| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|
| 11810 | δεκαδικός | , ή, ό δε-κα-δι-κός επίθ.: ΜΑΘ. που έχει ως βάση το δέκα: ~ή: μορφή/τιμή. ~ά: πολλαπλάσια. ● ΣΥΜΠΛ.: δεκαδικό (ψηφίο): ενός δεκαδικού αριθμού που, ως μικρότερο της μονάδας, γράφεται δεξιά από την υποδιαστολή: στρογγυλοποίηση ~ού ψηφίου. Το τρίτο ~ ~ του 0,175 είναι το 5., δεκαδικό σύστημα: που έχει ως βάση δυνάμεις του δέκα: ~ μετρικό ~ (: σύστημα μέτρων και σταθμών). Μετατροπή στο ~ ~., δεκαδικός (αριθμός): που μπορεί να γραφεί με τη μορφή κλάσματος, του οποίου ο αριθμητής είναι οποιοσδήποτε ακέραιος αριθμός και ο παρονομαστής δύναμη του δέκα: περιοδικός ~ ~. Πράξεις ~ών. Το 2,14 και το 0,5 είναι ~οί ~οί. [< μτγν. δεκαδικός ‘που ανήκει σε δεκάδα’, γαλλ. décimal] | |
| 11811 | δεκαεννέα & δεκαεννιά | βλ. δεκα- & δεκ- | |
| 11812 | δεκαεννιάρης | βλ. -άρης, -άρα, -άρικο, δεκα- & δεκ- | |
| 11813 | δεκαεννιάχρονος | , η, ο βλ. -χρονος | |
| 11814 | δεκαεξαβάλβιδος | , η, ο δε-κα-ε-ξα-βάλ-βι-δος επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. (κυρ. για κινητήρα αυτοκινήτου) που έχει δεκαέξι βαλβίδες (από τέσσερις σε κάθε κύλινδρο) για καλύτερη καύση και απόδοση. [< αγγλ. sixteen valve (16-Valve)] | |
| 11815 | δεκαεξάκτινος | , η, ο δε-κα-ε-ξά-κτι-νος επίθ.: που έχει δεκαέξι ακτίνες: (ΑΡΧΑΙΟΛ.) ο ~ ήλιος/το ~ο αστέρι της Βεργίνας (: έμβλημα της μακεδονικής δυναστείας). | |
| 11816 | δεκαεξάρης | , α, ι δε-κα-ε-ξά-ρης επίθ. {δεκαεξάρ-ηδες} (προφ.): δεκαέξι χρονών: ~ηδες: πιτσιρικάδες. Πβ. δεκαεξάχρονος. Βλ. -άρης, -άρα, -άρικο.|| (συνηθέστ. ως ουσ.) Οι σημερινοί ~ηδες. ● Ουσ.: δεκαεξάρι (το): αντικείμενο με τυποποιημένο μέγεθος δεκαέξι μονάδων· κυρ. όπλο, σφαίρα, εργαλείο δεκαέξι χιλιοστών ή αυτοκίνητο, κινητήρας χιλίων εξακοσίων κυβικών. | |
| 11817 | δεκαεξασέλιδος | , η, ο δε-κα-ε-ξα-σέ-λι-δος επίθ.: που έχει έκταση δεκαέξι σελίδων: ~η: εφημερίδα. ~ο: αφιέρωμα. Βλ. -σέλιδος. ● Ουσ.: δεκαεξασέλιδο (το): ΤΥΠΟΓΡ. τυπογραφικό φύλλο που διπλώνεται, δημιουργώντας δεκαέξι σελίδες: ένθετο ~. Η επιμέλεια κειμένων πληρώνεται με το ~. ΣΥΝ. τυπογραφικό | |
| 11818 | δεκαεξάχρονος | , η, ο βλ. -χρονος | |
| 11819 | δεκαέξι & δεκάξι | βλ. δεκα- & δεκ- | |
| 11820 | δεκαεπτά & δεκαεφτά | βλ. δεκα- & δεκ- | |
| 11821 | δεκαεπτάχρονος & δεκαεφτάχρονος | , η, ο βλ. -χρονος | |
| 11822 | δεκαετηρίδα | βλ. δεκα-, -ετηρίδα | |
| 11823 | δεκαετής | , ής, ές βλ. δεκα-, -ετής | |
| 11824 | δεκαετία | δε-κα-ε-τί-α ουσ. (θηλ.): χρονική περίοδος δέκα χρόνων: η προηγούμενη/επόμενη ~. Για μια/(λόγ.) επί μία ~. (λόγ.) Προ ~ας (: πριν από δέκα χρόνια). Εντός ~ας (: μέσα σε δέκα χρόνια).|| ~ του '70 (1970-1979). Κατά τη διάρκεια/στις αρχές/στα μέσα/στο τέλος της ~ας του '90. Βλ. -ετία, δεκα-ετηρίδα. [< αρχ. δεκαετία] | |
| 11825 | δεκάευρο | δε-κά-ευ-ρο ουσ. (ουδ.) (προφ.): χαρτονόμισμα των δέκα ευρώ. ΣΥΝ. δεκάρικο (1) | |
| 11826 | δεκαεφτάρης | & (σπάν.) δεκαεπτάρης βλ. -άρης, δεκα- | |
| 11827 | δεκαήμερος | , η, ο βλ. δεκα-, -ήμερος | |
| 11828 | δεκαθέσιος | , α, ο βλ. δεκα-, -θέσιος | |
| 11829 | δεκαθλητής | δε-κα-θλη-τής ουσ. (αρσ.): ΑΘΛ. αθλητής του δεκάθλου. [< γαλλ. décathlète, περ. 1920, γαλλ. décathlonien, 1931, αγγλ. decathlete, 1962] | |