| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|
| 11851 | δεκαπεντάρης | , α, -ικο/-ι βλ. -άρης, -άρα, -άρικο, δεκα- | |
| 11852 | δεκαπενταριά | βλ. -αριά1 | |
| 11853 | δεκαπεντασύλλαβος | , η, ο δε-κα-πε-ντα-σύλ-λα-βος επίθ.: ΜΕΤΡ. που αποτελείται από δεκαπέντε συλλαβές: ~ες: μαντινάδες. Βλ. -σύλλαβος. ● Ουσ.: δεκαπεντασύλλαβος (ο) & (σπάν.) δεκαπεντασύλλαβο (το): ο αντίστοιχος στίχος. ● ΣΥΜΠΛ.: ιαμβικός δεκαπεντασύλλαβος (στίχος) βλ. ιαμβικός | |
| 11854 | δεκαπενταύγουστος | δε-κα-πε-νταύ-γου-στος ουσ. (αρσ.) & (λαϊκό) δεκαπενταύγουστο (το) 1. ΕΚΚΛΗΣ. (κ. με κεφαλ. Δ) ο εορτασμός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στις δεκαπέντε Αυγούστου. 2. (κατ' επέκτ.) χρονικό διάστημα από την πρώτη μέχρι τις δεκαπέντε Αυγούστου: νηστεία του ~ου. Διακοπές το(ν) ~ο. | |
| 11855 | δεκαπεντάχρονος | , η, ο βλ. -χρονος | |
| 11856 | δεκαπέντε | βλ. δεκα- | |
| 11857 | δεκαπλασιάζω | βλ. δεκα-, -πλασιάζω | |
| 11858 | δεκαπλασιασμός | βλ. δεκα-, -πλασιασμός | |
| 11859 | δεκαπλάσιος | , α, ο βλ. δεκα-, -πλάσιος | |
| 11860 | δεκαπλός | , ή, ό βλ. δεκα-, -πλός | |
| 11861 | δεκάποδα | δε-κά-πο-δα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. δεκάποδο}: ΖΩΟΛ. μαλακόστρακα (επιστ. ονομασ. Decapoda) με πέντε ζεύγη ποδιών. Βλ. αμφί-, αρθρό-ποδα, αστακός, γαρίδα, καβούρι, καραβίδα. [< αρχ. δεκάπους, γαλλ. décapodes, αγγλ. Decapoda] | |
| 11862 | δεκάποντος | , η, ο δε-κά-πο-ντος επίθ.: (για τακούνι) που είναι δέκα πόντους: ~η: γόβα.|| (ως ουσ.) Χόρευε με το ~ο. | |
| 11863 | δεκάρα | δε-κά-ρα ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) πολύ λίγα χρήματα: Δεν είχε ούτε μια ~ στην τσέπη του (βλ. αδέκαρος). 2. (παλαιότ.) νόμισμα αξίας δέκα λεπτών. ● Υποκ.: δεκαρίτσα (η), δεκαρούλα (η) ● ΦΡ.: δεκάρα-δεκάρα & δεκαράκι-δεκαράκι: (για χρηματικό ποσό) λίγο-λίγο: Μάζευα τα χρήματα ~ ~. Βλ. φασούλι το φασούλι γεμίζει το σακούλι., μέχρι και την τελευταία δεκάρα (εμφατ.): όλα τα χρήματα ακριβώς: Πήρε πίσω αυτά που του χρωστούσαν ~ ~. Αξίζει τα λεφτά του ~ ~., της δεκάρας: ευτελούς αξίας: επαναστάτης ~ ~. Κατασκευές ~ ~., τρύπια δεκάρα: ευτελές χρηματικό ποσό., δεκάρα/πεντάρα τσακιστή βλ. τσακιστός, δεν αξίζει/δεν πιάνει μία/δεκάρα βλ. αξίζω, ξέρω/γνωρίζω (κάποιον) σαν κάλπικη δεκάρα βλ. κάλπικος | |
| 11864 | δεκάρι | δε-κά-ρι ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. ο ανώτερος βαθμός στη δεκάβαθμη κλίμακα αξιολόγησης: Πήρε ~ στα μαθηματικά. Έχει δυο ~ια στον έλεγχο. 2. οτιδήποτε φέρει τον αριθμό δέκα: Είχε μείνει με έναν άσο κι ένα ~ (: χαρτί στην τράπουλα).|| Το ~ της Εθνικής ποδοσφαίρου (: ο ποδοσφαιριστής που οργανώνει το παιχνίδι της ομάδας και κυρ. παλαιότ. φορούσε τη φανέλα με το νούμερο δέκα). 3. {ως επίθ.} τυποποιημένο μέγεθος δέκα μονάδων: ~ κλειδί/τζάμι. 4. {ως επίθ.} (λαϊκό) δεκαριά: Μου 'φυγε ένα ~ χιλιάδες ευρώ γι' αυτή την υπόθεση. 5. (λαϊκό) χαρτονόμισμα αξίας δέκα ευρώ, δεκάρικο. ● Υποκ.: δεκαράκι (το): συνηθέστ. στις σημ. 1,5. | |
| 11865 | δεκαριά | βλ. -αριά1, δεκα- | |
| 11866 | δεκάρικο | δε-κά-ρι-κο ουσ. (ουδ.) 1. χαρτονόμισμα αξίας δέκα ευρώ. Βλ. -άρικο. ΣΥΝ. δεκάευρο 2. (παλαιότ.) κέρμα αξίας δέκα δραχμών. ● Υποκ.: δεκαρικάκι (το) | |
| 11867 | δεκάρικος | , η, ο δε-κά-ρι-κος επίθ./ουσ. (αρνητ. συνυποδ.): στομφώδης και ανούσιος: ~ος: λόγος. ~ες: υποσχέσεις.|| (ως ουσ., ειρων.) Πανηγυρικοί ~οι (= μεγαλοστομίες). | |
| 11868 | δεκασέλιδος | , η, ο βλ. δεκα-, -σέλιδος | |
| 11869 | δέκατα | δέ-κα-τα ουσ. (ουδ.) (τα) {χωρ. εν.}: θερμοκρασία του ανθρώπινου σώματος λίγο πάνω από το φυσιολογικό (μεταξύ 36,7° και 37,2° Κελσίου): Ανέβασε/έχει ~. Βλ. πυρετός. | |
| 11870 | δεκατεσσάρης | , α βλ. -άρης, -άρα, , δεκα- | |