Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [12800-12820]

IDΛήμμαΕρμηνεία
11931δενδροκαλλιεργητήςδεν-δρο-καλ-λι-ερ-γη-τής ουσ. (αρσ.) & δεντροκαλλιεργητής (επίσ.): πρόσωπο που ασχολείται με τη δενδροκαλλιέργεια. Πβ. δενδροκόμος. Βλ. γεωργός. [< γαλλ. arboriculteur]
11932δενδροκομίαδεν-δρο-κο-μί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. το αρχικό Δ): ΓΕΩΠ. κλάδος που έχει ως αντικείμενό του την καλλιέργεια των καρποφόρων και καλλωπιστικών δέντρων και θάμνων· κατ' επέκτ. δενδροκαλλιέργεια: βιολογική ~. Φυτολογία-~.|| Εύφορο έδαφος που ευνοεί τη ~. Βλ. αμπελουργία, ανθο-, δασο-κομία, φυτοτεχνία. [< μεσν. δενδροκομία, γαλλ. arboriculture]
11933δενδροκομικός, ή, ό δεν-δρο-κο-μι-κός επίθ.: ΓΕΩΠ. που αναφέρεται στη δενδροκομία: ~ός: σταθμός. ~ά: προϊόντα. Βλ. ανθο-, δασο-κομικός, δασοπονικός. [< μτγν. δενδροκομικός, γαλλ. arboricole]
11934δενδροκόμοςδεν-δρο-κό-μος ουσ. (αρσ.) (λόγ.): πρόσωπο που ασχολείται με τη δενδροκομία. Βλ. αμπελουργός, -κόμος. [< μτγν. δενδροκόμος, γαλλ. arboriculteur]
11935δενδρολίβανοδεν-δρο-λί-βα-νο ουσ. (ουδ.) & δεντρολίβανο: ΒΟΤ. αειθαλής αρωματικός θάμνος της Μεσογείου (επιστ. ονομασ. Rosmarinus officinalis) με μοβ άνθη και βελονοειδή φύλλα, τα οποία χρησιμοποιούνται στη μαγειρική, τη ζαχαροπλαστική, την αρωματοποιία και τη φαρμακευτική: κοτόπουλο με ~. ΣΥΝ. δυοσμαρίνι [< μτγν. δενδρολίβανον]
11936δενδροστοιχίαδεν-δρο-στοι-χί-α ουσ. (θηλ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} & (προφ.) δεντροστοιχία: σειρά φυτεμένων δέντρων, συνήθ. κατά μήκος ενός δρόμου: ~ες από ευκαλύπτους. ΣΥΝ. αλέα
11937δενδροφυτείαδεν-δρο-φυ-τεί-α ουσ. (θηλ.) & (προφ.) δεντροφυτεία: περιοχή φυτεμένη με δέντρα. Πβ. δενδροκαλλιέργεια. Βλ. -φυτεία.
11938δενδροφύτευσηδεν-δρο-φύ-τευ-ση ουσ. (θηλ.) & (προφ.) δεντροφύτευση: η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του δενδροφυτεύω: συμβολική ~. Πρόγραμμα ~ης. ~εύσεις σε οδικούς άξονες/πάρκα/πυρόπληκτες περιοχές. Συμμετοχή σχολείων σε ~. Βλ. αναδάσωση.
11939δενδροφυτεύωδεν-δρο-φυ-τεύ-ω ρ. (μτβ.) {δενδροφύτευ-σε, δενδροφυτεύ-σει, -τηκε (λόγ.) -θηκε, -τεί (λόγ.) -θεί, -μένος (συνηθέστ.) δενδροφυτε-μένος} & (προφ.) δεντροφυτεύω: φυτεύω δέντρα σε μεγάλη συνήθ. έκταση, για οικολογικούς κυρ. λόγους: Ο δήμος απαλλοτρίωσε και ~σε την περιοχή. ~μένος: δρόμος. Κτήμα ~μένο με ελιές. Βλ. αναδασώνω.
11940δενδρόφυτος, η, ο δεν-δρό-φυ-τος επίθ. (λόγ.) & (προφ.) δεντρόφυτος: που καλύπτεται από δέντρα: ~η: έκταση/περιοχή (= δενδροφυτεμένη). Πβ. δενδρώδης. Βλ. -φυτος. ΑΝΤ. άδενδρος & άδεντρος [< μτγν. δενδρόφυτος]
11941δενδρύλλιοδεν-δρύλ-λι-ο ουσ. (ουδ.) (λόγ.) : μικρό δέντρο: δασικά ~α. Βλ. -ύλλιο. [< μεσν. δενδρύλλιον]
11942δενδρώδης, ης, ες δεν-δρώ-δης επίθ. {δενδρώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} 1. (λόγ.) που αποτελείται από δέντρα: ποώδης, ~ και θαμνώδης βλάστηση. ~εις: καλλιέργειες. Πβ. δενδρόφυτος. 2. ΒΟΤ. που έχει τη μορφή δέντρου: ~ης: θάμνος. Πικροδάφνη/τριανταφυλλιά ~. Βλ. -ώδης. [< αρχ. δενδρώδης]
11943δεντρίδε-ντρί ουσ. (ουδ.) & δενδρί (λαϊκό-λογοτ.): δέντρο. [< μτγν. δενδρίον]
11944δέντροδέ-ντρο ουσ. (ουδ.) & (λόγ.) δένδρο 1. κάθε ξυλώδες, πολυετές φυτό με σταθερό κορμό, που σχηματίζει κλαδιά σε αρκετό ύψος από το έδαφος: αειθαλές/αιωνόβιο/κωνοφόρο/οπωροφόρο/τροπικό/φυλλοβόλο ~. Η κουφάλα/η σκιά/ο φλοιός/τα φύλλα ενός ~ου. Απολιθωμένα/καμένα ~α. Ασθένειες των ~ων. Καλλιεργώ/κλαδεύω/κόβω/ξεριζώνω/ποτίζω/φυτεύω ένα ~. Ανθίζει/μεγαλώνει ένα ~. ~ ελιάς. Θάμνοι και ~α. ~-μινιατούρα/νάνος (βλ. μπονσάι).|| (μτφ.) Το ~ της ειρήνης/ελευθερίας/(ΠΔ) ζωής (: που χαρίζει αθανασία). Βλ. ευκάλυπτος, καστανιά, κέδρος, μηλιά, οξιά, πεύκο, πορτοκαλιά, χαμόδεντρο. 2. δενδροδιάγραμμα. ● Υποκ.: δεντράκι (το): ΣΥΝ. δενδρύλλιο ● ΣΥΜΠΛ.: γενεαλογικό δέντρο: το σύνολο των προγόνων κάποιου ανθρώπου ή ζωικού είδους, καθώς και το διάγραμμα που τους εμφανίζει σε δενδρική δομή μέχρι κάποιο όριο στο παρελθόν: ~ ~ οικογένειας (= οικογενειακό δέντρο)/τριών γενεών/... χρόνων. Βλ. ρίζες.|| ~ ~ αιλουροειδών/θηλαστικών. ~ ~ καθαρόαιμου σκύλου (βλ. πεντιγκρί).|| (μτφ.) ~ ~ χειρογράφου. [< γαλλ. arbre généalogique] , το δέντρο της γνώσης (του καλού και του κακού) (ΠΔ): ΘΕΟΛ. το δέντρο με τον απαγορευμένο από τον Θεό καρπό, τον οποίο έφαγαν οι Πρωτόπλαστοι και εκδιώχθηκαν από τον Παράδεισο., χριστουγεννιάτικο δέντρο/δέντρο των Χριστουγέννων: έλατο με διακοσμητικά αντικείμενα ή/και φωτάκια που τοποθετείται σε ιδιωτικούς ή δημόσιους χώρους κατά την περίοδο των Χριστουγέννων: Στολίζω το ~ ~. [< γερμ. Weihnachtsbaum] , βρογχικό δέντρο βλ. βρογχικός, οικογενειακό δέντρο βλ. οικογενειακός ● ΦΡ.: βλέπει το δέντρο και χάνει το δάσος (μτφ.): για κάποιον που ασχολείται με τις λεπτομέρειες και όχι με την ουσία ενός θέματος. [< 1: μεσν. δέντρο(ν)]
11945δεντρογαλιάδε-ντρο-γα-λιά ουσ. (θηλ.) & δενδρογαλιά: ΖΩΟΛ. είδος ακίνδυνου φιδιού (επιστ. ονομασ. Coluber/Hierophis gemonensis) με καφέ χρώμα και σκουρόχρωμες κηλίδες στη ράχη, το οποίο αναρριχάται στα δέντρα. Βλ. ζαμενής.
11946δένωδέ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {έδε-σα, δέ-θηκα, δέν-οντας, δε-μένος} 1. τυλίγω κάτι, συνήθ. με νήμα, κυρ. για να ασφαλιστεί το περιεχόμενό του· κλείνω σφιχτά κάτι, χρησιμοποιώντας μέρη του: ~ το δέμα/κουτί/πακέτο. Δέστε τα κορδόνια. ~ (κάτι) με αλυσίδα (= αλυσο~)/ιμάντες/κλωστή/σπάγκο/σύρμα. ~ με κόμπο (βλ. περι~).|| ~ τις σακούλες σκουπιδιών. 2. αιχμαλωτίζω ή περιορίζω κάποιον, χρησιμοποιώντας δεσμά ή σχοινί ή ταινία: ~ (κάποιον) με χειροπέδες. Του ~σε τα μάτια/χέρια. Τον ~σαν από τα πόδια. ~μένος πισθάγκωνα. 3. ενώνω δύο άκρες, σχηματίζοντας κόμπο: ~ τη γραβάτα/το κασκόλ. ~ τα κορδόνια/παπούτσια. ~ φιόγκο. ~ει τα μαλλιά κοτσίδα. Κορδέλα ~μένη στο κεφάλι.|| Φοράμε το κράνος, πάντα ~μένο (ενν. με ασφαλισμένα τα λουράκια). Ζώνη που ~ει στη μέση. ΑΝΤ. λύνω (2) 4. περνώ τον κάβο γύρω από τη δέστρα, για να παραμείνει ένα πλεούμενο κοντά στην ξηρά: ~ τη βάρκα. Τα πλοία παραμένουν ~μένα (= αγκυροβολημένα) στο λιμάνι, λόγω θυελλωδών ανέμων. Πβ. προσ~. ΑΝΤ. αμολώ, λύνω.|| Το καράβι ~σε στο λιμάνι. Πβ. αράζω. 5. στερεώνω, προσαρμόζω κάτι (κάπου), συγκρατώ: ~ το αγκίστρι στην πετονιά. Διαμάντι ~μένο σε λευκόχρυσο.|| ~ τα µαλλιά µου με κοκαλάκι. Πβ. μαζεύω, πιάνω.|| Δεμένο (= ενεργοποιημένο) χειρόφρενο. 6. καλύπτω τραύμα με επίδεσμο: ~ την πληγή. 7. συναρμολογώ: ~ τη μηχανή. ΑΝΤ. αποσυναρμολογώ, λύνω (5) 8. κάνω βιβλιοδεσία: εργασία ~μένη (: με φύλλα ~μένα μεταξύ τους) με θερμοκόλληση. 9. (μτφ.) ενώνω, συνδέω (συνήθ. για ψυχικούς δεσμούς): ~ τη μοίρα μου με κάποιου άλλου. Τους ~ει αγάπη/φιλία. ~θηκα συναισθηματικά μαζί του. ~μένη: οικογένεια (: αγαπημένη).|| Παίκτες που ~σαν την άμυνα. ~μένη: ομάδα (: συγκροτημένη και αποτελεσματική). Ζητήματα/στοιχεία άρρηκτα ~μένα μεταξύ τους. 10. (μτφ.) δεσμεύω κάποιον με διάφορους τρόπους, ψυχικά ή νομικά· εξασφαλίζω: Σε ~ει (= διακατέχει) ο φόβος της μοναξιάς. Τον ~σαν με συμβόλαιο ενός έτους.|| Με τη νίκη ~σε την πρόκριση.δένει 1. (μτφ.) ταιριάζει, συνδυάζεται ή συνδυάζει: Το κόκκινο κρασί ~ άριστα με το κρέας (= πάει). Η αρχιτεκτονική του συγκροτήματος ~ αρμονικά με το φυσικό περιβάλλον. Μουσική που ~ απόλυτα με τους στίχους.|| Προσεγμένο ντεκόρ, που ~ το παλιό με το καινούργιο. || Το κατηγορητήρι δεν ~. 2. (στη μαγειρική ή ζαχαροπλαστική, για μίγμα υλικών ώστε να γίνει παχύρρευστο) πήζει: Ανακατεύουμε, μέχρι να ~σει η μπεσαμέλ/η σάλτσα/το σιρόπι. ΑΝΤ. κόβει. 3. (μτφ.) αποκτά συνοχή, συνεκτικότητα: Όσο πάει, ~ η σχέση τους. 4. (για καρπό) δημιουργείται, διαμορφώνεται: ~σαν τα πορτοκάλια. Βλ. καρπόδεση. ● ΦΡ.: δένω τα χέρια (κάποιου) (μτφ.): περιορίζω την ελευθερία κινήσεών του: Νομοθετικό καθεστώς που δεν αφήνει πολλά περιθώρια και μας ~ει ~.|| Με ~μένα ~ η κεφαλαιαγορά (: εγκλωβισμένη, εξαιτίας του πλαισίου λειτουργίας της). ΑΝΤ. λύνω τα χέρια (κάποιου), έχω κάποιον δεμένο (εμφατ.): τον δεσμεύω και τον ελέγχω: Με έχει ~ χειροπόδαρα! Πβ. του έβαλε/του έχει βάλει τα δύο πόδια σε ένα παπούτσι., τώρα δέσαμε! (μτφ.-ειρων.): ως αντίδραση σε κάτι αρνητικό που έρχεται να προστεθεί σε άλλα: Αυτός μας έλειπε! ~ ~! , βάζω λυτούς και δεμένους βλ. λυτός, βασιλική διαταγή και τα σκυλιά δεμένα βλ. διαταγή, δένεται η γλώσσα μου (κόμπος) βλ. γλώσσα, δένομαι/προσδένομαι/σέρνομαι πίσω από το/στο άρμα (κάποιου) βλ. άρμα, δένουν/λύνουν (τους) κάβους βλ. κάβος, δένω/παίρνω κάτι σκοινί κορδόνι βλ. σχοινί, έδεσε/έχει δεμένο το(ν) γάιδαρό του βλ. γάιδαρος, ήρθε κι έδεσε (το γλυκό)/δένει το γλυκό βλ. έρχομαι, κάθομαι/μένω/περιμένω/στέκομαι με σταυρωμένα/δεμένα χέρια/σταυρώνω τα χέρια βλ. σταυρώνω, λύνει και δένει βλ. λύνω, λύνεται η γλώσσα μου βλ. λύνω, ο δρόμος είναι ανοιχτός και τα σκυλιά δεμένα βλ. δρόμος, το στομάχι μου δένεται κόμπος/σφίγγεται βλ. στομάχι, το 'χω δέσει κόμπο βλ. κόμπος, τότε που δέναν τα σκυλιά με τα λουκάνικα βλ. σκυλί [< μεσν. δένω, γερμ. binden, γαλλ. lier]
11947δεξαμενήδε-ξα-με-νή ουσ. (θηλ.) 1. μεγάλης χωρητικότητας κατασκευή ή πολύ μεγάλο δοχείο συγκέντρωσης και αποθήκευσης, ιδ. υγρών ή αερίων· κατ' επέκτ. αποθηκευτικός χώρος: ανοξείδωτη/γυάλινη/πλαστική/στεγανή/τσιμεντένια/υπόγεια ~. ~ καυσίμων (= ντεπόζιτο· βλ. ρεζερβουάρ). ~ πλοίου. Η ~ νερού (πβ. γούρνα, στέρνα)/ενός χωριού (πβ. υδραγωγείο). ~ άρδευσης/βιολογικού καθαρισμού. Ογκομέτρηση/υπερχείλιση ~ής. (στην οινοποιία) ~ές ζύμωσης. Βλ. λιμνο~, ομβρο~, υδατο~. 2. ΝΑΥΤ. εγκατάσταση σε ναυπηγείο, ναύσταθμο ή λιμάνι για επισκευή, συντήρηση ή καθαρισμό πλοίων: μόνιμη/πλωτή ~. 3. (μτφ.) μεγάλο απόθεμα, πεδίο άντλησης: απύθμενη/αστείρευτη/πολύτιμη/τεράστια ~ γνώσεων/θεμάτων/πληροφοριών/ταλέντων. Χώρα που αποτελεί ~ εργατικού δυναμικού. ● ΣΥΜΠΛ.: γονιδιακή/γενετική δεξαμενή: ΒΙΟΛ. το σύνολο των γενετικών πληροφοριών ενός είδους ή πληθυσμού. [< αγγλ. gene pool, 1941] , δεξαμενή σκέψης: ομάδα ειδικών ή ερευνητικό ίδρυμα που προτείνει ιδέες και λύσεις ή παρέχει συμβουλές, ιδέες για συγκεκριμένα ζητήματα, πολιτικά, οικονομικά, κοινωνικά, αμυντικά. ΣΥΝ. θινκ τανκ [< αγγλ. think tank, 1958] , κολυμβητική δεξαμενή (επίσ.): κολυμβητήριο, πισίνα. [< 1: αρχ. δεξαμενή, αγγλ. tank]
16574δεξαμενή

[ἐνυδρεῖο] ε-νυ-δρεί-ο ουσ. (ουδ.) 1. μικρή ή μεγάλη, συνήθ. ορθογώνια, γυάλινη δεξαμενή με νερό στην οποία συντηρούνται, σε ελεγχόμενες συνθήκες, ψάρια ή/και υδρόβιοι φυτικοί ή ζωικοί οργανισμοί: ~α αλμυρού/γλυκού νερού. Βλ. γυάλα, δελφινάριο, τεράριουμ. ΣΥΝ. ακουάριουμ 2. κτίριο-ίδρυμα με αντίστοιχες δεξαμενές για την παρατήρηση (από τους επισκέπτες του) ή τη μελέτη (από τους επιστήμονες) ψαριών ή/και υδρόβιων οργανισμών. Βλ. ζωολογικός κήπος, θαλάσσιο πάρκο. [< γαλλ. aquarium]

11948δεξαμενισμόςδε-ξα-με-νι-σμός ουσ. (αρσ.): ΝΑΥΤ. παραμονή σκάφους σε πλωτή ή μόνιμη δεξαμενή ναυπηγείου για εκτέλεση εργασιών ελέγχου, επισκευής και συντήρησης. Βλ. ναυπήγηση, -ισμός.
11949δεξαμενόπλοιοδε-ξα-με-νό-πλοι-ο ουσ. (ουδ.): τάνκερ. Πβ. γκαζάδικο, πετρελαιοφόρο.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.