| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 11871 | δεκατεσσάρι | δε-κα-τεσ-σά-ρι ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. δεκατέσσερις επιτυχείς προβλέψεις στο προπό: Έπιασε/πέτυχε ~. 2. δεκατέσσερις μονάδες, βαθμοί, πόντοι. | |
| 11872 | δεκατέσσερις | , ις, α δε-κα-τέσ-σε-ρις αριθμητ. απόλ. {δεκατεσσάρων} & δεκατέσσερεις 1. σύνολο από δεκατέσσερις μονάδες: ~ις: μέρες/χιλιάδες. ~α: χρόνια. 2. (προφ.) δέκατος τέταρτος: στη σελίδα ~α. Στις ~ του μήνα. ● Ουσ.: δεκατέσσερα (το) {άκλ.} 1. ο ακέραιος φυσικός αριθμός 14. 2. το σύμβολο 14 και οτιδήποτε το φέρει ως διακριτικό του: το άρθρο ~ του κανονισμού. Παίρνει το ~ (: τρόλεϊ ή λεωφορείο). 3. η ηλικία των δεκατεσσάρων ετών: Μπαίνει στα ~. Είναι δεκατεσσάρων. Έκλεισε/έφτασε τα ~. 4. βαθμός σε βαθμολογική κλίμακα: Το γραπτό του είναι για/παίρνει ~. Είναι μαθητής του ~. 5. το 2014 ('14) ή γενικότ. το δέκατο τέταρτο έτος κάθε αιώνα: Το παιδί γεννήθηκε το ~. [< μεσν. δεκατέσσερα] ● ΦΡ.: έχω τα μάτια μου δεκατέσσερα/τέσσερα βλ. μάτι, περνώ κάποιον (από) γενεές δεκατέσσερις βλ. γενεά [< μτγν. δεκατέσσαρες] | |
| 11873 | δεκατετράχρονος | , η, ο βλ. -χρονος | |
| 11874 | δεκάτη | δε-κά-τη ουσ. (θηλ.): ΙΣΤ. (επί Τουρκοκρατίας) φόρος που ισοδυναμούσε με το ένα δέκατο της παραγωγής γεωργικών προϊόντων. [< αρχ. δεκάτη] | |
| 11875 | δεκατημόριο | δε-κα-τη-μό-ρι-ο ουσ. (ουδ.) (λόγ.): (ένα) δέκατο. Βλ. εκατοστη-, τεταρτη-μόριο. [< αρχ. δεκατημόριον] | |
| 11876 | δεκατιανό | δε-κα-τια-νό ουσ. (ουδ.): ελαφρύ γεύμα ανάμεσα στο πρωινό και το μεσημεριανό, περ. στις δέκα το πρωί: ~ σνακ. Σάντουιτς/φρούτο για ~. Πβ. κολατσιό, προάριστο. Βλ. απογευματινό, πρόγευμα. | |
| 11877 | δεκατόμετρο | δε-κα-τό-με-τρο ουσ. (ουδ.) (συντομ. δεκ., σύμβ. dm): μονάδα μήκους ίση με το ένα δέκατο του μέτρου. Βλ. εκατοστό-, χιλιοστό-μετρο. ΣΥΝ. παλάμη (2) ● ΣΥΜΠΛ.: κυβικό μέτρο/εκατοστό/δεκατόμετρο/χιλιοστόμετρο βλ. κυβικός, τετραγωνικό μέτρο/χιλιόμετρο/εκατοστό/δεκατόμετρο/χιλιοστόμετρο βλ. τετραγωνικός [< γαλλ. décimètre] | |
| 11878 | δεκάτομος | , η, ο βλ. δεκα-, -τομος | |
| 11879 | δέκατος | , η, ο δέ-κα-τος αριθμητ. τακτ. {κ. (λόγ.) γεν. αρσ./ουδ. δεκ-άτου, (λόγ.) θηλ. δεκάτη} (σύμβ. 10ος, Ι'/ι', X): που αντιπροσωπεύει τον αριθμό δέκα (10) σε μια ακολουθία ή σειρά: ~ος: αιώνας (π.Χ./μ.Χ.). ~η: αγωνιστική/εβδομάδα (της κύησης)/επέτειος/σελίδα/φορά. ~ο: άρθρο (του Συντάγματος)/κεφάλαιο (του βιβλίου)/(διεθνές) συνέδριο/τεύχος. Στο ~ο χλμ. της εθνικής οδού. Κατέκτησε/κέρδισε/πήρε τη ~η θέση. Για ~η συνεχή χρονιά αναβιώνει το έθιμο. Το ~ο έτος της ηλικίας.|| (για πρόσ.) Τερμάτισε ~. ~ στον κατάλογο. Η Εθνική βγήκε/είναι/ήρθε ~η στον κόσμο.|| (ως ουσ.) Επέλεξε τον ~ο. ● επίρρ.: δέκατον (λόγ.): για να δηλωθεί ότι το αναφερόμενο στοιχείο βρίσκεται στη δέκατη θέση σε μια απαρίθμηση, επιχειρηματολογία: πρώτον, ...· δεύτερον, ...· ~, ... Βλ. -ον2. ● Ουσ.: δεκάτη (η) 1. ΜΑΘ. ενν. δύναμη αριθμού. 2. ενν. μέρα του μήνα: τη ~ (: 10η) Αυγούστου., δέκατο (το): καθένα από τα δέκα ίσα μέρη ενός συνόλου: το ένα ~ (: 1/10) της αξίας/του πληθυσμού.|| (μτφ.) Όλα έγιναν μέσα σε ~α του δευτερολέπτου (: πολύ γρήγορα)., δέκατος (ο) 1. (συνήθ. στη γεν., σε ανάγνωση ημερομηνίας γραμμένης με αριθμούς) ενν. μήνας, ο Οκτώβριος: στις 5/10 (: πέντε ~άτου). 2. ενν. όροφος: Ανεβείτε στον ~ο. [< αρχ. δέκατος] | |
| 11880 | δέκατος έβδομος | , η, ο {(λόγ.) δεκάτη εβδόμη} βλ. δέκατος. | |
| 11881 | δεκατρείς | , είς, ία [δεκατρεῖς] δε-κα-τρείς αριθμητ. απόλ. βλ. δεκατέσσερις. ● Ουσ.: δεκατρία {άκλ.} (το) [< μτγν. δεκατρία] ● ΦΡ.: Τρίτη και δεκατρείς βλ. Τρίτη [< αρχ. δεκατρεῖς] | |
| 11882 | δεκατριάρης | , α, ι βλ. -άρης, -άρα, -άρι, δεκα- | |
| 11883 | δεκατριάρι | δε-κα-τρι-ά-ρι ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. σύνολο δεκατριών επιτυχών προβλέψεων στο προπό: Έπιασα ~.|| (κατ' επέκτ.) ~ τίτλων (: κατάκτηση δεκατριών πρωταθλημάτων). 2. δεκατρείς μονάδες, βαθμοί, πόντοι: Έγραψε (ένα) ~ στη Φυσική.|| (ως επίθ.) Κλειδί ~ (: για τυποποιημένο μέγεθος). Βλ. δεκάρι. | |
| 11884 | δεκατριάχρονος | , η, ο βλ. -χρονος | |
| 11885 | δεκαχίλιαρο | δε-κα-χί-λια-ρο ουσ. (ουδ.) (προφ.-παλαιότ.): χαρτονόμισμα των δέκα χιλιάδων δραχμών. Βλ. πεντοχίλιαρο, χιλιάρικο. | |
| 11886 | δεκάχρονος | , η, ο δε-κά-χρο-νος επίθ. 1. ηλικίας δέκα ετών: ~ο: παιδί.|| (ως ουσ.) Τώρα τα βάζεις και με τα ~α;|| (μειωτ.) Κάνει σαν ~ο. 2. που διαρκεί δέκα χρόνια: ~ος: αγώνας. ~η: εμπειρία. Βλ. -χρονος. ΣΥΝ. δεκαετής ● Ουσ.: δεκάχρονα (τα): χρονική περίοδος και ειδικότ. επέτειος δέκα χρόνων: Εκδηλώσεις για τα ~ του συλλόγου. Βλ. -χρονα. [< μεσν. δεκάχρονος] | |
| 11887 | δεκάωρος | , η, ο βλ. δεκα-, -ωρος | |
| 11888 | δεκεμβριανός | , ή, ό δε-κεμ-βρι-α-νός επίθ. & (λαϊκό) δεκεμβριάτικος, η, ο: (συνήθ. για ιστορικά γεγονότα) που τοποθετείται χρονικά στον μήνα Δεκέμβριο: ~ή: επανάσταση. ~ό: κίνημα. ● Ουσ.: Δεκεμβριανά (τα): ΙΣΤ. ένοπλες αιματηρές συγκρούσεις στην Αθήνα (Δεκέμβριος 1944-Ιανουάριος 1945) ανάμεσα στο ΕΑΜ-ΕΛΑΣ και τις κυβερνητικές δυνάμεις, που ενισχύθηκαν από τις αντίστοιχες βρετανικές. Βλ. εμφύλιος. | |
| 11889 | Δεκέμβριος | Δε-κέμ-βρι-ος ουσ. (αρσ.) {Δεκεμβρίου} & (προφ.) Δεκέμβρης: ο δωδέκατος μήνας του χρόνου και ο πρώτος του χειμώνα. [< μτγν. Δεκέμβριος] | |
| 11890 | ΔΕΚΟ | (οι) 1. Δημόσιες Επιχειρήσεις Κοινής Ωφελείας. 2. Δημόσιες Επιχειρήσεις και Οργανισμοί. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ