11790δεινοπαθώ[δεινοπαθῶ] δει-νο-πα-θώ ρ. (αμτβ.) {δεινοπαθ-είς ..., -ώντας | δεινοπάθ-ησα, (λόγ.) μτχ. -ών, -ούσα, -ούν}: βασανίζομαι, υποφέρω πολύ: Ο λαός ~εί και δοκιμάζεται στις κακουχίες.|| (μτφ.) ~ κάθε φορά για/μέχρι να παρκάρω. ~ησε από/με τη ζέστη. ~ησαν (για) να καταλάβουν τι εννοούσε.|| Το κείμενο έχει ~ήσει στα χέρια των μεταφραστών. ΣΥΝ. κακοπαθαίνω, μαρτυρώ (5), τυραννιέμαι & τυραννούμαι ● Μτχ.: δεινοπαθών , ούσα, ούν {συνηθέστ. στον πληθ.} (λόγ.): (ως ουσ.) παροχή βοήθειας στους ~ούντες. Πβ. αναξιοπαθών. [< μτγν. δεινοπαθῶ]
11791δεινός, ή, ό δει-νός επίθ. (λόγ.) 1. πάρα πολύ ικανός, επιδέξιος: ~ός: κολυμβητής/παίκτης/ρήτορας/σκοπευτής/σκόρερ. Πβ. άξιος, δαιμόνιος. 2. υπερβολικά δυσάρεστος, φοβερός: ~ή: δοκιμασία/ήττα/κατάσταση/κρίση/οικονομική συγκυρία/πραγματικότητα (πβ. τρομερός). Βρίσκονται σε ~ή (= δυσχερή) θέση. ● επίρρ.: δεινώς [-ῶς] (λόγ.) & δεινά ● ΦΡ.: (δεινόν/σκληρόν) προς κέντρα λακτίζειν βλ. λακτίζω [< αρχ. δεινός]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.