Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [12660-12680]

IDΛήμμαΕρμηνεία
11792δεινοσαυρικός, ή, ό δει-νο-σαυ-ρι-κός επίθ. (σπάν.-μτφ.): παλιός και ξεπερασμένος: καθεστώς πεπαλαιωμένο και ~ό. Πβ. απαρχαιωμένος, οπισθοδρομικός.
11793δεινόσαυροςδει-νό-σαυ-ρος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -αύρου} 1. ΠΑΛΑΙΟΝΤ. καθένα από τα είδη εξαφανισμένων, κυρ. χερσαίων, ερπετών του Μεσοζωικού Αιώνα (υπερτάξη Dinosauria, γένος Dinosaurus), πολλά από τα οποία είχαν γιγαντιαίες διαστάσεις: σαρκοφάγος/φυτοφάγος ~. Απολιθωμένοι σκελετοί ~ων. Βλ. βροντό-, πτερό-, στεγό-, τυραννό-σαυρος, μαμούθ. 2. (μτφ.) πρόσωπο μεγάλης ηλικίας ή απαρχαιωμένος θεσμός, που δεν συμβαδίζει με τη σύγχρονη εποχή, αλλά συνήθ. εξακολουθεί να παίζει σημαντικό ρόλο: ~οι της πολιτικής. [< 1: νεολατ. dinosaurus (αρχ. δεινός + σαῦρος 'σαύρα'), αγγλ. dinosaur 1841, γαλλ. dinosaure, 1845 2: αγγλ. ~, 1952]
11794δεινότηταδει-νό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): εξαιρετική ικανότητα σε κάποιον τομέα: αφηγηματική/εκφραστική/ερμηνευτική/ρητορική ~. Πβ. δεξιοτεχνία, επιδεξι-, επιτηδει-ότητα. Βλ. ταλέντο. [< αρχ. δεινότης ‘σκληρότητα, οξύνοια’]
11795δείνωσηδεί-νω-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΓΛΩΣΣ. (σπάν.) αλλαγή της αρχικής σημασίας μιας λέξης, με αποτέλεσμα να αποκτά αρνητική συνυποδήλωση (π.χ. αγαθός). 2. (σπάν.-επίσ.) επιδείνωση. Πβ. χειροτέρευση. [< αρχ. δείνωσις 'μεγαλοποίηση, αγανάκτηση' 1: αγγλ. pejoration]
11796δείξηδεί-ξη ουσ. (θηλ.): ΓΛΩΣΣ. λειτουργία γλωσσικών στοιχείων που δηλώνουν πρόσωπο, τόπο, χρόνο ή γεγονός και αναφέρονται στο περιβάλλον του ομιλητή: προσωπική (: εγώ, εσύ, αυτός, εμείς ...)/τοπική/χρονική (: αύριο, μετά, τότε, τώρα)/χωρική (: εδώ, εκεί, πέρα) ~. Βλ. αναφορά, δεικτικός. [< αρχ. δεῖξις ‘απόδειξη’, γαλλ. deixis, αγγλ. ~, 1946]
11797δείξιμοδεί-ξι-μο ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του δείχνω: ~ με το δάχτυλο. [< μεσν. δείξιμο]
11798δείπνο[δεῖπνο] δεί-πνο ουσ. (ουδ.) (συνήθ. επίσ.): βραδινό φαγητό: αποχαιρετιστήριο/εορταστικό/επίσημο/πλούσιο/χριστουγεννιάτικο (βλ. ρεβεγιόν) ~. Ρομαντικό ~ για δύο. ~ σε εστιατόριο. Πρόσκληση για/σε ~. Καλεσμένος σε ~ (πβ. τραπέζι). Ο υπουργός παρέθεσε ~ προς τιμήν του ... (βλ. δεξίωση). Βλ. μεσημεριανό, πρωινό. ● ΣΥΜΠΛ.: γεύμα εργασίας βλ. γεύμα, λουκούλλειο γεύμα/δείπνο βλ. λουκούλλειος [< αρχ. δεῖπνον]
11964δείπνο

δε-ξί-ω-ση ουσ. (θηλ.): κοσμική συγκέντρωση που οργανώνεται με κάποια σημαντική αφορμή και συνοδεύεται από φαγητό, ποτό και συνήθ. μουσική και χορό: γαμήλια/επίσημη/λαμπρή/φιλανθρωπική (πβ. γκαλά) ~. ~ώσεις βάπτισης. Αίθουσα ~ώσεων. ~ με μπουφέ. Μετά την ομιλία θα ακολουθήσει μικρή ~. Ο πρέσβης δίνει/παραθέτει ~ προς τιμήν του υπουργού (πβ. δεξιώνομαι). Βλ. δείπνο, τελετή. [< μτγν. δεξίωσις ‘υποδοχή, φιλοξενία’]

11799δείπνος[δεῖπνος] δεί-πνος ουσ. (αρσ.) (λόγ.): μόνο στο ● ΣΥΜΠΛ.: Μυστικός Δείπνος 1. ΕΚΚΛΗΣ. (από την ΚΔ) το τελευταίο δείπνο του Χριστού με τους δώδεκα Αποστόλους· συνεκδ. η καλλιτεχνική απεικόνισή του. 2. (μτφ.) ανεπίσημη, κρυφή, συνήθ. βραδινή συνάντηση σημαινόντων προσώπων, κυρ. πολιτικών, σε γεύμα, στο οποίο συζητούνται ή αποφασίζονται κρίσιμα ζητήματα: ~ ~ με μεγάλη πολιτική σημασία. [< μτγν. δεῖπνος]
11800δειπνώ[δειπνῶ ] δει-πνώ ρ. (αμτβ.) {δειπν-είς ..., -ώντας | δείπν-ησα} (συνήθ. επίσ.): τρώω βραδινό: ~ούν υπό το φως των κεριών. ~ησε μαζί μου/με τον .../μόνος του. Βλ. γευματίζω. [< αρχ. δειπνῶ]
11801δείρειβλ. δέρνω
11802δεισιδαίμοναςδει-σι-δαί-μο-νας ουσ. (αρσ.) {δεισιδαίμ-ονα | -ονες, -όνων} & (λόγ.) δεισιδαίμων {δεισιδαίμ-ονος}: αυτός που πιστεύει σε δεισιδαιμονίες. Πβ. προληπτικός.|| (ως επίθ., λόγ.) ~ονες: αντιλήψεις/συνήθειες (= δεισιδαιμονικές). [< μτγν. δεισιδαίμων]
11803δεισιδαιμονίαδει-σι-δαι-μο-νί-α ουσ. (θηλ.): παράλογος φόβος που βασίζεται στην πίστη ύπαρξης μυστηριωδών υπερφυσικών δυνάμεων, οι οποίες μπορούν να κάνουν κακό στον άνθρωπο: θρησκευτική/λαϊκή ~. Δοξασίες και ~ες. Πβ. πρόληψη. Βλ. προκατάληψη. [< μτγν. δεισιδαιμονία]
11804δεισιδαιμονικός, ή, ό δει-σι-δαι-μο-νι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη δεισιδαιμονία: ~ές: αντιλήψεις.
11805δείχνωδεί-χνω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {έδει-ξα, δεί-ξει, -χτηκε (λόγ.) -χθηκε, δείχν-οντας} & (λόγ.) δεικνύω 1. βοηθώ κάποιον να κοιτάξει κάτι που δεν ξέρει πού είναι ή που θέλω να προσέξει, χρησιμοποιώντας συνήθ. το δάχτυλό μου: Δείξε μου πού είναι το βιβλίο/πού πονάς! -Να, εδώ!|| ~ξε (με το μολύβι/χέρι του) μια λέξη στη σελίδα/ένα σημείο στον χάρτη. Πβ. εντοπίζω, επισημαίνω. Βλ. ξανα~. 2. εμφανίζω, παρουσιάζω κάτι σε κάποιον που συνήθ. ζητά να το δει: ~ξε το διαβατήριό/εισιτήριό/την ταυτότητά του. Πβ. επιδεικνύω.|| Δείξε μου τι έχεις κάνει μέχρι τώρα.|| Τους ~ξε βίντεο/σκηνές/στιγμιότυπα.|| Έλα να σου ~ξω τι αγόρασα.|| Τους ~ει τ' αξιοθέατα/το μέρος. Πβ. ξεναγώ. 3. εκφράζω, εκδηλώνω: ~ουν ανοχή/απροθυμία/ζήλο. ~ξε ανωτερότητα/αυστηρότητα/κατανόηση/μεγαλοψυχία. Μου έχει ~ξει μεγάλη εμπιστοσύνη. Τον ενθαρρύνει, ~οντας ενδιαφέρον για τα προβλήματά του. Πβ. επιδεικνύω.|| ~ξε ποιος (πραγματικά) είναι (= το πραγματικό του πρόσωπο). ~ξαν τις διαθέσεις/τις ικανότητές/τα προσόντα τους.|| Δεν ~ει τα συναισθήματά του (= δεν τα εξωτερικεύει). Ζηλεύει κι ας μην το ~ει.|| Η πραγματική αγάπη ~εται με πράξεις. 4. υποδεικνύω: Θα μου ~ξεις τον δρόμο/πώς λειτουργεί; 5. {συνήθ. στο γ' πρόσ.} δίνω την εντύπωση, φαίνομαι, μοιάζω: ~ει αποφασισμένος/ευτυχισμένος/νεότερος (= μικροδείχνει). ~ει να εκτιμά τη βοήθειά μου/να τα έχει χαμένα. 6. αποδεικνύω: Θα ~ξει ότι είναι αθώος. Πβ. τεκμηριώνω.|| (ΜΑΘ.) Να ~χθεί ότι ... ΣΥΝ. καταδεικνύω ● δείχνει 1. δηλώνει, φανερώνει: Το γκάλοπ/η μελέτη ~ ότι ... (= μαρτυρεί).|| Η στάση της ~ αδιαφορία (= προδίδει). ~χθηκε ότι λέει ψέματα.|| ~ ότι θα βρέξει (= φαίνεται). 2. (για κανάλι ή κινηματογράφο) προβάλλει: Τι ~ η τηλεόραση (= παίζει); 3. (για όργανα μέτρησης) εμφανίζει συγκεκριμένη ένδειξη: Το θερμόμετρο ~ ... βαθμούς Κελσίου. Τι ώρα ~ (= λέει) το ρολόι; ● Παθ.: δείχνομαι (προφ.): επιδεικνύομαι: Δεν μου αρέσει να ~. ΣΥΝ. αυτοπροβάλλομαι. ● ΦΡ.: δείχνω πυγμή: είμαι δυνατός, αποφασιστικός: ~ξε ~ κι έμεινε σταθερή στην απόφασή της. Πρέπει να ~ξεις ~, αν θέλεις να τα καταφέρεις., δείχνω χαρακτήρα: μένω σταθερός σε κάτι: Δεν υπέκυψε στον εκβιασμό, έδειξε ~., θα δείξει: για κάτι αβέβαιο που θα ξεκαθαριστεί στο μέλλον, θα επιβεβαιωθεί ή θα διαψευστεί: -Τι λες, θα πετύχουμε; -~ ~ ... (= για να δούμε). Η ζωή/ο καιρός/το μέλλον/ο χρόνος ~ ~. Στην πορεία ~ ~ (= θα φανεί) αν είναι ικανός. Πβ. η ιστορία θα κρίνει., θα σου δείξω (εγώ) (προφ.): ως απειλή: Άμα σε πιάσω στα χέρια μου ~ ~. -Έτσι είσαι; Tώρα ~ ~! ΣΥΝ. θα σε φτιάξω (εγώ), θα σου δείξω πόσα απίδια βάζει/πιάνει ο σάκος (απειλητ.): θα δεις τι θα πάθεις: Για έλα και ~ ~., ανοίγω/δείχνω/φανερώνω τα χαρτιά μου βλ. χαρτί, δείχνει τα δόντια/τα νύχια (του) βλ. δόντι, δείχνω την πόρτα (της εξόδου) σε κάποιον βλ. πόρτα, δίνω/δείχνω τον καλύτερό μου εαυτό βλ. εαυτός, έλα, παππού/παππούλη (μου), να σου δείξω τ' αμπελοχώραφά/τ' αμπέλια σου βλ. παππούς, όπερ έδει δείξαι βλ. όπερ, πες/δείξε μου τον φίλο σου, να σου πω ποιος είσαι βλ. φίλος, τον δείχνουν με το δάχτυλο βλ. δάχτυλο, υψώνω/ορθώνω το ανάστημά μου βλ. ανάστημα [< αρχ. δεικνύω, μεσν. δείχνω, γαλλ. montrer, αγγλ. show, γερμ. zeigen]
11806δείχτηςβλ. δείκτης
11807δέκαδέ-κα αριθμητ. απόλ. {άκλ.} 1. ο ακέραιος φυσικός αριθμός 10 που ακολουθεί το εννέα ή το σύνολο δέκα μονάδων: ~ διά/επί/πλην/συν δύο. Πέντε και πέντε ίσον/κάνουν ~. Δύο επί πέντε ~. ~ τοις εκατό (10%). Αναλογία ένα προς ~.|| ~ κεφάλαια/μέρες/μήνες/χρόνια. ~ εκατομμύρια/χιλιάδες (ευρώ/κάτοικοι). Ανά/κάθε ~ ώρες ... 2. δέκατος: στη σελίδα ~. Στις ~ του μηνός. -Τι ώρα είναι; -~ ακριβώς. ● Ουσ.: δέκα (το) 1. ο ακέραιος φυσικός αριθμός 10: Μέτρα μέχρι το ~ και μετά άνοιξε τα μάτια σου (: συνήθ. σε παιδικό παιχνίδι). Αφαιρώ το ~ από το δεκαπέντε. Διαιρώ/πολλαπλασιάζω το ~ με το δύο. 2. το σύμβολο (10) και οτιδήποτε το φέρει ως διακριτικό του: Βάλε τον διακόπτη/ρύθμισέ το στο ~.|| Το ~ καρό/κούπα/μπαστούνι/σπαθί (: χαρτί στην τράπουλα με δέκα στοιχεία). Πού κάνει στάση το ~ (: λεωφορείο, τρόλεϊ); Ο πελάτης του ~ (: δωμάτιο σε ξενοδοχείο). Θα με βρεις στο γραφείο ~. Το δέμα να παραδοθεί στην οδό ... ~. 3. η ηλικία των δέκα χρόνων: Έκλεισε/κοντεύει/πάτησε τα ~. Μπήκε στα ~. Είναι γύρω/κοντά στα ~. 4. βαθμός σε βαθμολογική κλίμακα: Βάση είναι το ~ (: στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση). Με άριστα το ~ πήρε επτά. Μου έβαλε ~ (= άριστα, για τον καθηγητή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και για τον δάσκαλο στις δύο τελευταίες τάξεις του δημοτικού). 5. το 1910 ('10) ή 2010: στη δεκαετία του ~. Γεννήθηκε το ~. ● ΦΡ.: δέκα με τόνο: άριστα με διάκριση: Πήρε ~ ~ (: για μαθητικές εργασίες και παλαιότ. για το ενδεικτικό του Δημοτικού).|| (μτφ.) Η εξυπηρέτηση σ' αυτό το εστιατόριο παίρνει ~ ~., πάρε δέκα!: όταν κάποιος μουντζώνει με τα δύο χέρια., (με) ύφος χιλίων (/δέκα/εκατό/πολλών/σαράντα) καρδιναλίων βλ. καρδινάλιος, δέκα εντολές βλ. εντολή, οι (δέκα) πληγές του Φαραώ βλ. Φαραώ, το δέκα/το δύο το καλό βλ. καλός [< αρχ. δέκα]
11808δεκα- & δεκ-& δεκά- & δέκ-: α' συνθετικό που δηλώνει 1. ότι κάτι διαθέτει δέκα στοιχεία ή είναι δέκα φορές μεγαλύτερο ή περισσότερο, συγκρινόμενο με άλλο: δεκα-ήμερος. Δεκά-χρονος/~ωρος. Δεκ-αθλητής. Δέκ-αθλο.|| Δεκα-πλάσιος. 2. τη δεκάδα σε απόλυτα αριθμητικά: δεκα-τρία.
11809δεκάδαδε-κά-δα ουσ. (θηλ.): σύνολο δέκα μονάδων ή ομοειδών στοιχείων: Το είκοσι ισούται με δύο ~ες. Στους διψήφιους αριθμούς το πρώτο ψηφίο δηλώνει τις ~ες.|| Στην πρώτη ~ της παγκόσμιας κατάταξης/των τσαρτ. Η υποψήφια μπήκε/πέρασε στην τελική ~ του διαγωνισμού. Βλ. -άδα. [< αρχ. δεκάς, μεσν. δεκάδα]
11810δεκαδικός, ή, ό δε-κα-δι-κός επίθ.: ΜΑΘ. που έχει ως βάση το δέκα: ~ή: μορφή/τιμή. ~ά: πολλαπλάσια. ● ΣΥΜΠΛ.: δεκαδικό (ψηφίο): ενός δεκαδικού αριθμού που, ως μικρότερο της μονάδας, γράφεται δεξιά από την υποδιαστολή: στρογγυλοποίηση ~ού ψηφίου. Το τρίτο ~ ~ του 0,175 είναι το 5., δεκαδικό σύστημα: που έχει ως βάση δυνάμεις του δέκα: ~ μετρικό ~ (: σύστημα μέτρων και σταθμών). Μετατροπή στο ~ ~., δεκαδικός (αριθμός): που μπορεί να γραφεί με τη μορφή κλάσματος, του οποίου ο αριθμητής είναι οποιοσδήποτε ακέραιος αριθμός και ο παρονομαστής δύναμη του δέκα: περιοδικός ~ ~. Πράξεις ~ών. Το 2,14 και το 0,5 είναι ~οί ~οί. [< μτγν. δεκαδικός ‘που ανήκει σε δεκάδα’, γαλλ. décimal]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.