Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [12720-12740]

IDΛήμμαΕρμηνεία
11851δεκαπεντάρης, α, -ικο/-ι βλ. -άρης, -άρα, -άρικο, δεκα-
11852δεκαπενταριάβλ. -αριά1
11853δεκαπεντασύλλαβος, η, ο δε-κα-πε-ντα-σύλ-λα-βος επίθ.: ΜΕΤΡ. που αποτελείται από δεκαπέντε συλλαβές: ~ες: μαντινάδες. Βλ. -σύλλαβος. ● Ουσ.: δεκαπεντασύλλαβος (ο) & (σπάν.) δεκαπεντασύλλαβο (το): ο αντίστοιχος στίχος. ● ΣΥΜΠΛ.: ιαμβικός δεκαπεντασύλλαβος (στίχος) βλ. ιαμβικός
11854δεκαπενταύγουστοςδε-κα-πε-νταύ-γου-στος ουσ. (αρσ.) & (λαϊκό) δεκαπενταύγουστο (το) 1. ΕΚΚΛΗΣ. (κ. με κεφαλ. Δ) ο εορτασμός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στις δεκαπέντε Αυγούστου. 2. (κατ' επέκτ.) χρονικό διάστημα από την πρώτη μέχρι τις δεκαπέντε Αυγούστου: νηστεία του ~ου. Διακοπές το(ν) ~ο.
11855δεκαπεντάχρονος, η, ο βλ. -χρονος
11856δεκαπέντεβλ. δεκα-
11857δεκαπλασιάζωβλ. δεκα-, -πλασιάζω
11858δεκαπλασιασμόςβλ. δεκα-, -πλασιασμός
11859δεκαπλάσιος, α, ο βλ. δεκα-, -πλάσιος
11860δεκαπλός, ή, ό βλ. δεκα-, -πλός
11861δεκάποδαδε-κά-πο-δα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. δεκάποδο}: ΖΩΟΛ. μαλακόστρακα (επιστ. ονομασ. Decapoda) με πέντε ζεύγη ποδιών. Βλ. αμφί-, αρθρό-ποδα, αστακός, γαρίδα, καβούρι, καραβίδα. [< αρχ. δεκάπους, γαλλ. décapodes, αγγλ. Decapoda]
11862δεκάποντος, η, ο δε-κά-πο-ντος επίθ.: (για τακούνι) που είναι δέκα πόντους: ~η: γόβα.|| (ως ουσ.) Χόρευε με το ~ο.
11863δεκάραδε-κά-ρα ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) πολύ λίγα χρήματα: Δεν είχε ούτε μια ~ στην τσέπη του (βλ. αδέκαρος). 2. (παλαιότ.) νόμισμα αξίας δέκα λεπτών. ● Υποκ.: δεκαρίτσα (η), δεκαρούλα (η) ● ΦΡ.: δεκάρα-δεκάρα & δεκαράκι-δεκαράκι: (για χρηματικό ποσό) λίγο-λίγο: Μάζευα τα χρήματα ~ ~. Βλ. φασούλι το φασούλι γεμίζει το σακούλι., μέχρι και την τελευταία δεκάρα (εμφατ.): όλα τα χρήματα ακριβώς: Πήρε πίσω αυτά που του χρωστούσαν ~ ~. Αξίζει τα λεφτά του ~ ~., της δεκάρας: ευτελούς αξίας: επαναστάτης ~ ~. Κατασκευές ~ ~., τρύπια δεκάρα: ευτελές χρηματικό ποσό., δεκάρα/πεντάρα τσακιστή βλ. τσακιστός, δεν αξίζει/δεν πιάνει μία/δεκάρα βλ. αξίζω, ξέρω/γνωρίζω (κάποιον) σαν κάλπικη δεκάρα βλ. κάλπικος
11864δεκάριδε-κά-ρι ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. ο ανώτερος βαθμός στη δεκάβαθμη κλίμακα αξιολόγησης: Πήρε ~ στα μαθηματικά. Έχει δυο ~ια στον έλεγχο. 2. οτιδήποτε φέρει τον αριθμό δέκα: Είχε μείνει με έναν άσο κι ένα ~ (: χαρτί στην τράπουλα).|| Το ~ της Εθνικής ποδοσφαίρου (: ο ποδοσφαιριστής που οργανώνει το παιχνίδι της ομάδας και κυρ. παλαιότ. φορούσε τη φανέλα με το νούμερο δέκα). 3. {ως επίθ.} τυποποιημένο μέγεθος δέκα μονάδων: ~ κλειδί/τζάμι. 4. {ως επίθ.} (λαϊκό) δεκαριά: Μου 'φυγε ένα ~ χιλιάδες ευρώ γι' αυτή την υπόθεση. 5. (λαϊκό) χαρτονόμισμα αξίας δέκα ευρώ, δεκάρικο. ● Υποκ.: δεκαράκι (το): συνηθέστ. στις σημ. 1,5.
11865δεκαριάβλ. -αριά1, δεκα-
11866δεκάρικοδε-κά-ρι-κο ουσ. (ουδ.) 1. χαρτονόμισμα αξίας δέκα ευρώ. Βλ. -άρικο. ΣΥΝ. δεκάευρο 2. (παλαιότ.) κέρμα αξίας δέκα δραχμών. ● Υποκ.: δεκαρικάκι (το)
11867δεκάρικος, η, ο δε-κά-ρι-κος επίθ./ουσ. (αρνητ. συνυποδ.): στομφώδης και ανούσιος: ~ος: λόγος. ~ες: υποσχέσεις.|| (ως ουσ., ειρων.) Πανηγυρικοί ~οι (= μεγαλοστομίες).
11868δεκασέλιδος, η, ο βλ. δεκα-, -σέλιδος
11869δέκαταδέ-κα-τα ουσ. (ουδ.) (τα) {χωρ. εν.}: θερμοκρασία του ανθρώπινου σώματος λίγο πάνω από το φυσιολογικό (μεταξύ 36,7° και 37,2° Κελσίου): Ανέβασε/έχει ~. Βλ. πυρετός.
11870δεκατεσσάρης, α βλ. -άρης, -άρα, , δεκα-

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.