Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [12860-12880]

IDΛήμμαΕρμηνεία
11992δερματοαπόξεσηδερ-μα-το-α-πό-ξε-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. μέθοδος θεραπείας ουλών, ρυτίδων ή κηλίδων, κατά την οποία αφαιρείται μέρος της επιφάνειας της επιδερμίδας. Βλ. πίλινγκ. [< αγγλ. dermabrasion, περ. 1954]
11993δερματόδετος, η, ο δερ-μα-τό-δε-τος επίθ.: (κυρ. για βιβλίο) που είναι βιβλιοδετημένο με δερμάτινο κάλυμμα (εξώφυλλο): ~ος: τόμος. ~η: έκδοση. Βλ. πανόδετος. [< γαλλ. relié en cuir.]
11994δερματοειδής, ής, ές δερ-μα-το-ει-δής επίθ. (λόγ.): που μοιάζει με δέρμα: ~ή: φύλλα. Πβ. δερματώδης, δερμοειδής. Βλ. -ειδής. [< πβ. αγγλ. dermatoid]
11995δερματολογίαδερ-μα-το-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Δ): ΙΑΤΡ. κλάδος που ασχολείται με την έρευνα, διάγνωση και θεραπεία των παθήσεων του δέρματος: αισθητική/επεμβατική/κλινική/παιδιατρική ~. Βλ. -λογία. [< γαλλ. dermatologie, αγγλ. dermatology]
11996δερματολογικός, ή, ό δερ-μα-το-λο-γι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τη δερματολογία: ~ή: εξέταση/κλινική. ~ό: ιατρείο. ~ά: σκευάσματα. Βλ. δερματικός. ● επίρρ.: δερματολογικά: ~ ελεγμένο (προϊόν). [< γαλλ. dermatologique, αγγλ. dermatological]
11997δερματολόγοςδερ-μα-το-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): γιατρός με ειδίκευση στη δερματολογία: ~-αφροδισιολόγος. Βλ. -λόγος. [< γαλλ. dermatologue, αγγλ. dermatologist]
11998δερματομυοσίτιδαδερ-μα-το-μυ-ο-σί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. τύπος πολυμυοσίτιδας με συμπτώματα στο δέρμα. Βλ. -ίτιδα. [< γαλλ. dermatomyosite, αγγλ. dermatomyositis]
11999δερματοπάθειαδερ-μα-το-πά-θει-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. οποιαδήποτε πάθηση του δέρματος: χρόνια ~. Αλλεργικές ~ες. Βλ. -πάθεια. [< γαλλ. dermatopathie, αγγλ. dermatopathy]
12000δερματοστιξίαδερ-μα-το-στι-ξί-α ουσ. (θηλ.) (επίσ.): τατουάζ. ΣΥΝ. διάστιξη (1)
12001δερματόφυταδερ-μα-τό-φυ-τα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. δερματόφυτο}: ΙΑΤΡ. ομάδα μυκήτων που προσβάλλουν το δέρμα, ιδιαίτερα το τριχωτό μέρος της κεφαλής, αλλά και τις μεσοδακτύλιες περιοχές των ποδιών, προκαλώντας ερυθρότητα και κνησμό: (ονυχο)μυκητίαση/λοιμώξεις από ~. [< αγγλ.-γαλλ. dermatophytes]
12002δερματώδης, ης, ες δερ-μα-τώ-δης επίθ. {δερματώδ-ους | -εις, (ουδ. -η)} (λόγ.): που έχει υφή δέρματος: ~ης: καρπός (βλ. χαρούπι). ~η: φύλλα. Πβ. δερματο-, δερμο-ειδής. Βλ. -ώδης. [< αρχ. δερματώδης ‘όμοιος με δέρμα’]
12003δερμικός, ή, ό δερ-μι-κός επίθ.: επιδερμικός, δερματικός: ~ό: στρώμα. Βλ. δια~, μεσο~. [< γαλλ. dermique , αγγλ. dermic]
12004δερμο- & δερμό- & δερμ-: α' συνθετικό που δηλώνει ότι το β' συνθετικό έχει σχέση με το δέρμα του ανθρώπου ή των ζώων: δερμο-αντίδραση/~γραφισμός/~καλλυντικά. Πβ. δερματο-.
12005δερμοαντίδρασηδερ-μο-α-ντί-δρα-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. διαγνωστικό τεστ κατά το οποίο εισάγεται στο δέρμα κάποια ουσία (φυτική, ζωική ή χημική) και ελέγχεται η ευαισθησία του οργανισμού σε αυτή· συμβάλλει στη διάγνωση αλλεργιών και ορισμένων ασθενειών (π.χ. φυματίωση): αρνητική/θετική ~. ~ μαντού. [< γαλλ. cutiréaction, 1907]
12006δερμογραφισμόςδερ-μο-γρα-φι-σμός ουσ. (αρσ.): ΙΑΤΡ. υπερευαισθησία του δέρματος στην (ελαφρά) τριβή με κάτι αμβλύ, που εκδηλώνεται με κοκκίνισμα και τοπικό πρήξιμο. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. dermographisme, 1928, αγγλ. dermographism]
12007δερμοειδής, ής, ές δερ-μο-ει-δής επίθ. (επιστ.): που μοιάζει με δέρμα. Πβ. δερματοειδής, δερματώδης. Βλ. -ειδής. Κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: δερμοειδής κύστη: ΙΑΤΡ. κυστικός όγκος, συνήθ. καλοήθης, που περιέχει κυρ. δέρμα, ιδρωτοποιούς αδένες, τρίχες και λίπος. Βλ. τεράτωμα. [< γαλλ. dermoïde, αγγλ. dermoid]
12008δερμοκαλλυντικάδερ-μο-καλ-λυ-ντι-κά ουσ. (ουδ.) (τα): ΦΑΡΜΑΚ. προϊόντα για την περιποίηση του δέρματος, τα οποία παρασκευάζονται με αυστηρές δερματολογικές προδιαγραφές: βιολογικά/φυσικά ~. ~ κατά της γήρανσης του δέρματος.|| (ως επίθ.) ~ή: λοσιόν. [< αγγλ. dermo-cosmetics, γαλλ. dermo-cosmétiques]
12010δέρνωδέρ-νω ρ. (μτβ.) {έδειρα, δείρει, εδάρη, δάρθηκε, δαρθεί, δαρ-μένος, δέρν-οντας}: ασκώ σωματική βία χτυπώντας κάποιον: Τον έδειραν με λουρίδα/βέργα. ~ κάποιον άγρια/αλύπητα/μέχρι θανάτου. ~μένο: παιδί (= κακοποιημένο). (απειλητ.) Αν την ξαναπειράξεις, θα σε δείρω! Πβ. βαρώ, καταχεριάζω, κοπανώ, ξυλοκοπώ, πλακώνω, χειροδικώ.|| (μτφ.-προφ., νικώ σε παιχνίδι:) Τον έδειρα (π.χ. στο τάβλι)! Βλ. ανεμο~, βολο~, παρα~.δέρνει (μτφ.-προφ.) 1. (επιτατ.) παρουσιάζει σε υπερβολικό βαθμό μια αρνητική ιδιότητα, ένα ελάττωμα: Με τέτοια βλακεία/γκαντεμιά που τον ~ ... Πβ. διακρίνει, χαρακτηρίζει. 2. (επιτατ.) βασανίζει, ταλαιπωρεί, τυραννά: Κακό που με ~! Τον ~ η ατυχία. 3. (για καιρικά φαινόμενα) πέφτει ορμητικά: Το νησί το ~ουν οι αέρηδες. Βλ. θαλασσο~, μαστιγώνει. ● Παθ.: δέρνομαι: οδύρομαι, χτυπιέμαι: Τραβούσε τα μαλλιά της και ~όταν απαρηγόρητη. Πβ. θρηνώ. ● ΦΡ.: (και) κερατάς και δαρμένος βλ. κερατάς, γαμάει και δέρνει βλ. γαμώ, σαν δαρμένο σκυλί βλ. σκυλί, φταίει ο γάιδαρος και χτυπάει/βαράει/δέρνει το σαμάρι βλ. γάιδαρος [< μεσν. δέρνω]
12011ΔΕΣ1. (ο) Διεθνής Ερυθρός Σταυρός 2. (το) Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών (σε ΑΕΙ).
12012δεςρ. βλ. βλέπω

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.