| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 11970 | δεοντολογία | δε-ο-ντο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) 1. σύνολο κανόνων που ορίζουν πώς πρέπει να ασκείται ένα επάγγελμα, λειτούργημα ή έργο: ακαδημαϊκή/δηµοσιογραφική/επαγγελματική/επιστημονική/ιατρική/πολιτική ~. ~ διαδικτύου. Αρχές/κώδικας ~ας. Η ~ επιβάλλει να ... Σέβομαι/τηρώ τη ~. Καταπατείται/παραβιάζεται κάθε έννοια ~ας. Βλ. άγραφος νόμος. 2. ΦΙΛΟΣ. κλάδος της ηθικής που αναφέρεται στις ηθικές υποχρεώσεις του ανθρώπου. Πβ. καθηκοντολογία. Βλ. -λογία. [< γαλλ. déontologie, αγγλ. deontology] | |
| 11971 | δεοντολογικός | , ή, ό δε-ο-ντο-λο-γι-κός επίθ.: που αναφέρεται στη δεοντολογία: ~ός: έλεγχος/κανόνας/κώδικας. ~ή: ηθική/υποχρέωση. ~ό: πλαίσιο. ~ές: αρχές. ΑΝΤ. αντιδεοντολογικός ● επίρρ.: δεοντολογικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: Είναι ~ ορθό να ... [< γαλλ. déontologique, αγγλ. deontological] | |
| 11972 | δεόντως | δε-ό-ντως επίρρ. (λόγ.): όπως πρέπει, καταλλήλως: Την τίμησαν ~.|| (ειρων.) Του απάντησε/τον περιποιήθηκε ~. Πβ. προσηκόντως. ● βλ. δέων [< αρχ. δεόντως] | |
| 11973 | δεοξυριβο(ζο)νουκλεϊ(νι)κό οξύ | βλ. δεσοξυριβο(ζο)νουκλεϊ(νι)κό οξύ | |
| 11974 | δέος | δέ-ος ουσ. (ουδ.) {δέους}: θαυμασμός που συνδυάζεται με φόβο, έκπληξη ή βαθύ σεβασμό για κάποιον ή κάτι: (εμφατ.) σοκ και ~. Αισθάνεται/νιώθει ~ για ... Τον καταλαμβάνει ~. Μαγευτικό τοπίο που προκαλεί ~. Αντιμετωπίζει με ~ το μέλλον. Στεκόμαστε με ~ μπροστά στα επιτεύγματα της τεχνολογίας.|| Παρακολουθεί με ~ την τελετή. ● ΣΥΜΠΛ.: αντίπαλο(ν) δέος βλ. αντίπαλος [< αρχ. δέος ‘φόβος, σεβασμός’] | |
| 11975 | δέουσα | βλ. δέων | |
| 11976 | ΔΕΠ | 1. (το) Διδακτικό Ερευνητικό Προσωπικό (των ΑΕΙ). 2. (η) Δημόσια Επιχείρηση Πετρελαίου. | |
| 11979 | ΔΕΠ-Υ | (η): Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής – Υπερκινητικότητας. [< αγγλ. Attention Deficit Hyperactivity Disorder, 1987)] | |
| 11978 | ΔΕΠΠΣ | (το): Διαθεματικό Ενιαίο Πλαίσιο Προγράμματος Σπουδών. | |
| 11980 | δέρας | δέ-ρας ουσ. (ουδ.) (λόγ.): δέρμα ζώου, κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: χρυσόμαλλο δέρας: ΜΥΘ. η χρυσή προβιά του κριαριού που μετέφερε τον Φρίξο και την Έλλη με προορισμό την Κολχίδα και για την οποία έγινε η Αργοναυτική εκστρατεία· κατ' επέκτ. οτιδήποτε πολύτιμο. [< αρχ. δέρας] | |
| 11981 | δερβέναγας | δερ-βέ-να-γας ουσ. (αρσ.) & (σπανιότ.) ντερβέναγας 1. πρόσωπο που συμπεριφέρεται αυταρχικά, τυραννικά: Νομίζει ότι είναι γενικός ~ εδώ μέσα και ότι μπορεί να δίνει εντολές. ΣΥΝ. σατράπης (1) 2. ΙΣΤ. (στην Τουρκοκρατία) επικεφαλής στρατιωτικού τμήματος, που φρουρούσε τα στενά περάσματα. [< τουρκ. derbent ağasι] | |
| 11982 | δερβίσης | δερ-βί-σης ουσ. (αρσ.) {δερβίσ-ηδες (λαϊκό) -άδες} & ντερβίσης 1. ΘΡΗΣΚ.-ΛΑΟΓΡ. μουσουλμάνος μοναχός που ανήκει σε μυστικιστική αδελφότητα: περιστρεφόμενοι ~ηδες. Ο χορός των ~ηδων. Βλ. ασκητής, τεκές. 2. (μτφ.-συνήθ. ως προσφών.) λεβέντης, μάγκας. Πβ. ασίκης. Βλ. παλικαράς. [< μεσν. δερβίσης, τουρκ. derviş] | |
| 11983 | δερβίσικος | , η, ο δερ-βί-σι-κος επίθ. & (σπάν.) ντερβίσικος: που αναφέρεται στον δερβίση: ~ος: χορός. | |
| 11984 | δέρμα | δέρ-μα ουσ. (ουδ.) {δέρμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. το φυσικό, εξωτερικό περίβλημα του σώματος ανθρώπων και ζώων, που αποτελείται από τρεις στιβάδες, την επιδερμίδα, το χόριο, τον υποδόριο ιστό και έχει προστατευτική και αισθητηριακή λειτουργία: ανατομία/φυσιολογία του ~ατος. Πόροι του ~ατος. Εξαρτήματα του ~ατος (: νύχια, τρίχες, φτερά, λέπια). Τα φίδια αλλάζουν ~. Βλ. ενδό-, εξώ-, μεσό-δερμα, πέτσα. 2. (ειδικότ.) (για τον άνθρωπο) η εξωτερική στιβάδα του δέρματος, επιδερμίδα: ανανεωμένο/απαλό/αφυδατωμένο/ερεθισμένο/ευαίσθητο/ηλιοκαμένο/λαμπερό/λείο/υγιές ~. Τύποι ~ατος (: κανονικό, λιπαρό, μικτό, ξηρό). Γήρανση/καρκίνος/χαλάρωση του ~ατος. Καθαρισμός του ~ατος. Ουλές/σημάδια στο ~ (βλ. ακμή). 3. φυσικό ή κατεργασμένο δέρμα ζώου: αδιάβροχο/ανθεκτικό/γνήσιο/μαλακό/σκληρό ~. Μπότες/τσάντα από ~ κροκόδειλου. Πβ. δορά, πετσί, προβιά, τομάρι. Βλ. βυρσοδεψία, γούνα, δερμάτινος. [< αρχ. δέρμα] | |
| 11986 | δερμάπτερα | δερ-μά-πτε-ρα ουσ. (ουδ.) (τα) & δερμόπτερα: ΖΩΟΛ. τάξη εντόμων (επιστ. ονομασ. Dermoptera) με μακρόστενο σώμα και δύο σκληρές αιχμηρές λαβίδες στο πίσω μέρος της κοιλιάς τους, οι οποίες σχηματίζουν ψαλιδωτή ουρά. Βλ. λεπιδόπτερα. [< αρχ. δερμόπτερος 'που έχει μεμβρανώδη φτερά', αγγλ. Dermaptera] | |
| 11987 | δερματικός | , ή, ό δερ-μα-τι-κός επίθ.: που αναφέρεται στο δέρμα: ~ός: ερεθισμός/καρκίνος. ~ή: αλλεργία/ασθένεια/επαφή/πάθηση. ~ό: εξάνθημα/μόσχευμα. ~ές: βλάβες. ~ά: νοσήματα. Πβ. (επι)δερμικός. [< αρχ. δερματικός, αγγλ. dermatic] | |
| 11988 | δερματίνη | δερ-μα-τί-νη ουσ. (θηλ.): απομίμηση δέρματος: τσάντα από ~. Κάθισμα από ~. Πβ. βινύλ. [< αγγλ. εμπορ. ονομασ. leatherette] | |
| 11989 | δερμάτινος | , η, ο δερ-μά-τι-νος επίθ.: που έχει κατασκευαστεί από δέρμα ζώου: ~ος: καναπές. ~η: επένδυση/ζώνη/τσάντα. ~ο: μπουφάν/παντελόνι. ~ες: μπότες. ~α: γάντια. Πβ. πέτσινος. ● Ουσ.: δερμάτινο (το): ενν. ρούχο, συνήθ. πανωφόρι. [< αρχ. δερμάτινος] | |
| 11990 | δερματίτιδα | δερ-μα-τί-τι-δα ουσ. (θηλ.) & (λόγ.) δερματίτις: ΙΑΤΡ. πάθηση του δέρματος που οφείλεται σε διάφορους μικροβιακούς, φυσικούς ή χημικούς παράγοντες: ~ εξ επαφής. Βλ. έκζεμα, φωτο~, -ίτιδα. ● ΣΥΜΠΛ.: ατοπική δερματίτιδα: χρόνια φλεγμονώδης αλλεργική δερματοπάθεια. Βλ. πυο~, λειχηνοποίηση. ΣΥΝ. νευροδερματίτιδα [< γαλλ. dermatite, αγγλ. dermatitis] | |
| 11991 | δερματο- & δερματό- & δερματ- | : α' συνθετικό λέξεων με αναφορά στο δέρμα του ανθρώπου ή σπανιότ. των ζώων: δερματο-απόξεση/~λόγος/~πάθεια.|| Δερματο-στιξία.|| Δερματό-δετος.|| Δερματ-έμπορος. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ