| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|
| 11831 | δεκάκιλος | , η, ο βλ. δεκα-, -κιλος | |
| 11832 | δεκάκις | δε-κά-κις επίρρ. (αρχαιοπρ.): δέκα φορές (κυρ. για τον σχηματισμό ορισμένων απόλυτων και τακτικών αριθμητικών): ~ εκατομμυριοστός/χιλιοστό.|| ~ ισόβια. Βλ. πολλάκις. [< αρχ. δεκάκις] | |
| 11833 | δεκάλεπτος | , η, ο δε-κά-λε-πτος επίθ.: που έχει διάρκεια δέκα λεπτών: ~η: ομιλία. ~ο: διάλειμμα. Βλ. -λεπτος. ● Ουσ.: δεκάλεπτο (το) {-ου (συνήθ. λόγ.) -έπτου} 1. το αντίστοιχο χρονικό διάστημα: (συνήθ. στο μπάσκετ) Το πρώτο/τελευταίο ~ (του αγώνα) έκλεισε ισόπαλο.|| Αφήνουμε το φαγητό στη φωτιά για ένα ~. 2. νόμισμα αξίας δέκα λεπτών. Βλ. δί-, πεντά-λεπτο. | |
| 11834 | δεκάλογος | δε-κά-λο-γος ουσ. (αρσ.): (κ. με κεφαλ. Δ) οι δέκα εντολές· κατ' επέκτ. σύνολο δέκα βασικών κανόνων, συμβουλών: ο ~ της επιτυχίας/του καλού οδηγού/του καταναλωτή. Βλ. -λογος. [< μτγν. δεκάλογος] | |
| 11835 | δεκαμελής | , ής, ές βλ. δεκα-, -μελής | |
| 11836 | δεκάμετρο | δε-κά-με-τρο ουσ. (ουδ.): ΜΕΤΡΟΛ. μονάδα μήκους δέκα μέτρων (σύμβ. dam). Βλ. -μετρο. [< μτγν. δεκάμετρον, γαλλ. décamètre, αγγλ. decameter] | |
| 11837 | δεκάμετρος | , η, ο βλ. δεκα-, -μετρος | |
| 11838 | δεκάμηνος | , η, ο βλ. δεκα-, -μηνος | |
| 11839 | δεκανέας | δε-κα-νέ-ας ουσ. (αρσ. + θηλ.) {δεκαν-είς, -έων}: ΣΤΡΑΤ. υπαξιωματικός του Στρατού Ξηράς, ανώτερος από τον στρατιώτη και κατώτερος από τον λοχία κατά ένα(ν) βαθμό. Βλ. υπο~, δίοπος, υποσμηνίας. ● ΣΥΜΠΛ.: δεκανέας αλλαγής: αυτός που φροντίζει για την αντικατάσταση των σκοπών την καθορισμένη ώρα. [< μτγν. δεκανός, γαλλ. caporal] | |
| 11840 | δεκανίκι | δε-κα-νί-κι ουσ. (ουδ.) 1. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) στήριγμα, υποστήριξη, βοήθεια: πολιτικό/συναισθηματικό ~. ~ του συστήματος. Σε χρησιμοποιεί για/ως ~. Πρέπει να σταθεί στα πόδια της και να μην αναζητά/χρειάζεται (δανεικά) ~ια. Βλ. έρεισμα. 2. πατερίτσα: Περπατούσε με ένα ~. Βλ. -ίκι. [< 2: μεσν. δεκανίκι(ον)] | |
| 11841 | δεκανόσημο | δε-κα-νό-ση-μο ουσ. (ουδ.): ΣΤΡΑΤ. το διακριτικό σε σχήμα βέλους (σύμβ. V) των μόνιμων, έφεδρων ή ΕΠ.ΟΠ. δεκανέων. Βλ. γαλόνι2, σαρδέλα, σιρίτι, -σημο. | |
| 11842 | δεκαοκτάχρονος & δεκαοχτάχρονος | , η, ο βλ. -χρονος | |
| 11843 | δεκαοκτώ & δεκαοχτώ | βλ. δεκα- & δεκ- | |
| 11844 | δεκαοχτάρης | & δεκαοκτάρης βλ. -άρης, -άρα, -άρι, -άρης, -άρα, -άρικο, δεκα- | |
| 11845 | δεκαοχτούρα & δεκοχτούρα | δε-κα-ο-χτού-ρα ουσ. (θηλ.): ΟΡΝΙΘ. είδος άγριου περιστεριού (επιστ. ονομασ. Streptopelia decaocto) με σταχτί φτέρωμα και χαρακτηριστική κραυγή, που ακούγεται όπως η λέξη δεκαοκτώ. | |
| 11846 | δεκαπενθήμερος | , η, ο δε-κα-πεν-θή-με-ρος επίθ.: που έχει διάρκεια δεκαπέντε ημερών· που γίνεται ή συνηθέστ. εκδίδεται ανά δεκαπέντε ημέρες: ~η: άδεια.|| ~η: εφημερίδα. ~ο: περιοδικό. Βλ. -ήμερος, μηνιαίος. ● Ουσ.: δεκαπενθήμερο (το) {-ου (συνήθ. λόγ.) -έρου}: το αντίστοιχο χρονικό διάστημα: ~ (των) εκπτώσεων. Το πρώτο ~ του Οκτωβρίου.|| Οι εργαζόμενοι πήραν το ~ό τους (: μισθός που καταβάλλεται δύο φορές τον μήνα). [< γαλλ. quinzaine] | |
| 11847 | δεκαπενταετής | , ής, ές βλ. -ετής | |
| 11848 | δεκαπενταετία | βλ. -ετία | |
| 11849 | δεκαπεντάλεπτος | , η, ο βλ. -λεπτος | |
| 11850 | δεκαπενταμελής | , ής, ές δε-κα-πε-ντα-με-λής επίθ.: που απαρτίζεται από δεκαπέντε μέλη: ~ής: ορχήστρα. Βλ. -μελής. ● Ουσ.: δεκαπενταμελές (το): μαθητικό συμβούλιο που εκπροσωπεί όλους τους μαθητές ενός Γυμνασίου ή Λυκείου και αποτελείται από δεκαπέντε εκλεγμένα μέλη: πρόεδρος του ~ούς. Βλ. πενταμελής. | |