| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|
| 11811 | δεκαεννέα & δεκαεννιά | βλ. δεκα- & δεκ- | |
| 11812 | δεκαεννιάρης | βλ. -άρης, -άρα, -άρικο, δεκα- & δεκ- | |
| 11813 | δεκαεννιάχρονος | , η, ο βλ. -χρονος | |
| 11814 | δεκαεξαβάλβιδος | , η, ο δε-κα-ε-ξα-βάλ-βι-δος επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. (κυρ. για κινητήρα αυτοκινήτου) που έχει δεκαέξι βαλβίδες (από τέσσερις σε κάθε κύλινδρο) για καλύτερη καύση και απόδοση. [< αγγλ. sixteen valve (16-Valve)] | |
| 11815 | δεκαεξάκτινος | , η, ο δε-κα-ε-ξά-κτι-νος επίθ.: που έχει δεκαέξι ακτίνες: (ΑΡΧΑΙΟΛ.) ο ~ ήλιος/το ~ο αστέρι της Βεργίνας (: έμβλημα της μακεδονικής δυναστείας). | |
| 11816 | δεκαεξάρης | , α, ι δε-κα-ε-ξά-ρης επίθ. {δεκαεξάρ-ηδες} (προφ.): δεκαέξι χρονών: ~ηδες: πιτσιρικάδες. Πβ. δεκαεξάχρονος. Βλ. -άρης, -άρα, -άρικο.|| (συνηθέστ. ως ουσ.) Οι σημερινοί ~ηδες. ● Ουσ.: δεκαεξάρι (το): αντικείμενο με τυποποιημένο μέγεθος δεκαέξι μονάδων· κυρ. όπλο, σφαίρα, εργαλείο δεκαέξι χιλιοστών ή αυτοκίνητο, κινητήρας χιλίων εξακοσίων κυβικών. | |
| 11817 | δεκαεξασέλιδος | , η, ο δε-κα-ε-ξα-σέ-λι-δος επίθ.: που έχει έκταση δεκαέξι σελίδων: ~η: εφημερίδα. ~ο: αφιέρωμα. Βλ. -σέλιδος. ● Ουσ.: δεκαεξασέλιδο (το): ΤΥΠΟΓΡ. τυπογραφικό φύλλο που διπλώνεται, δημιουργώντας δεκαέξι σελίδες: ένθετο ~. Η επιμέλεια κειμένων πληρώνεται με το ~. ΣΥΝ. τυπογραφικό | |
| 11818 | δεκαεξάχρονος | , η, ο βλ. -χρονος | |
| 11819 | δεκαέξι & δεκάξι | βλ. δεκα- & δεκ- | |
| 11820 | δεκαεπτά & δεκαεφτά | βλ. δεκα- & δεκ- | |
| 11821 | δεκαεπτάχρονος & δεκαεφτάχρονος | , η, ο βλ. -χρονος | |
| 11822 | δεκαετηρίδα | βλ. δεκα-, -ετηρίδα | |
| 11823 | δεκαετής | , ής, ές βλ. δεκα-, -ετής | |
| 11824 | δεκαετία | δε-κα-ε-τί-α ουσ. (θηλ.): χρονική περίοδος δέκα χρόνων: η προηγούμενη/επόμενη ~. Για μια/(λόγ.) επί μία ~. (λόγ.) Προ ~ας (: πριν από δέκα χρόνια). Εντός ~ας (: μέσα σε δέκα χρόνια).|| ~ του '70 (1970-1979). Κατά τη διάρκεια/στις αρχές/στα μέσα/στο τέλος της ~ας του '90. Βλ. -ετία, δεκα-ετηρίδα. [< αρχ. δεκαετία] | |
| 11825 | δεκάευρο | δε-κά-ευ-ρο ουσ. (ουδ.) (προφ.): χαρτονόμισμα των δέκα ευρώ. ΣΥΝ. δεκάρικο (1) | |
| 11826 | δεκαεφτάρης | & (σπάν.) δεκαεπτάρης βλ. -άρης, δεκα- | |
| 11827 | δεκαήμερος | , η, ο βλ. δεκα-, -ήμερος | |
| 11828 | δεκαθέσιος | , α, ο βλ. δεκα-, -θέσιος | |
| 11829 | δεκαθλητής | δε-κα-θλη-τής ουσ. (αρσ.): ΑΘΛ. αθλητής του δεκάθλου. [< γαλλ. décathlète, περ. 1920, γαλλ. décathlonien, 1931, αγγλ. decathlete, 1962] | |
| 11830 | δέκαθλο | δέ-κα-θλο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -άθλου}: ΑΘΛ. σύνθετο ανδρικό αγώνισμα ανοιχτού στίβου που αποτελείται από δέκα αθλήματα (τρέξιμο σε εκατό, τετρακόσια, χίλια πεντακόσια μέτρα, εκατόν δέκα με εμπόδια, άλμα εις μήκος, άλμα εις ύψος, άλμα επί κοντώ, σφαιροβολία, δισκοβολία, ακόντιο), τα οποία εκτελούνται από τον ίδιο αθλητή. Βλ. δί-, τρί-, πέντ-, έπτ-αθλο. [< γαλλ. décathlon, 1912, αγγλ. decathlon, 1910] | |