Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [12820-12840]

IDΛήμμαΕρμηνεία
11950δεξής, -ιά, -ί βλ. δεξιός
11951ΔεξιάΔε-ξι-ά ουσ. (θηλ.) (κ. με πεζό το δ): ΠΟΛΙΤ. ο συντηρητικός πολιτικός και ιδεολογικός χώρος: κοινωνική/λαϊκή/ριζοσπαστική/(νεο)φιλελεύθερη ~. Βουλευτές/δυνάμεις/κόμματα της ~άς. Βλ. ευρω~, Κεντρο~, Νεο~. ΑΝΤ. Αριστερά ● ΣΥΜΠΛ.: άκρα Δεξιά: το ακραίο, εξτρεμιστικό τμήμα της Δεξιάς· ακροδεξιά. Βλ. ναζ-, φασ-ισμός. ΑΝΤ. άκρα Αριστερά [< γαλλ. la droite]
11952δεξιόθενδε-ξι-ό-θεν επίρρ. (λόγ.) 1. από τα δεξιά, εκ δεξιών: Εισέρχεται ~ του ναού. Βλ. -θεν. ΑΝΤ. αριστερόθεν (1) 2. από τα δεξιά κόμματα: αντιδράσεις/παρατάξεις ~. [< μεσν. δεξιόθεν]
11953δεξιοπόδαρος, η, ο δε-ξι-ο-πό-δα-ρος επίθ.: ΑΘΛ. (για ποδοσφαιριστή) που χρησιμοποιεί κυρ. το δεξί του πόδι: ~ος: μέσος/παίκτης. ΑΝΤ. αριστεροπόδαρος
11954δεξιός, ιά, ί/ιό δε-ξι-ός επίθ. ΑΝΤ. αριστερός 1. & δεξής, ιά, ί: που βρίσκεται αντίθετα από την πλευρά της καρδιάς του ανθρώπινου σώματος: ~ός: αγκώνας/πνεύμονας. ~ά: λωρίδα κυκλοφορίας/στροφή. ~ί: αυτί/ημισφαίριο/κλικ (: με το ποντίκι υπολογιστή)/μάτι/φλας. (σε ζευγάρι) ~ί: γάντι/παπούτσι. Στο πάνω/κάτω ~ό μέρος.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) ~ός: ψάλτης. (στο ποδόσφαιρο:) ~ί: εξτρέμ/μπακ/χαφ. 2. ΠΟΛΙΤ. που σχετίζεται με τη Δεξιά ή την υποστηρίζει: ~ός: πολιτικός. ~ά: εφημερίδα/κυβέρνηση/παράταξη. ~ό: κανάλι. ~ές: αντιλήψεις. ~ά: κόμματα. Βλ. ακρο~, αντι~, νεο~, υπερ~. ● Ουσ.: δεξί (το): το δεξί συνήθ. χέρι ή πόδι: Φοράει βέρα στο ~. (για ποδοσφαιριστή) Το ~ του είναι πολύ δυνατό (ενν. πόδι, για σουτ)., δεξιά (η) (λόγ.): το δεξί χέρι: η ~ του Κυρίου. (κυρ. παλαιότ., σε επιστολές) Ασπάζομαι την δεξιά(ν) σας., δεξιός, δεξιά (ο/η): οπαδός, ψηφοφόρος της Δεξιάς. ΑΝΤ. αριστερός, αριστερή (1) ● επίρρ.: δεξιά 1. προς τη δεξιά πλευρά: ~ του δρόμου. Από/στα/προς τα ~. Κάτω/πάνω ~. Πήγε ~. Κάνε εδώ ~.|| Πάρ' το όλο ~ (: στρίψε το τιμόνι εντελώς ~).|| Κλίνατε επί ~ (: γυμναστικό ή στρατιωτικό παράγγελμα)! ΑΝΤ. αριστερά. 2. (μτφ.) ευνοϊκά, κατ' ευχήν, βολικά: Εύχομαι να σου πάνε όλα ~. Της ήρθαν όλα ~. ΑΝΤ. ανάποδα, στραβά. 3. προς την πολιτική και ιδεολογική κατεύθυνση της Δεξιάς: Στρέφεται ~ προς αναζήτηση ψήφων. ● ΦΡ.: (είναι) το δεξί χέρι κάποιου: ο πιο έμπιστος, ο στενότερος συνεργάτης του: Είναι ~ ~ του προέδρου., (μπαίνω) με το δεξί: εισέρχομαι κάπου, πατώντας πρώτα το δεξί πόδι για γούρι· κατ' επέκτ. κάνω καλή αρχή: Μπήκα ~ ~ στο καινούργιο διαμέρισμα.|| (για αθλητή, ομάδα) Η νέα χρονιά μπήκε/ξεκίνησε ~ ~ για τον/την ... (: νίκησε)., δεξιά κι αριστερά (προφ.): σε όλον τον κόσμο, παντού, προς κάθε κατεύθυνση: Μιλάει για μένα ~ ~ (= εδώ κι εκεί)., εκ δεξιών (λόγ.): από το δεξί μέρος, στα δεξιά: (ΕΚΚΛΗΣ.) ~ ~ του Πατρός.|| Στον κυκλικό κόμβο ισχύει η ~ ~ προτεραιότητα. ΑΝΤ. εξ αριστερών (1), βγαίνει (σε κάποιον) από (τα) αριστερά/δεξιά βλ. βγαίνω, δεν γνωρίζει/δεν ξέρει η αριστερά τι ποιεί η δεξιά βλ. αριστερός [< 1: αρχ. δεξιός 2: γαλλ. droit]
11955δεξιόστροφος, η, ο δε-ξι-ό-στρο-φος επίθ. ΑΝΤ. αριστερόστροφος 1. (λόγ.) που στρέφεται ή περιστρέφεται προς τα δεξιά: ~ος: κοχλίας. ~η: κατεύθυνση/φορά. Βλ. -στροφος. 2. (μτφ.-λόγ.) που τείνει προς τις δεξιές πολιτικές θέσεις: ~η: πολιτική. 3. ΧΗΜ. (κυρ. για ένωση) που έχει την ιδιότητα να στρέφει το επίπεδο πόλωσης του φωτός προς τα δεξιά: ~α: αμινοξέα. ● επίρρ.: δεξιόστροφα: Γυρίζει/κινείται ~. [< 3: γαλλ. dextrogyre]
11956δεξιοσύνηδε-ξι-ο-σύ-νη ουσ. (θηλ.) (λόγ.): επιδεξιότητα, δεξιοτεχνία: η ~ του ποιητή. Ικανότητα, ταλέντο, ~. Πβ. δεξι-, επιτηδει-ότητα. Βλ. -οσύνη.
18027Δεξιοτέχνης

, α, ο [ἐπιτήδειος] ε-πι-τή-δει-ος επίθ. (λόγ.) 1. (για πρόσ., κυρ. μειωτ.) που χαρακτηρίζεται από εξυπνάδα ή πονηριά: ~ος: έμπορος. ~οι: επιχειρηματίες. Πβ. καπάτσος, καταφερτζής, κωλοπετσωμένος.|| (κατ' επέκτ.-σπάν.) ~ο: τέχνασμα. 2. (σπανιότ.) δεξιοτέχνης σε έναν τομέα: ~ χειριστής του λόγου. ~οι στη μαγειρική. Πβ. άξιος, επιδέξιος, ικανός. ● Ουσ.: επιτήδειοι (οι) {-ων (λόγ.) -είων} (μειωτ.): άνθρωποι που μεταχειρίζονται αθέμιτα μέσα (για άνομους σκοπούς): έρμαιο/θύμα των ~ων. Στα νύχια/στην παγίδα/στο στόχαστρο/στα χέρια των ~ων. Οι ~οι προσπαθούν να εξαπατήσουν τους αφελείς.|| (σπανιότ. στον εν.) Ο κάθε ~ που αισχροκερδεί. ● επίρρ.: επιτήδεια & (λόγ.) επιτηδείως [< αρχ. ἐπιτήδειος, γαλλ. habile]

11957δεξιοτέχνηςδε-ξι-ο-τέ-χνης ουσ. (αρσ. + θηλ.) (λόγ.): εξαιρετικά επιδέξιος τεχνίτης ή καλλιτέχνης: ~ του βιολιού (= βιρτουόζος, μάγος)/του είδους (= δάσκαλος, μάστορας, μετρ). ~ στο μπουζούκι. Πβ. αριστοτέχνης. Βλ. ατζαμής.|| (ως επίθ.) ~ης: μουσικός/σολίστας.
11958δεξιοτεχνίαδε-ξι-ο-τε-χνί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα που χαρακτηρίζει τον δεξιοτέχνη: απίστευτη/μεγάλη/μοναδική ~. Αφηγηματική/ιππική/μουσική/σκηνοθετική/συγγραφική  ~. ~ στο πιάνο. Πβ. δεινότητα, δεξιοσύνη, (επι)δεξι-, επιτηδει-, ικαν-ότητα, μαεστρία, μαστοριά. Βλ. -τεχνία.
11959δεξιοτεχνικός, ή, ό δε-ξι-ο-τε-χνι-κός επίθ. (λόγ.): που γίνεται με ή φανερώνει δεξιοτεχνία: ~ός: χειρισμός. ~ές: κινήσεις. ΣΥΝ. επιδέξιος.|| ~ή: γραφή/σκηνοθεσία. ~ό: παίξιμο. Πβ. αριστοτεχνικός, δεινός. ● επίρρ.: δεξιοτεχνικά
11960δεξιότηταδε-ξι-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} (λόγ.): ικανότητα εκτέλεσης ενός έργου: μουσική/συγγραφική ~. ~ στη χρήση (ηλεκτρονικών υπολογιστών). Προσόντα και (τεχνικές) ~ες που απαιτούνται. ΑΝΤ. α~.|| Αναγνωστικές/γλωσσικές/επικοινωνιακές/κοινωνικές/λεκτικές/μαθηματικές/ψηφιακές ~ες. Ανάπτυξη των ~οτήτων του παιδιού. || (ΠΑΙΔΑΓ.) Δοκιμασία/τεστ ~ήτων. Πβ. δεξιοσύνη, επιδεξι-, επιτηδει-ότητα. ● ΣΥΜΠΛ.: Τεστ Γνώσεων και Δεξιοτήτων βλ. τεστ ● ΦΡ.: άτομα με ειδικές ανάγκες/ικανότητες/δεξιότητες βλ. ειδικός [< αρχ. δεξιότης, αγγλ. aptitude test, 1919]
11961δεξιοτίμονος, η, ο δε-ξι-ο-τί-μο-νος επίθ. (προφ.): (για όχημα) που έχει το τιμόνι και τη θέση οδήγησης στα δεξιά. ΑΝΤ. αριστεροτίμονος
11962δεξιόχειραςδε-ξι-ό-χει-ρας ουσ. (αρσ. + θηλ.) & (λόγ.) δεξιόχειρ & (σπάν.) δεξιόχειρος: πρόσωπο που χρησιμοποιεί με μεγαλύτερη ευχέρεια το δεξί του χέρι, συνήθ. στο γράψιμο. ΑΝΤ. αριστερόχειρας
11963δεξιώνομαιδε-ξι-ώ-νο-μαι ρ. (μτβ.) {δεξιώ-θηκε} (επίσ.): παραθέτω δεξίωση: ~θηκαν τους καλεσμένους τους στον κήπο. [< αρχ. δεξιοῦμαι ‘καλωσορίζω, υποδέχομαι’, μεσν. δεξιώνομαι]
11965δεξτρίνηδεξ-τρί-νη ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. Υδατάνθρακας (σύμβ. (C6H10O5)n), προϊόν υδρόλυσης του αμύλου· ημιδιάφανη κολλώδης ουσία, με εφαρμογή στη φαρμακευτική και την παρασκευή κόλλας και χρωμάτων. Βλ. -ίνη. [< γαλλ. dextrine]
11966δεξτρόζηδεξ-τρό-ζη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. γλυκόζη. [< αγγλ.-γαλλ. dextrose]
11967δέομαιδέ-ο-μαι ρ. (αμτβ.) {δεήθηκε (λογιότ.) εδεήθη, δεηθεί} (λόγ.) 1. κάνω δέηση: ~ προς τον Κύριον. Ο ιερέας δεήθηκε υπέρ αναπαύσεως των ψυχών. Πβ. προσεύχομαι. 2. θέλω, καταδέχομαι: (ειρων.) Μέχρι να δεηθεί να ... ● βλ. εδέησα [< αρχ. δέομαι ‘αισθάνομαι την ανάγκη, ζητώ, παρακαλώ’]
11968δέονβλ. δέων
11969δεοντικός, ή, ό δε-ο-ντι-κός επίθ.: (σπάν.-απαιτ. λεξιλόγ.) που αναφέρεται σε ηθική υποχρέωση ή καθήκον. || (ΦΙΛΟΣ.) ~ή λογική ή λογική κανόνων (: σε έννοιες της ηθικής φιλοσοφίας). ● ΣΥΜΠΛ.: δεοντική τροπικότητα: ΓΛΩΣΣ. με την οποία ο ομιλητής εκφράζει την επιθυμία ή την αναγκαιότητα να συμβεί κάτι· δηλώνεται με προστακτική και κειμενικούς δείκτες: π.χ. Μη μιλάς! Βλ. επιστημική τροπικότητα. [< αγγλ. deontic, 1951, γαλλ. déontique, 1953]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.