Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [12880-12900]

IDΛήμμαΕρμηνεία
12013δέσηδέ-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΦΙΛΟΛ. (συνήθ. στην αρχαία τραγωδία) αφηγηματική πλοκή. ΑΝΤ. λύση (6) 2. (σπάν.) δέσιμο, συναρμογή: ιμάντες ~ης. Βλ. επί-, καρπό-, περί-, πρόσ-δεση. [< αρχ. δέσις]
12014δέσιμοδέ-σι-μο ουσ. (ουδ.) {δεσίμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. σύνδεση, συγκράτηση, ακινητοποίηση με σχοινί, σύρμα: ~ με αλυσίδα/σπάγκο. Τεχνικές/τρόπος ~ατος. ~ του αγκιστριού στην πετονιά/της βάρκας στο λιμάνι (= πρόσδεση)/του φορτίου. ~ του αρνιού στη σούβλα. Υποχρεωτικό ~ των επιβατών με ζώνη ασφαλείας. ~ των χεριών πισθάγκωνα. ΑΝΤ. λύσιμο. 2. σχηματισμός κόμπου, φιόγκου και συνεκδ. οποιοδήποτε είδος σύνδεσης: απλό/περίτεχνο/πρόχειρο/σφιχτό ~. ~ ζώνης/κορδονιών μεταξύ τους. Το ~ της γραβάτας. ΑΝΤ. λύσιμο.|| Σφίγγω/χαλαρώνω το ~ του φορέματος στο λαιμό. 3. επίδεση: Το ~ της πληγής/του τραύματος περιορίζει την αιμορραγία.|| Το ~ των ματιών (: κάλυψή τους για να εμποδιστεί η όραση). 4. σύνδεση των στοιχείων ενός συνόλου: σκληρό ~ βιβλίου (= σκληρόδετο). Πβ. βιβλιοδεσία, στάχωση.|| ~ των φύλλων στο πάνω μέρος/στο πλάι. Πβ. συρραφή.|| Το ~ του κινητήρα/της μηχανής. Πβ. μοντάρισμα, στήσιμο, συναρμολόγηση.|| Το ~ του διαμαντιού στο δαχτυλίδι (από χρυσοχόο). 5. (μτφ.-προφ.) ψυχική ή/και συναισθηματική σύνδεση, αρμονικό ταίριασμα: μεγάλο/πνευματικό/στενό ~ μεταξύ δυο ανθρώπων. Αποκτώ/δημιουργώ ~ με κάποιον. Έχει υπερβολικό ~ με τη μητέρα της. Το ~ με τον τόπο καταγωγής. Πβ. δεσμός, σύνδεσμος.|| Το ~ που έχουμε ως ομάδα ... ~ των χρωμάτων. Το ~ του παλιού με το καινούργιο. Πβ. ανάμειξη, σύνθεση. 6. (μτφ.) σταθεροποίηση της μορφής: το ~ του γλυκού/της κρέμας/της σάλτσας. Πβ. πήξιμο.|| Το ~ του καρπού (: ο σχηματισμός του από το άνθος, καρπόδεση). Πβ. μέστωμα. 7. (σπάν.-λαϊκό) μάγια με στόχο τη δέσμευση κάποιου. ● ΦΡ.: (τρελός) για δέσιμο: θεότρελος, θεοπάλαβος: Είναι ~ ~! Είστε όλοι τρελοί ~! [< μεσν. δέσιμο]
12015δεσμάδε-σμά ουσ. (ουδ.) (τα): οτιδήποτε χρησιμοποιείται για να δεθούν κρατούμενοι ή αιχμάλωτοι· συνεκδ. η φυλάκιση και κατ' επέκτ. οποιαδήποτε μορφή καταναγκασμού, περιορισμού: σιδερένια ~. ~ ποδιών/χεριών (πβ. χειροπέδες).|| Ισόβια ~ (βλ. κάθειρξη). Τα ~ της φυλακής. Πβ. εγκλεισμός.|| (μτφ.) Ιδεολογικά/νομικά/συναισθηματικά ~. Τα ~ του έρωτα/του παρελθόντος/της σκλαβιάς. Κόβω/λύνω/σπάω/χαλαρώνω τα ~. Πβ. αλυσίδες, ζυγός. Βλ. δεσμός. ● ΦΡ.: τα (ιερά) δεσμά του γάμου βλ. γάμος [< αρχ. δεσμά]
12016δεσμευμένος, η, ο δε-σμευ-μέ-νος επίθ. 1. που έχει δεσμευτεί, που υπόκειται σε περιορισμούς: ~ με συμβόλαιο. Πβ. υποχρεωμένος.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ες: καταθέσεις/μετοχές. ~α: κεφάλαια. Το ποσό παραμένει ~ο.|| (ΜΑΘ.) ~η: πιθανότητα (: μερική πληροφόρηση για το αποτέλεσμα του πειράματος). Βλ. Θεωρία (των) Πιθανοτήτων.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ος: χώρος στον δίσκο (βλ. χωρητικότητα). ~η: λέξη (: που εκλαμβάνεται ως τελεστής κάποιας λειτουργίας). 2. που έχει μόνιμη ερωτική σχέση ή που είναι παντρεμένος, αρραβωνιασμένος ή λογοδοσμένος. ΑΝΤ. αδέσμευτος (2) ● ΣΥΜΠΛ.: δεσμευμένος λογαριασμός βλ. λογαριασμός ● βλ. δεσμεύω
12017δέσμευσηδέ-σμευ-ση ουσ. (θηλ.) ΑΝΤ. αποδέσμευση 1. ανάληψη ηθικής ή νομικής υποχρέωσης· κατ' επέκτ. ο περιορισμός που προκύπτει από αυτή: δημόσια/έγγραφη/οικονομική/πολιτική/προεκλογική/προκαταβολική/προσωπική/προφορική/ρητή/σαφής ~. ~ στήριξης. ~ της διοίκησης/της κυβέρνησης για ... Συζήτηση χωρίς καμία ~. Άμεση υλοποίηση της ~ης του υπουργού. Συνεπής στη ~ή του. Ελεύθερος από κάθε είδους ~. Δεν ανέλαβα καμία/οποιαδήποτε ~ σχετικά με αυτό το ζήτημα. Διαφοροποιείται από την αρχική της ~. Αθετεί/εκπληρώνει/πραγματοποιεί/σέβεται/τηρεί τις ~εύσεις του/της για ... Λόγω ~εύσεων προς την Ευρωπαϊκή Ένωση/τους πελάτες. Πβ. ευθύνη, καθήκον, υπόσχεση, χρέος. Βλ. αυτο~.|| Μόνιμη ~. Δεν είναι έτοιμη για κανενός είδους ~. Αποφεύγει/δεν θέλει ~εύσεις. Πβ. δεσμός. 2. παρακράτηση ή απαγόρευση χρήσης: (προσωρινή) ~ εμπορευμάτων/ποσότητας νωπών κρεάτων.|| (ΟΙΚΟΝ.) Διετής/χρονική ~. ~ ιδιοκτησίας/καταθέσεων/μετοχών/περιουσιακών στοιχείων/πόρων. Χρηματοδότηση με ~ κεφαλαίων. Πβ. πάγωμα. 3. περιορισμός, κράτηση ή συγκράτηση: ~ του χώρου συνάντησης. Πβ. κλείσιμο.|| (ΦΥΣ.-ΧΗΜ.) ~ της ηλιακής ενέργειας/του φωτός (βλ. φωτοσύνθεση). ~ βαρέων μετάλλων από υγρά απόβλητα. Μονάδα ~ης διοξειδίου του άνθρακα. ● ΣΥΜΠΛ.: δέσμευση (του) αζώτου βλ. άζωτο [< μτγν. δέσμευσις ‘δέσιμο (σε δεμάτια), αγγλ. binding]
12018δεσμευτικός, ή, ό δε-σμευ-τι-κός επίθ. (λόγ.): που επιβάλλει δέσμευση, περιορισμό για κάτι: ~ός: κανόνας/νόμος. ~ή: απόφαση/ισχύς/πρόταση/συμφωνία/υποχρέωση. ~ό: πρόγραμμα/χρονοδιάγραμμα. ~οί: όροι (της σύμβασης). ~ά: μέτρα. Δεν είναι ~ό να ... Έχει ~ό χαρακτήρα. ΣΥΝ. περιοριστικός ● επίρρ.: δεσμευτικά [< αρχ. δεσμευτικός ‘κατάλληλος για δέσμευση’, αγγλ. binding]
12019δεσμευτικότηταδε-σμευ-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ο χαρακτήρας της δέσμευσης, η ιδιότητα του δεσμευτικού: Η κανονιστική ~ των (κοινωνικών/συνταγματικών) διατάξεων. Η νομική ~ μιας απόφασης. Βλ. -ότητα.
12020δεσμεύωδε-σμεύ-ω ρ. (μτβ.) {δέσμευ-σα, δεσμεύ-τηκα (λόγ.) -θηκα, -οντας, -όμενος, -μένος} ΑΝΤ. αποδεσμεύω 1. θέτω περιορισμούς, υποχρεώνω: ~ κάποιον με όρκο. Μη ~εις τον εαυτό σου με υποσχέσεις. Ο λόγος του τον ~ει. Η απόφαση ~ει το δικαστήριο. Το νομοσχέδιο δεν ~ει την κυβέρνηση (πβ. περιορίζω). Η συμφωνία ~ει τα συμμετέχοντα κράτη να ... (πβ. αναγκάζω). Ως διευθυντής μπορεί να ~ει με την υπογραφή του την εταιρεία. 2. παρακρατώ ή απαγορεύω τη χρήση: Ο δικαστικός επιμελητής μπορεί να ~σει αγαθά του εναγόμενου. Ληγμένα αναψυκτικά ~τηκαν σε σούπερ-μάρκετ.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ ένα κεφάλαιο/κονδύλια/μετοχές/ένα ποσό από τον τραπεζικό λογαριασμό (βλ. δεσμευμένος λογαριασμός). ~ τα χρήματά μου για έναν χρόνο (βλ. προθεσμιακή κατάθεση). Η περιουσία/το σπίτι μου ~τηκε. Πβ. παγώνω. 3. περιορίζω, κρατώ ή συγκρατώ: ~ μια αίθουσα/μια θέση/μια περιοχή/έναν χώρο (: κάνω κράτηση). ~ (ΤΗΛΕΠ.) την τηλεφωνική γραμμή/(ΠΛΗΡΟΦ.) τη μνήμη του σκληρού δίσκου. ~ τον χρόνο κάποιου. Δεν θέλω να σε ~σω, γιατί μπορεί και να μην έρθω (βλ. κλείνω).|| (ΦΥΣ.-ΧΗΜ.) Η χλωροφύλλη ~ει την ηλιακή ενέργεια και τη μετατρέπει σε χημική (βλ. φωτοσύνθεση). Τα φυτά ~ουν το διοξείδιο του άνθρακα. ● Παθ.: δεσμεύομαι: αναλαμβάνω υποχρέωση για κάτι: ~ δημόσια/εμπράκτως/ηθικά/νομικά/πολιτικά/προσωπικά/ρητώς για κάτι. ~ απέναντι σε κάποιον. Προτιμά να μη ~εται με συμφωνίες. ~τηκε ότι θα/να απαντήσει σύντομα. Άκουσε, μίλησε, αλλά δεν ~τηκε σε τίποτε συγκεκριμένο. Πβ. υπόσχομαι. Βλ. αυτο~.|| (κατ' επέκτ., για σταθερή ερωτική σχέση) Φοβάται να ~τεί σε έναν γάμο. ● βλ. δεσμευμένος [< αρχ. δεσμεύω ‘δένω’, γαλλ. lier, αγγλ. bind]
12021δέσμηδέ-σμη ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) σύνολο ομαδοποιημένων ή στενά συνδεδεμένων μεταξύ τους στοιχείων: ~ αποφάσεων/ενεργειών/(ΠΛΗΡΟΦ.) εντολών/μέτρων/προγραμμάτων/προτάσεων/ρυθμίσεων/υπηρεσιών. (ΠΛΗΡΟΦ.) Μετάδοση ή επεξεργασία δεδομένων σε ~ες. Οι απαντήσεις οργανώθηκαν κατά ~ες (: ομαδοποιήθηκαν). Πβ. πακέτο.|| (ΦΥΣ.) ~ ακτινοβολίας/ακτίνων γ, Χ/λέιζερ/μικροκυμάτων. ~ ηλεκτρονίων/πρωτονίων/συχνοτήτων/σωματιδίων/υπερήχων/φωτονίων. Παλμογράφος διπλής ~ης. Φωτοκύτταρα με έξι ~ες.|| (ΙΑΤΡ.) Μυς που αποτελείται από ~ες με παράλληλες ίνες. 2. σύνολο ομοειδών πραγμάτων που συγκρατούνται μεταξύ τους με κάποιου είδους δέσιμο: ~ εγγράφων/κλειδιών. Τα προϊόντα ταξινομούνται σε ~ες. Πβ. δεσμίδα, μάτσο. Βλ. ανθο~, αρμαθιά, δεμάτι. 3. (ειδικότ.) καθεμία από τις κατευθύνσεις της τελευταίας τάξης του λυκείου με την αντίστοιχη ομάδα των βασικών εξεταζόμενων μαθημάτων, σε παλαιότερο σύστημα εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση: οι σχολές/οι υποψήφιοι της πρώτης/δεύτερης/τρίτης/τέταρτης ~ης. Βλ. κατεύθυνση. ● ΣΥΜΠΛ.: δέσμη φωτός/φωτεινή δέσμη: ΦΥΣ. σύνολο από φωτεινές ακτίνες, στήλη φωτός: ανακλώμενη/εστιασμένη/μονοχρωματική ~ ~. Οι φωτεινές δέσμες διακρίνονται σε παράλληλες, συγκλίνουσες και αποκλίνουσες. [< πβ. αρχ. δέσμη ‘δεμάτι’, γαλλ. faisceau]
12022ΔΕΣΜΗΕ(ο): Διαχειριστής Ελληνικού Συστήματος Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας. Βλ. ΡΑΕ.
12023δεσμίδαδε-σμί-δα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): δέσμη υλικών στοιχείων, συνήθ. μικρών διαστάσεων: ~ες χαρτονομισμάτων. Εισιτήρια σε ~ες των δέκα.|| (ΦΥΣ.) ~ ινών/λέιζερ/φωτός.|| (ΑΝΑΤ.) Μυϊκές ~ες. [< αρχ. δεσμίς]
12024δέσμιος, α, ο δέ-σμι-ος επίθ. (λόγ.) 1. (μτφ.) που δεσμεύεται, εξαρτάται, περιορίζεται από κάτι: ~ μιας απόφασης/κάποιων καταστάσεων. ~ των επιλογών (πβ. όμηρος)/της μοίρας/των παθών/του παρελθόντος του. ~ σε κανόνες/ταμπού. Πβ. υποχείριος. ΣΥΝ. δούλος (2) 2. κρατούμενος ή αιχμάλωτος που είναι δεμένος (με αλυσίδες, χειροπέδες): Οδηγήθηκε/σύρθηκε ~ στη φυλακή. Πβ. δεσμώτης, σιδηρο~, φυλακισμένος. ● ΣΥΜΠΛ.: δέσμια αρμοδιότητα βλ. αρμοδιότητα [< 2: αρχ. δέσμιος]
12025δεσμόςδε-σμός ουσ. (αρσ.) {πληθ. δεσμοί (οι) κ. δεσμά (τα)} 1. στενή συνήθ. σχέση μεταξύ δύο ή περισσοτέρων προσώπων ή ομάδων, φαινομένων, ιδεών: αδιάσπαστος/άρρηκτος/εμπορικός/ερωτικός/ιστορικός/ισχυρός/κοινωνικός/οικογενειακός/οικονομικός/παράνομος/πνευματικός/πολιτικός/σταθερός/στενός/συγγενικός/συζυγικός/συμβατικός/συναισθηματικός/συνεκτικός/φυσικός ~. ~ αγάπης/εμπιστοσύνης/φιλίας. Σπάει ένας ~. Ανάπτυξη/δημιουργία/διατήρηση/ενδυνάμωση/σύσφιξη ενός ~ού. Ακατάλυτοι/κοινοί ~οί θρησκείας μεταξύ κρατών.|| Δεν έχει μόνιμο/σταθερό ~ό (= ερωτική σχέση). Πβ. κρίκος. 2. ΧΗΜ. το σύνολο των δυνάμεων που δρουν μεταξύ των ατόμων με αποτέλεσμα τον σχηματισμό μορίων: απλός/διπλός/μεταλλικός/τριπλός ~. ~ υδρογόνου. Διάσπαση/μήκος ~ού.δεσμοί (οι): ΠΛΗΡΟΦ. αναφορά μιας ιστοσελίδας ή ενός αρχείου σε έγγραφο υπερκειμένου: εξωτερικοί/προτεινόμενοι/τοπικοί ~. Πβ. (υπερ)σύνδεσμος, υπερδεσμός. [< αγγλ. links, 1951] ● ΣΥΜΠΛ.: ακόρεστος δεσμός βλ. ακόρεστος, Βόρειος/Νότιος Δεσμός της Σελήνης βλ. σελήνη, γόρδιος δεσμός βλ. γόρδιος, δεσμός αίματος βλ. αίμα, ετεροπολικός/ιοντικός δεσμός βλ. ετεροπολικός, ομοιοπολικός δεσμός βλ. ομοιοπολικός, πεπτιδικός δεσμός βλ. πεπτιδικός ● ΦΡ.: κόβω (τους) δεσμούς βλ. κόβω [< 1: αρχ. δεσμός 2: αγγλ. bond]
12026δεσμοφύλακαςδε-σμο-φύ-λα-κας ουσ. (αρσ. + θηλ.): υπάλληλος των φυλακών υπεύθυνος για τη φρούρηση των κρατουμένων. Βλ. -φύλακας. [< μτγν. δεσμοφύλαξ, μεσν. δεσμοφύλακας]
12027δεσμωτήριοδε-σμω-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) (επίσ.-παλαιότ.): κρατητήριο, φυλακή. Βλ. -τήριο. [< αρχ. δεσμωτήρ
12028δεσμώτηςδε-σμώ-της ουσ. (αρσ.) {δεσμωτ-ών} (επίσ.) 1. πρόσωπο που έχει φυλακιστεί, που βρίσκεται υπό περιορισμό: ~ες των στρατοπέδων. Πβ. κρατούμενος, φυλακισμένος. 2. (μτφ.) άτομο που είναι δέσμιο μιας κατάστασης: ~ του πάθους. Πβ. αιχμάλωτος, υποτελής. [< 1: αρχ. δεσμώτης]
12029δεσοξυριβο(ζο)νουκλεϊ(νι)κό οξύουσ. (ουδ.): ΒΙΟΧ. Ντι-Εν-Έι (DNA). Βλ. ριβονουκλεϊκό οξύ. [< αγγλ. desoxyribonucleic acid, 1931, deoxyribonucleic acid, 1938, γαλλ. désoxyribonucléique acide, 1960]
12030δεσποζόμενος, η, ο δε-σπο-ζό-με-νος επίθ. (επίσ.): (για κατοικίδιο) που έχει ιδιοκτήτη: ~ος: σκύλος. ~α: ζώα συντροφιάς. ΑΝΤ. αδέσποτος (1)
12032δεσπόζων, ουσα, ον δε-σπό-ζων επίθ. (λόγ.): που ξεχωρίζει, κυριαρχεί, επικρατεί: ~ων: χαρακτήρας. ~ουσα: άποψη/τάση. ~ον: θέμα/στοιχείο. ~ουσα μορφή/φυσιογνωμία στις τέχνες και τα γράμματα. Η εταιρεία κατέχει ~ουσα θέση στην αγορά. Πβ. εξέχων. Βλ. κυβερνών.|| (στη βυζαντινή μουσική) ~οντες: φθόγγοι (: αυτοί που χρησιμοποιούνται πολλές φορές, που ακούγονται συχνότερα σ' ένα μέλος). ● Ουσ.: δεσπόζουσα (η): ΜΟΥΣ. η πέμπτη βαθμίδα της διατονικής κλίμακας. Βλ. τονική. [< γαλλ. dominante] [< αρχ. δεσπόζων, γαλλ. dominant]
12033δέσποιναδέ-σποι-να ουσ. (θηλ.) {(λόγ.) δεσποίνης} (ως χαρακτηρισμός ή προσφών.) 1. (με κεφαλ. Δ) η Παναγία. 2. (παλαιότ.) οικοδέσποινα και γενικότ. κυρία, συνήθ. ευγενικής καταγωγής ή ανώτερης κοινωνικής θέσης. Πβ. αφέντρα, κυρά. [< 1: αρχ. Δέσποινα 2: μεσν. δέσποινα]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.