| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 11830 | δέκαθλο | δέ-κα-θλο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -άθλου}: ΑΘΛ. σύνθετο ανδρικό αγώνισμα ανοιχτού στίβου που αποτελείται από δέκα αθλήματα (τρέξιμο σε εκατό, τετρακόσια, χίλια πεντακόσια μέτρα, εκατόν δέκα με εμπόδια, άλμα εις μήκος, άλμα εις ύψος, άλμα επί κοντώ, σφαιροβολία, δισκοβολία, ακόντιο), τα οποία εκτελούνται από τον ίδιο αθλητή. Βλ. δί-, τρί-, πέντ-, έπτ-αθλο. [< γαλλ. décathlon, 1912, αγγλ. decathlon, 1910] | |
| 11831 | δεκάκιλος | , η, ο βλ. δεκα-, -κιλος | |
| 11832 | δεκάκις | δε-κά-κις επίρρ. (αρχαιοπρ.): δέκα φορές (κυρ. για τον σχηματισμό ορισμένων απόλυτων και τακτικών αριθμητικών): ~ εκατομμυριοστός/χιλιοστό.|| ~ ισόβια. Βλ. πολλάκις. [< αρχ. δεκάκις] | |
| 11833 | δεκάλεπτος | , η, ο δε-κά-λε-πτος επίθ.: που έχει διάρκεια δέκα λεπτών: ~η: ομιλία. ~ο: διάλειμμα. Βλ. -λεπτος. ● Ουσ.: δεκάλεπτο (το) {-ου (συνήθ. λόγ.) -έπτου} 1. το αντίστοιχο χρονικό διάστημα: (συνήθ. στο μπάσκετ) Το πρώτο/τελευταίο ~ (του αγώνα) έκλεισε ισόπαλο.|| Αφήνουμε το φαγητό στη φωτιά για ένα ~. 2. νόμισμα αξίας δέκα λεπτών. Βλ. δί-, πεντά-λεπτο. | |
| 11834 | δεκάλογος | δε-κά-λο-γος ουσ. (αρσ.): (κ. με κεφαλ. Δ) οι δέκα εντολές· κατ' επέκτ. σύνολο δέκα βασικών κανόνων, συμβουλών: ο ~ της επιτυχίας/του καλού οδηγού/του καταναλωτή. Βλ. -λογος. [< μτγν. δεκάλογος] | |
| 11835 | δεκαμελής | , ής, ές βλ. δεκα-, -μελής | |
| 11836 | δεκάμετρο | δε-κά-με-τρο ουσ. (ουδ.): ΜΕΤΡΟΛ. μονάδα μήκους δέκα μέτρων (σύμβ. dam). Βλ. -μετρο. [< μτγν. δεκάμετρον, γαλλ. décamètre, αγγλ. decameter] | |
| 11837 | δεκάμετρος | , η, ο βλ. δεκα-, -μετρος | |
| 11838 | δεκάμηνος | , η, ο βλ. δεκα-, -μηνος | |
| 11839 | δεκανέας | δε-κα-νέ-ας ουσ. (αρσ. + θηλ.) {δεκαν-είς, -έων}: ΣΤΡΑΤ. υπαξιωματικός του Στρατού Ξηράς, ανώτερος από τον στρατιώτη και κατώτερος από τον λοχία κατά ένα(ν) βαθμό. Βλ. υπο~, δίοπος, υποσμηνίας. ● ΣΥΜΠΛ.: δεκανέας αλλαγής: αυτός που φροντίζει για την αντικατάσταση των σκοπών την καθορισμένη ώρα. [< μτγν. δεκανός, γαλλ. caporal] | |
| 11840 | δεκανίκι | δε-κα-νί-κι ουσ. (ουδ.) 1. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) στήριγμα, υποστήριξη, βοήθεια: πολιτικό/συναισθηματικό ~. ~ του συστήματος. Σε χρησιμοποιεί για/ως ~. Πρέπει να σταθεί στα πόδια της και να μην αναζητά/χρειάζεται (δανεικά) ~ια. Βλ. έρεισμα. 2. πατερίτσα: Περπατούσε με ένα ~. Βλ. -ίκι. [< 2: μεσν. δεκανίκι(ον)] | |
| 11841 | δεκανόσημο | δε-κα-νό-ση-μο ουσ. (ουδ.): ΣΤΡΑΤ. το διακριτικό σε σχήμα βέλους (σύμβ. V) των μόνιμων, έφεδρων ή ΕΠ.ΟΠ. δεκανέων. Βλ. γαλόνι2, σαρδέλα, σιρίτι, -σημο. | |
| 11842 | δεκαοκτάχρονος & δεκαοχτάχρονος | , η, ο βλ. -χρονος | |
| 11843 | δεκαοκτώ & δεκαοχτώ | βλ. δεκα- & δεκ- | |
| 11844 | δεκαοχτάρης | & δεκαοκτάρης βλ. -άρης, -άρα, -άρι, -άρης, -άρα, -άρικο, δεκα- | |
| 11845 | δεκαοχτούρα & δεκοχτούρα | δε-κα-ο-χτού-ρα ουσ. (θηλ.): ΟΡΝΙΘ. είδος άγριου περιστεριού (επιστ. ονομασ. Streptopelia decaocto) με σταχτί φτέρωμα και χαρακτηριστική κραυγή, που ακούγεται όπως η λέξη δεκαοκτώ. | |
| 11846 | δεκαπενθήμερος | , η, ο δε-κα-πεν-θή-με-ρος επίθ.: που έχει διάρκεια δεκαπέντε ημερών· που γίνεται ή συνηθέστ. εκδίδεται ανά δεκαπέντε ημέρες: ~η: άδεια.|| ~η: εφημερίδα. ~ο: περιοδικό. Βλ. -ήμερος, μηνιαίος. ● Ουσ.: δεκαπενθήμερο (το) {-ου (συνήθ. λόγ.) -έρου}: το αντίστοιχο χρονικό διάστημα: ~ (των) εκπτώσεων. Το πρώτο ~ του Οκτωβρίου.|| Οι εργαζόμενοι πήραν το ~ό τους (: μισθός που καταβάλλεται δύο φορές τον μήνα). [< γαλλ. quinzaine] | |
| 11847 | δεκαπενταετής | , ής, ές βλ. -ετής | |
| 11848 | δεκαπενταετία | βλ. -ετία | |
| 11849 | δεκαπεντάλεπτος | , η, ο βλ. -λεπτος |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ