Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [1260-1280]

IDΛήμμαΕρμηνεία
272αγελαδοτρόφος[ἀγελαδοτρόφος] α-γε-λα-δο-τρό-φος ουσ. (αρσ.) (λόγ.): πρόσωπο που ασχολείται επαγγελματικά με την αγελαδοτροφία. Βλ. -τρόφος.
273αγελαίος, α, ο [ἀγελαῖος] α-γε-λαί-ος επίθ. (λόγ.) 1. (για ζώα) που ανήκουν, ζουν σε αγέλη. Πβ. κοπαδιαστός. 2. (μτφ.) που έχει χαρακτηριστικά ή συμπεριφορά αγέλης: ~ο: πλήθος. ~οι: οπαδοί. ~α: ένστικτα. [< αρχ. ἀγελαῖος]
274αγέλαστος, η/ος, ο [ἀγέλαστος] α-γέ-λα-στος επίθ.: που δεν γελά, που είναι σκυθρωπός: ~ος: άνθρωπος. ~ο: πρόσωπο. ~α: χείλη. Εσωστρεφής κι ~ απέφευγε κάθε συναναστροφή.|| (ΑΡΧΑΙΟΛ.) ~ος: κόρη. ~η: μορφή.|| (μτφ.-λογοτ.) ~η: άνοιξη/γη.|| (ΜΥΘ.) ~ος: πέτρα (: το φρέαρ όπου κάθισε η θεά Δήμητρα συντετριμμένη από την αρπαγή της κόρης της Περσεφόνης). ΑΝΤ. γελαστός ● επίρρ.: αγέλαστα ● ΦΡ.: αγαλματάκια/στρατιωτάκια ακούνητα, αμίλητα, αγέλαστα βλ. ακούνητος [< αρχ. ἀγέλαστος]
275αγέλη[ἀγέλη] α-γέ-λη ουσ. (θηλ.) 1. κατοικίδια ή άγρια ζώα του ίδιου είδους που ζουν και μετακινούνται ως ομάδα: ~ λύκων. ~ες από βουβάλια. Τα ελάφια ζουν σε/σχηματίζουν ~ες. Βρουκέλλωση ~ών. ΣΥΝ. κοπάδι (1) 2. (μτφ.-μειωτ.) πλήθος ατόμων που ενεργεί χωρίς οργάνωση, κρίση και βούληση: φανατισμένη ~. ~ οπαδών. Νοοτροπία/σύνδρομο ~ης. Πβ. μπουλούκι, όχλος. || Ανοσία ~ης. 3. (με κεφαλ. Α) τμήμα μικρών σε ηλικία προσκόπων: ~ λυκόπουλων. [< 1: αρχ. ἀγέλη 2: γαλλ. troupeau]
276αγεληδόν[ἀγεληδόν] α-γε-λη-δόν επίρρ. (λόγ.-συνήθ. ειρων.): σαν αγέλη, ομαδικά, μαζικά· κατ' επέκτ. χωρίς κρίση και βούληση: Ζουν/μαζεύονται/μεταφέρονται/πηγαίνουν ~. Οι απεργοί εισέβαλαν ~ στο κτίριο, για να το καταλάβουν.|| Ψηφίζουν ~. ~ και ομοθυμαδόν. Βλ. -ηδόν. [< αρχ. ἀγεληδόν]
277αγελοποίηση[ἀγελοποίηση] α-γε-λο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) άτακτη ομαδοποίηση ατόμων χωρίς προσωπική γνώμη και βούληση: ~ της κοινωνίας/του λαού/της νεολαίας. Βλ. -ποίηση. ΣΥΝ. κοπαδοποίηση 2. (σπάν.) πλήθος ομοειδών ζώων, τα οποία ζουν μαζί.
278αγένεια[ἀγένεια] α-γέ-νει-α ουσ. (θηλ.): έλλειψη ευγένειας, διακριτικότητας και (συνεκδ. στον πληθ.) αναιδή λόγια και ανάλογες πράξεις: κοινωνική/προκλητική ~. Αντιμετωπίζω (κάποιον)/εκφράζομαι/συμπεριφέρομαι με ~. Είναι (μεγάλη) ~ (εκ μέρους κάποιου) να ... Μου έκανε/προξένησε κατάπληξη η ~ά του. Μίλησε με απρέπεια, φτάνοντας στα όρια της ~ας. Πβ. γαϊδουριά, χοντράδα. [< αρχ. ἀγένεια ’ταπεινή καταγωγή’, ἀγέννεια ‘έλλειψη ευγένειας, ποταπότητα’, γαλλ. bassesse]
279αγένειος, ο [ἀγένειος] α-γέ-νει-ος επίθ. {χωρ. θηλ.} & (σπάν.) άγενος (επίσ.): που δεν έχει καθόλου ή δεν έβγαλε ακόμα γένια: ~ και αμούστακος. Βλ. σπανός. ΑΝΤ. γενειοφόρος [< αρχ. ἀγένειος]
280αγενεσία[ἀγενεσία] α-γε-νε-σί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. ατελής ανάπτυξη ή απουσία ιστού, οργάνου ή μέλους του σώματος: μερική/ολική/συγγενής ~. Πβ. απλασία. Βλ. δυσπλασία. [< αγγλ. agenesia, γαλλ. agénésie]
281αγενής, ής, ές [ἀγενής] α-γε-νής επίθ. {αγενέστ-ερος, -ατος}: που χαρακτηρίζεται από έλλειψη ευγένειας και γενικότ. καλών τρόπων: ~ής: άνθρωπος (= άξεστος, απολίτιστος). ~ής: απάντηση/ερώτηση/συμπεριφορά. ~ές: σχόλιο/ύφος. ~είς: εκφράσεις. Είναι ~ές να ... Μην είσαι τόσο ~ με τους άλλους. Ο υπάλληλος ήταν ~ατος μαζί μου. Βλ. -γενής. ΣΥΝ. ανάγωγος1 ΑΝΤ. ευγενικός (1) ● επίρρ.: αγενώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: αγενής/μονογονική αναπαραγωγή βλ. αναπαραγωγή, βασικά/αγενή μέταλλα βλ. μέταλλο [< αρχ. ἀγενής 'με ταπεινή καταγωγή', γαλλ. impoli]
282αγεννησία[ἀγεννησία] α-γεν-νη-σί-α ουσ. (θηλ.): ΘΕΟΛ. η αυθυπαρξία του Θεού, η αιώνια προΰπαρξή του: η ~ του Πατρός. [< μτγν. ἀγεννησία]
283αγέννητος, η, ο [ἀγέννητος] α-γέν-νη-τος επίθ. 1. που δεν έχει ακόμα γεννηθεί ή δημιουργηθεί ή (σπάν. για ζώο) που δεν έχει γεννήσει: ~η: αγάπη. ~ο: έργο. ~ο: παιδί. ~ες: ζωές/λέξεις. Εκείνη την εποχή εσύ ήσουν ~. 2. ΦΙΛΟΣ. αυθύπαρκτος, προαιώνιος: ~η: ύλη/ψυχή (: που προϋπάρχει). ~ο: ον. Ο ~ κόσμος των ιδεών. Βλ. αδημιούργητος.|| (ΘΕΟΛ.) Ο Πατέρας είναι ~. [< αρχ. ἀγέννητος]
284αγέρας[ἀγέρας] α-γέ-ρας ουσ. (αρσ.) {αγέρ-ηδες} (λογοτ.): αέρας, άνεμος: Ο ~ δυνάμωσε/λυσσομανά. Ένιωθε να τον χτυπούν όλοι οι ~ηδες. ● Υποκ.: αγεράκι (το): Βλ. αεράκι. [< μεσν. αγέρας]
285αγέραστος, η, ο [ἀγέραστος] α-γέ-ρα-στος επίθ.: που δεν γερνά, που παραμένει ακμαίος, αναλλοίωτος στον χρόνο: ~ος: άνθρωπος. ~η: ομορφιά/φωνή. ~ο: πρόσωπο. ~ και αειθαλής.|| (μτφ.) ~η: δόξα/μνήμη/τέχνη. ~ο: έργο (= αθάνατο, αιώνιο). ~α: βουνά. ΑΝΤ. γερασμένος (1)
286αγέρι[ἀγέρι] α-γέ-ρι ουσ. (ουδ.) & αέρι (λογοτ.): απαλός, ήπιος άνεμος: δροσερό/θαλασσινό ~. Τ' ~ της αυγής. Η ανάσα/το χάδι του ~ιού. Τ' ~ φυσά γλυκά. ΣΥΝ. αεράκι, αύρα (1) [< μεσν. αέριν]
287αγερικόβλ. αερικό
288αγερμός[ἀγερμός] α-γερ-μός ουσ. (αρσ.): ΛΑΟΓΡ. εθιμική εορταστική εκδήλωση κατά την οποία ομάδα ατόμων επισκέπτεται σπίτια συγχωριανών, για να τους ευχηθεί, με κατάλληλα άσματα, υγεία και ευτυχία και (συνεκδ. στον πληθ.) τα ίδια τα άσματα: Οι μεταμφιεσμένοι στις Απόκριες κάνουν ~ούς.|| Παιδικοί/πρωτοχρονιάτικοι ~οί (βλ. κάλαντα). [< αρχ. ἀγερμός ‘συγκέντρωση χρημάτων (για τους Θεούς)’]
289αγέρωχος, η, ο [ἀγέρωχος] α-γέ-ρω-χος επίθ. 1. υπερήφανος, επιβλητικός, μεγαλόπρεπος: ~η: κορμοστασιά/στάση. ~ο: βλέμμα/παράστημα/περπάτημα/ύφος. Βαδίζει/προχωρά/στέκεται ~.|| (μτφ.) ~ος: πλάτανος/φάρος. ~ο: βουνό/κάστρο. Ο ναός δεσπόζει/ορθώνεται μεγαλοπρεπής και ~. 2. (σπανιότ., καταχρ.) αλαζονικός, ακατάδεκτος: ~η: συμπεριφορά. Υπεροπτικός και ~ φοβέριζε όλο τον κόσμο. ● επίρρ.: αγέρωχα [< αρχ. ἀγέρωχος]
290αγευσία[ἀγευσία] α-γευ-σί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. μείωση ή απώλεια της γεύσης. [< αγγλ. ageus(t)ia]
291άγευστος, η, ο [ἄγευστος] ά-γευ-στος επίθ. 1. (κυρ. για φαγητά, τρόφιμα, ποτά) που δεν έχει (ωραία) γεύση: ~η: σούπα (ΣΥΝ. άνοστη, ΑΝΤ. νόστιμη).|| (ΧΗΜ.) Το υδρογόνο είναι ~ο αέριο. ΑΝΤ. γευστικός (1), εύγευστος 2. (μτφ.) που δεν έχει ενδιαφέρον, ανιαρός: ~ος: άνθρωπος. ~η: εκπομπή. ~ο: αστείο. Η ερμηνεία της ήταν ~η, χωρίς νεύρο. 3. (+ γεν.) (μτφ., για πρόσ.) που δεν έχει εμπειρία ή γνώση κάποιου πράγματος: ~ παιδείας. Βλ. άπειρος. ● επίρρ.: άγευστα (μτφ.): ανιαρά, πληκτικά. ● ΦΡ.: άχρωμος, άοσμος και άγευστος βλ. άχρωμος [< 1: αρχ. ἄγευστος]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.