| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 11891 | δεκοχτούρα | βλ. δεκαοχτούρα | |
| 11892 | δέκτης | δέ-κτης ουσ. (αρσ.) 1. (λόγ.) αποδέκτης, παραλήπτης: ~ απειλητικών επιστολών. Το υπουργείο έγινε ~ αλλεπάλληλων καταγγελιών. 2. ΗΛΕΚΤΡΟΝ. συσκευή λήψης ραδιοσημάτων: αναλογικός/ασύρματος/δορυφορικός/ραδιοφωνικός (= ραδιόφωνο, βλ. ραδιο~)/ψηφιακός ~. Παρακολουθείτε στους (τηλεοπτικούς) ~ες (= στις τηλεοράσεις) σας ... Ενσωματωμένος ~ GPS/μπλουτούθ. Πβ. κεραία. Βλ. πομπο~. ΑΝΤ. πομπός (1) 3. (στη θεωρία της επικοινωνίας) πρόσωπο που, κατά τη διαδικασία της επικοινωνίας, δέχεται και αποκωδικοποιεί το μήνυμα ενός πομπού. 4. ΙΑΤΡ. αυτός στον οποίο γίνεται μετάγγιση αίματος ή μεταμόσχευση. Βλ. δότης, παν~. ΣΥΝ. λήπτης [< αρχ. δέκτης, γαλλ. récepteur, αγγλ. receiver] | |
| 11893 | δεκτικός | , ή, ό δε-κτι-κός επίθ.: (για πρόσ.) έτοιμος ή πρόθυμος να δεχτεί ερεθίσματα, ιδέες, προτάσεις: ~ (απέναντι) σε αλλαγές/στην κριτική/σε κάθε πρόταση. Άνθρωπος ~ και ανοιχτός στις προκλήσεις. Βλ. κατα~.|| Κοινωνία ~ή στους μετανάστες (πβ. ανεκτικός). Στην αρχή ήμουν πολύ ~ή απέναντί του.|| (λόγ., + γεν.) ~ μαθήσεως (ΑΝΤ. ανεπίδεκτος). Πβ. επι~.|| ~ό: λεξιλόγιο.|| (ΑΝΑΤ.) ~ό: όργανο (: για την υποδοχή ερεθίσματος και τη μεταβίβασή του στο κεντρικό νευρικό σύστημα). [< αρχ. δεκτικός, γαλλ. réceptif] | |
| 17579 | δεκτικός | , ή, ό [ἐπιδεκτικός] ε-πι-δε-κτι-κός επίθ. {+ γεν./σε} (λόγ.): που επιδέχεται, που μπορεί να δεχτεί κάτι: κείμενο ~ό σε διαφορετικές αναγνώσεις. Κράματα (μη) ~ά θερμικής κατεργασίας. Προβλήματα που δεν είναι ~ά εύκολων λύσεων.|| (για πρόσ.) Άνθρωποι ~οί σε πιέσεις και εκβιασμούς. Δεν είναι ~ μαθήσεως. Μετάδοση του μικροοργανισμού στα ~ά άτομα (βλ. ευπαθείς ομάδες). Πβ. δεκτικός. ΑΝΤ. ανεπίδεκτος [< μτγν. ἐπιδεκτικός, γαλλ. susceptible de] | |
| 11894 | δεκτικότητα | δε-κτι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του δεκτικού: ~ απέναντι στο/προς το καινούργιο. ~ των πολιτών για/σε μεταρρυθμίσεις. Βλ. -ότητα. [< γαλλ. réceptivité] | |
| 11895 | δεκτός | , ή, ό δε-κτός επίθ. & (προφ.) δεχτός: που τον δέχεται κάποιος, που εγκρίνεται, που του επιτρέπεται η είσοδος, η πρόσβαση· αποδεκτός: (για πρόσ.) Έγινε ~ με ενθουσιασμό/επευφημίες/θερμές εκδηλώσεις/τιμές αρχηγού κράτους. Ο υπουργός θα γίνει ~ από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας (πβ. υποδέχομαι). Έγινε ~ για διδακτορικό/στο Πανεπιστήμιο.|| ~ή η προσφυγή/κάθε κριτική. ~ό το αίτημα/(νομο)σχέδιο/σχόλιο. ~ές επιταγές/πιστωτικές κάρτες. Δεν γίνεται ~ή η αίτηση/~ ο κωδικός (πρόσβασης). Δεν έκαναν ~ή την παραίτησή του. Πβ. παρα~. ● ΦΡ.: δεκτό(ν) (προφ.): ως απάντηση σε δήλωση, πρόταση, επιχείρημα που γίνεται αποδεκτό., πάσα/κάθε προσφορά δεκτή βλ. προσφορά [< μτγν. δεκτός] | |
| 11896 | δελεάζω | δε-λε-ά-ζω ρ. (μτβ.) {δελέα-σα, δελεάζ-ομαι, δελεά-στηκα (λόγ.) -σθηκα, -σμένος, δελεάζ-οντας} (λόγ.): προσελκύω, πείθω κάποιον, προσφέροντάς του κάτι θελκτικό: Η φυσική ομορφιά του νησιού ~ει τους επισκέπτες. ~ουν τους πελάτες με χαμηλές τιμές. ~στηκε από την αμοιβή/την προοπτική (της επιτυχίας)/την πρότασή τους. Πβ. παρασύρω, πλανεύω.|| Με ~ει η ιδέα να ...|| ~ει τους άντρες με τα θέλγητρά της. Πβ. γοητεύω, ξελογιάζω, ξεμυαλίζω, σαγηνεύω. [< αρχ. δελεάζω] | |
| 11897 | δέλεαρ | δέ-λε-αρ ουσ. (ουδ.) {χωρ. άλλους τ.} (λόγ.): μέσο προσέλκυσης, συνήθ. απατηλό: ακαταμάχητο/ισχυρό ~. ~ για επενδύσεις. Το ~ της εξουσίας/του κέρδους/χρήματος. Πρόταση-~ (= δελεαστική). Η χαμηλή τιμή αποτελεί/λειτουργεί ως ~ αγοράς. Πβ. πειρασμός, πρόκληση. [< αρχ. δέλεαρ ‘δόλωμα, θέλγητρο’] | |
| 11898 | δελεασμός | δε-λε-α-σμός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): προσέλκυση με θελκτικά ή παραπλανητικά μέσα: ~ του καταναλωτή. Προσπάθεια ~ού και αποπροσανατολισμού των ψηφοφόρων. Πβ. ξελόγιασμα, σαγήνευση. Βλ. επηρεασμός. [< μτγν. δελεασμός ‘πιάσιμο με δόλωμα, εξαπάτηση’] | |
| 11899 | δελεαστικός | , ή, ό δε-λε-α-στι-κός επίθ. (λόγ.): που δελεάζει: ~ή: διαφήμιση/προσφορά/τιμή. ~ό: κίνητρο. ~ές: εκπτώσεις. Ενδιαφέρουσα και άκρως ~ή πρόταση. Πβ. ελκυστ-, θελκτ-, σαγηνευτ-, συναρπαστ-ικός. ● επίρρ.: δελεαστικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< μτγν. δελεαστικός] | |
| 11900 | δέλτα | δέλ-τα ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. το τέταρτο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου: κεφαλαίο/μικρό/πεζό ~. Πβ. δ. 2. ΓΕΩΜΟΡΦ. (κ. με κεφαλ. το Δ) έκταση (υγρότοπος) που σχηματίζεται από τη συσσώρευση ιζημάτων στις εκβολές ποταμού και έχει συνήθ. τριγωνικό σχήμα: το ~ του Έβρου/του Νείλου. Το οικοσύστημα του ~. Πβ. εκβολή. [< 1: αρχ. δέλτα 2: αγγλ.-γαλλ. delta] | |
| 11901 | δελτάριο | δελ-τά-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {δελταρί-ου} (παλαιότ.): μικρή επιστολή γραμμένη σε λεπτό χαρτόνι, που συνήθ. ταχυδρομείται χωρίς φάκελο. Βλ. κάρτα, καρτ ποστάλ. [< μτγν. δελτάριον, γαλλ. carte-lettre] | |
| 11902 | δελτίο | δελ-τί-ο ουσ. (ουδ.) 1. μικρό έντυπο, συνήθ. καρτέλα, με καταγεγραμμένα στοιχεία: βιβλιογραφικό/ηλεκτρονικό/μηχανογραφικό/στατιστικό ~. Ετήσιο/μηνιαίο/συγκεντρωτικό ~. ~ απογραφής/αποστολής/ατομικών στοιχείων/παραγγελίας/παραλαβής/προόδου/συμμετοχής. ~ ΠΡΟ-ΠΟ. ~α κοινωνικού τουρισμού. Ατομικό ~ υγείας.|| (συνοπτική έκθεση Αρχής:) Ιατρικό ~. Έκδοση ~ου τεχνικού ελέγχου οχημάτων (βλ. ΚΤΕΟ). 2. (με κεφαλ. Δ) τίτλος άρθρων εφημερίδας και γενικότ. περιοδική έκδοση με μελέτες ειδικού περιεχομένου: εμπορικό/ενημερωτικό/οικονομικό ~. Το ~ του συλλόγου. ● ΣΥΜΠΛ.: δελτίο ειδήσεων: τηλεοπτική ή ραδιοφωνική παρουσίαση των πρόσφατων σημαντικών γεγονότων: αναλυτικό/απογευματινό/βραδινό/έκτακτο/κεντρικό/μεσημβρινό/πρωινό/σύντομο/τοπικό ~ ~.|| (προφ.) Το δελτίο των οχτώ. ΣΥΝ. ειδήσεις [< αγγλ. news bulletin, 1915] , δελτίο καιρού/μετεωρολογικό δελτίο: πρόγνωση της Μετεωρολογικής Υπηρεσίας: ~ ~ για τους αγρότες. [< γαλλ. bulletin météorologique] , δελτίο παροχής υπηρεσιών: ΟΙΚΟΝ. μπλοκ με σφραγισμένα στελέχη που εκδίδεται από ελεύθερους επαγγελματίες ή επιχειρήσεις για παροχή υπηρεσιών: Αμείβομαι/εργάζομαι με ~ ~. Κόβω ~ ~. Πβ. μπλοκάκι., δελτίο ταυτότητας: επίσημο έντυπο με το οποίο πιστοποιούνται τα στοιχεία του κατόχου του: αστυνομικό (= αστυνομική ταυτότητα)/υπηρεσιακό ~ ~. Βλ. ΑΔΤ. [< γαλλ. carte d'identité] , δελτίο τιμών: ΟΙΚΟΝ. έγγραφο που εκδίδεται από αρμόδια δημόσια υπηρεσία και περιέχει τις ενδεικτικές ή υποχρεωτικές τιμές για ορισμένες κατηγορίες προϊόντων: ημερήσιο ~ ~. ~ ~ συναλλάγματος/φαρμάκων., δελτίο Τύπου: σύντομο κείμενο, που εκδίδει και διανέμει στον Τύπο επίσημος φορέας ή συλλογικό όργανο, με το οποίο γνωστοποιείται ένα γεγονός και δίνονται οι απαραίτητες πληροφορίες για αυτό. Πβ. ανακοίνωση Τύπου. [< αγγλ. press release, 1958] , τεχνικό δελτίο (έργου): το οποίο υποβάλλεται προς έγκριση, παρέχοντας στοιχεία για τον τεχνικό προσδιορισμό ενός έργου (είδος, σκοπιμότητα, χρονοδιάγραμμα, κόστος, εμπλεκόμενοι φορείς)., δελτίο θυέλλης βλ. θύελλα ● ΦΡ.: με το δελτίο: σε πολύ μικρή ποσότητα, με οικονομία: ~ ~ τα καύσιμα/το νερό. Τα τρόφιμα μοιράζονταν ~ ~. [< αρχ. δελτίον, γαλλ. billet, bulletin, carnet] | |
| 11903 | δελτιοθήκη | δελ-τι-ο-θή-κη ουσ. (θηλ.): (παλαιότ.) θήκη, κουτί ή έπιπλο για ταξινόμηση δελτίων. Βλ. -θήκη. | |
| 11904 | δελτοειδής | , ής, ές δελ-το-ει-δής επίθ. (σπάν.-επιστ.): που έχει τριγωνικό σχήμα: (ΜΑΘ.) ~ής: καμπύλη. Βλ. -ειδής. Κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: δελτοειδής (μυς): ΑΝΑΤ. τριγωνικός μυς που περιβάλλει την άρθρωση του ώμου και ανυψώνει τον βραχίονα μέχρι την οριζόντια θέση. Βλ. τραπεζοειδής. [< μτγν. δελτοειδής, γαλλ. deltoïde, αγγλ. deltoid] | |
| 11905 | δέλτος | δέλ-τος ουσ. (θηλ.): ΑΡΧΑΙΟΛ. πίνακας γραψίματος, τριγωνικού συνήθ. σχήματος, με κέρινη επίστρωση, τον οποίο χάρασσαν με γραφίδα: ιερές/πήλινες ~οι. ~οι σε γραμμική γραφή Α και Β. Πβ. πινακίδα. Βλ. κώδικας, πάπυρος, περγαμηνή. ● ΦΡ.: στις δέλτους της ιστορίας (μτφ.-απαιτ. λεξιλόγ.): διατήρηση γεγονότος ή προσώπου στην ιστορική μνήμη: Το όνομά του γράφτηκε/έμεινε στις (χρυσές) ~ ~. [< αρχ. δέλτος] | |
| 11906 | δελφικός | , ή, ό δελ-φι-κός επίθ.: ΑΡΧ. που αναφέρεται στους Δελφούς, τόπο λατρείας του θεού Απόλλωνα, ή που σχετίζεται με τη λατρεία αυτή: ~ή: αμφικτιονία.|| ~ός: χρησμός.|| ~ές: γιορτές. [< αρχ. δελφικός] | |
| 11907 | δελφινάριο | δελ-φι-νά-ρι-ο ουσ. (ουδ.): μεγάλο ενυδρείο όπου διατηρούνται δελφίνια, τα οποία συνήθ. εκπαιδεύονται για δημόσιες επιδείξεις· κατ' επέκτ. ο αντίστοιχος χώρος. Βλ. ακουάριουμ, ζωολογικός κήπος, τσίρκο. [< πβ. μτγν. δελφινάριον 'μικρό δελφίνι', γερμ. Delphinarium, αγγλ. dolphinarium, 1969, γαλλ. delphinarium, 1985] | |
| 11908 | δελφίνι | δελ-φί-νι ουσ. (ουδ.) {δελφιν-ιού | -ιών}: ΖΩΟΛ. μεγαλόσωμο θαλάσσιο θηλαστικό (οικογ. Delphinidae), που έχει μυτερό ρύγχος, τρέφεται με ψάρια, αναπνέει με πνεύμονες, κολυμπά γρήγορα, διαθέτει υψηλή ευφυΐα και είναι φιλικό προς τον άνθρωπο: κοινό ~ (επιστ. ονομασ. Delphinus delphis). Βλ. κήτος, ρινοδέλφινο, φάλαινα.|| Κολυμπάει σαν ~ (: είναι δεινός κολυμβητής). || (συνεκδ.) κάθε είδους διακοσμητικό μοτίβο με τη σχετική απεικόνιση. ● Υποκ.: δελφινάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: (ιπτάμενο) δελφίνι: ταχύπλοο επιβατηγό σκάφος, του οποίου το κύριο μέρος ανασηκώνεται από την επιφάνεια του νερού με τη βοήθεια πτερύγων, αναπτύσσοντας μεγάλη ταχύτητα. Βλ. καταμαράν. ΣΥΝ. υδροπτέρυγο [< αγγλ. flying dolphin] [< μτγν. δελφίν (ὁ)] | |
| 11909 | δελφίνιο | δελ-φί-νι-ο ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. ποώδες καλλωπιστικό φυτό (γένος Delphinium) με χρωματιστά, χωνοειδή άνθη σε όρθιες, μεγάλες ταξιανθίες. Βλ. καπουτσίνος. [< μτγν. δελφίνιον, αγγλ.-γαλλ. delphinium] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ