Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [12780-12800]

IDΛήμμαΕρμηνεία
11911δελφινομαχίαδελ-φι-νο-μα-χί-α ουσ. (θηλ.) (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): αναμέτρηση ανάμεσα σε επίδοξους διεκδικητές της αρχηγίας ενός κόμματος. Βλ. -μαχία.
11912δελφίνος[δελφῖνος] δελ-φί-νος ουσ. (αρσ.) (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): επίδοξος διάδοχος, κυρ. στην αρχηγία ενός κόμματος: ~οι της εξουσίας. [< γαλλ. dauphin, 1953]
11913δέμαδέ-μα ουσ. (ουδ.): πακέτο που προορίζεται συνήθ. για ταχυδρομική αποστολή: συστημένο ~. Δελτίο-ειδοποιητήριο για ~. Διανομή/παράδοση ~άτων. ● Υποκ.: δεματάκι (το) [< μτγν. δέμα ‘δεσμός’]
11914δέμαςδέ-μας ουσ. (ουδ.) (αρχαιοπρ.): κυρ. στη ● ΦΡ.: μικρός το δέμας: μικρόσωμος. [< αρχ. δέμας ‘σώμα, ανάστημα’]
11915δεμάτιδε-μά-τι ουσ. (ουδ.) {δεματ-ιού}: δέσμη, συνήθ. μεγάλων διαστάσεων, κυρ. από κλαδιά, χόρτα, στάχυα ή άχυρα: Κουβαλούσε στην πλάτη ένα ~ ξερόκλαδα. Πβ. θημωνιά. Βλ. αρμαθιά, μάτσο, πάκο. [< μεσν. δεμάτιν]
11916δεματικόδε-μα-τι-κό ουσ. (ουδ.): υλικό που χρησιμοποιείται για να δεθεί κάτι: (πλαστικά) ~ά καλωδίων. [< μτγν. δεματικό]
11917δεμάτιοδε-μά-τι-ο ουσ. (ουδ.) {δεματ-ίου}: ΑΝΑΤ. δέσμη νευρικών ή μυϊκών ινών. [< μτγν. δεμάτιον 'μικρή δέσμη', αγγλ. fasciculus]
11918δεματοποίησηδε-μα-το-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): συσκευασία υλικών σε δέματα για διευκόλυνση του χειρισμού ή της αποθήκευσής τους: ~ ανακυκλώσιμων πρώτων υλών. Πρέσες συμπίεσης και ~ης. Πβ. πακετοποίηση. Βλ. παλετοποίηση.
11919δεματοποιητήςδε-μα-το-ποι-η-τής ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. μηχανική μονάδα συμπίεσης απορριμμάτων: Εγκατάσταση ~ή σε βιολογικό σταθμό/δίπλα σε χωματερή. Βλ. πρέσα.
11920δενμόρ. (αρν.) {κ. δε, όταν η επόμενη λέξη αρχίζει με εξακολουθητικό σύμφωνο} 1. για δήλωση άρνησης: ~ είμαι καλά. ~ έχω αντίρρηση. ~ πήγα στη δουλειά. Μήπως ~ διάβασα καλά; (εμφατ.) ~ θέλω ούτε να τον βλέπω. 2. για προτροπή, παρακίνηση, παρότρυνση: ~ ανοίγεις το παράθυρο (: άνοιξέ το); -Να 'ρθω κι εγώ; -Και ~ έρχεσαι (: έλα); ~ μου λες (: πες μου), ...; 3. για περιπτώσεις όπου ζητείται επιβεβαίωση, επαλήθευση: Δίκιο ~ έχω; 4. σε σχήμα λιτότητας: Ποσοστό που ~ είναι αμελητέο (: είναι σημαντικό). ~ είναι κακό να λέμε τη γνώμη μας (: είναι καλό). 5. (εμφατ.) για να δηλωθεί ότι ελέχθη ή συνέβη κάτι: ~ σου έχω πει να προσέχεις (: σου έχω πει …); ~ με είδες χθες, το ξέχασες; 6. (με επανάληψη του ρήματος) μόλις και μετά βίας· περίπου, σχεδόν, πάνω κάτω, κατά προσέγγιση: Μικρό γήπεδο, που χωράει ~ χωράει χίλια άτομα. Ήταν (και) ~ ήταν τριάντα χρονών. ● ΦΡ.: και τι δε(ν) … (εμφατ.): για να δηλωθεί έντονη επιθυμία ή μεγάλη ποσότητα: ~ ~ θα 'δινα για έναν καφέ τώρα (: θα ήθελα πολύ ...)! ~ ~ έχει μέσα αυτή η πίτα (: περιέχει πολλά υλικά)! ~ ~ έχουν δει τα μάτια μου (: πάρα πολλά)! , αμ δε βλ. αμ, δε(ν) θα ξεχάσω ποτέ βλ. ξεχνώ, δε(ν) λέγεται βλ. λέω, δε(ν) λέω βλ. λέω, δεν είναι έτσι βλ. έτσι, δεν είναι και λίγο/μικρό πράγμα βλ. πράγμα, δεν υπάρχει άλλος/δεύτερος σαν (και/κι) αυτόν βλ. υπάρχω, δεν υπάρχει κανείς που να μη(ν) ... βλ. υπάρχω, ό,τι έχω και δεν έχω βλ. ό,τι [< μεσν. δεν]
11921δενδρικός, ή, ό δεν-δρι-κός επίθ. (επιστ.) 1. που έχει μορφή ή σχήμα δέντρου: ~ή: απεικόνιση/ιεραρχία. Πβ. δενδροειδής.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ή: δομή/μορφή. Βλ. δενδροδιάγραμμα. 2. (σπάν.) που ζει σε δέντρα: ~ά: ζώα. Πβ. δενδρόβιος. ● επίρρ.: δενδρικά [< μτγν. δενδρικός, αγγλ. tree]
11922δενδρίτηςδεν-δρί-της ουσ. (αρσ.) 1. ΑΝΑΤ. {συνήθ. στον πληθ.} καθεμιά από τις διακλαδισμένες αποφύσεις του νευρώνα, οι οποίες υποδέχονται τις νευρικές διεγέρσεις που στέλνονται σε αυτόν. Βλ. νευράξονας, σύναψη. 2. ΓΕΩΛ. κρύσταλλος ορυκτού μέσα σε άλλο ορυκτό με μορφή διακλαδώσεων· ειδικότ. ημιπολύτιμος λίθος, ποικιλία του αχάτη. Βλ. -ίτης2. [< αρχ. δενδρίτης 'που αναφέρεται σε δέντρο', γαλλ.-αγγλ. dendrite, γερμ. Dendrit]
11923δενδριτικός, ή, ό δεν-δρι-τι-κός επίθ. (επιστ.) 1. που έχει τη μορφή δενδρίτη: (ΒΙΟΛ.) ~ά: κύτταρα. 2. ΓΕΩΜΟΡΦ. που αναφέρεται σε πυκνό ποτάμιο δίκτυο με πολλές διακλαδώσεις. [< γαλλ. dendritique, αγγλ. dendritic, γερμ. dendritisch]
11924δενδροβάτραχοςδεν-δρο-βά-τρα-χος ουσ. (αρσ.) & δεντροβάτραχος: ΖΩΟΛ. μικρός πράσινος βάτραχος (επιστ. ονομασ. Hyla arborea) που περνά μεγάλο μέρος της ζωής του πάνω σε φυτά και έχει μικρές βεντούζες στις άκρες των δαχτύλων του. [< αγγλ. tree frog]
11925δενδρόβιος, α, ο δεν-δρό-βι-ος επίθ. (επιστ.): (για ζώο) που ζει πάνω σε δέντρα: ~ος: πίθηκος (βλ. ουρακοτάγκος). ~α: σαύρα. ~ο: φίδι (βλ. βόας). ~α, υδρόβια και εδαφόβια πτηνά. Πβ. δενδρικός. Βλ. -βιος, κοάλα. [< γαλλ. arboricole]
11926δενδρογαλιάβλ. δεντρογαλιά
11927δενδρόγραμμαδεν-δρό-γραμ-μα ουσ. (ουδ.): ΒΙΟΛ. διακλαδισμένο διάγραμμα ιεραρχικής ταξινόμησης, που βασίζεται στον βαθμό ομοιότητας ή στον αριθμό των κοινών χαρακτηριστικών. Πβ. δενδροδιάγραμμα. Βλ. γενεαλογικό δέντρο. [< αγγλ. dendrogram, περ. 1953]
11928δενδροδιάγραμμαδεν-δρο-δι-ά-γραμ-μα ουσ. (ουδ.) & δεντροδιάγραμμα & (σπάν.) δέντρο-διάγραμμα (επιστ.): ιεραρχική αναπαράσταση δομής, η οποία αποτελείται από διακλαδιζόμενους κόμβους που ξεκινούν από έναν κύριο κόμβο-ρίζα. Βλ. γράφος. [< αγγλ. tree diagram, 1965]
11929δενδροειδής, ής, ές δεν-δρο-ει-δής επίθ. (επιστ.): που μοιάζει με δέντρο ως προς το σχήμα: ~ής: απεικόνιση/διάταξη/δομή/μορφή. ~ές: διάγραμμα (= δενδροδιάγραμμα). Πβ. δενδρικός. Βλ. -ειδής. [< μτγν. δενδροειδής]
11930δενδροκαλλιέργειαδεν-δρο-καλ-λι-έρ-γει-α ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.} & δεντροκαλλιέργεια: ΓΕΩΡΓ. συστηματική καλλιέργεια δέντρων, κυρ. οπωροφόρων· (συνεκδ. στον πληθ.) τα ίδια τα δέντρα ή οι εκτάσεις στις οποίες καλλιεργούνται. Πβ. δενδρο-κομία, -φυτεία. Βλ. -καλλιέργεια. [< γαλλ. arboriculture]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.