| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 12034 | δεσποινίδα | δε-σποι-νί-δα ουσ. (θηλ.) {δεσποινίδ-ας (λόγ.) -ος} & (συνήθ. ως προσφών.) δεσποινίς (συντομ. Δ/δα, δις): ανύπαντρη, συνήθ. νεαρή, γυναίκα (κυρ. παλαιότ., σήμερα συνηθίζεται η προσφώνηση "κυρία"): Μεγάλωσε, έγινε ολόκληρη ~! Συγγνώμη ~ίς μου!|| (παρωχ.) Κυρίες και ~ες.|| (ειρων.) ~ ετών ... ● Υποκ.: δεσποινιδούλα (η) [< μεσν. δεσποινίς, γαλλ. (ma)demoiselle, ιταλ. signorina] | |
| 12035 | δεσποσύνη | δε-σπο-σύ-νη ουσ. (θηλ.) (κυρ. παλαιότ. ως προσφών., ειρων.): δεσποινίς: Γλυκιά/ωραία μου ~ ... [< αρχ. δεσπόσυνος 'που ανήκει στον άρχοντα', πβ. δεσποσύνη ‘δεσποτισμός’, γαλλ. maîtresse] | |
| 12036 | δεσποτάκι | δε-σπο-τά-κι ουσ. (ουδ.): σκληρό ξύλο ανοιχτού χρώματος που χρησιμοποιείται κυρ. στην κατασκευή επίπλων. [< τουρκ. dişbudak] | |
| 12037 | δέσποτας | βλ. δεσπότης | |
| 12038 | δεσποτάτο | δε-σπο-τά-το ουσ. (ουδ.): ΙΣΤ. αυτοδιοικούμενες περιοχές κυρ. στην Ήπειρο και την Πελοπόννησο, τις οποίες ίδρυσαν και κυβερνούσαν βυζαντινοί ευγενείς, επονομαζόμενοι δεσπότες, κατά την υστεροβυζαντινή περίοδο: το ~ του Μορέως/του Μυστρά. Βλ. -άτο. [< μεσν. δεσποτάτον] | |
| 12039 | δεσποτεία | δε-σπο-τεί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΠΟΛΙΤ. πολιτικό σύστημα στο οποίο όλες οι εξουσίες είναι συγκεντρωμένες στα χέρια ενός ατόμου: ανατολίτικη/απόλυτη ~. Πβ. απολυταρχία, δεσποτισμός, δικτατορία. Βλ. φασισμός. 2. (μτφ.) καταναγκασμός, τυραννία: απελευθέρωση του ανθρώπου από κάθε μορφής ~. ● ΣΥΜΠΛ.: (πε)φωτισμένη δεσποτεία/μοναρχία: ΙΣΤ. απολυταρχικό πολιτικό σύστημα στην Ευρώπη του 18ου αι., εμπνεόμενο από το προοδευτικό πνεύμα του Διαφωτισμού. [< γερμ. aufgeklärte Despotie/Monarchie] [< αρχ. δεσποτεία ‘απόλυτη εξουσία’] | |
| 12040 | δεσπότης | δε-σπό-της ουσ. (αρσ.) {-η (λόγ.) -ου (κλητ. δέσποτ-α) | -ες (λαϊκό) -άδες, -ών (λαϊκό) -άδων} 1. ΕΚΚΛΗΣ. & (λαϊκό) δέσποτας: επίσκοπος ή μητροπολίτης: Άγιε ~α.|| (ως επίκληση:) Ευλόγησον, ~α. 2. ΕΚΚΛΗΣ. (με κεφαλ. Δ) προσφώνηση του Χριστού ή του Θεού: ο Κύριος και ~ μας. 3. ΙΣΤ. (στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία) τίτλος για τον αυτοκράτορα και για μέλη της βασιλικής οικογένειας· ηγεμόνας δεσποτάτου. 4. (σπάν.) απόλυτος άρχοντας ή κυρίαρχος, κύριος (τόπου, πράγματος, προσώπου). Πβ. αφέντης. Βλ. οικο~. ● ΦΡ.: καλά είν' τα φαρδομάνικα, μα είν' για δεσποτάδες (παροιμ.): για όσους έχουν φιλοδοξίες που ξεπερνούν τις ικανότητές τους., από μυλωνάς δεσπότης βλ. μυλωνάς [< 1,2: μτγν. δεσπότης 3,4: αρχ. ~] | |
| 12041 | δεσποτικός | , ή, ό δε-σπο-τι-κός επίθ. 1. που ανήκει, ταιριάζει σε απόλυτο άρχοντα και κατ’ επέκτ. τυραννικός, αυταρχικός: ~ός: άνθρωπος (= σατράπης)/χαρακτήρας. ~ή: εξουσία (= απολυταρχική)/συμπεριφορά. ~ό: καθεστώς/κράτος. Πβ. δυναστικός. Βλ. φασιστικός. 2. ΕΚΚΛΗΣ. που ανήκει στον δεσπότη ή σχετίζεται με αυτόν: ~ή: μίτρα/ράβδος. ~ό: αξίωμα. ~ά: άμφια. ● Ουσ.: δεσποτικό (το) 1. ΕΚΚΛΗΣ. δεσποτικός θρόνος. Βλ. άμβωνας. 2. (σπανιότ.-λαϊκό) η κατοικία του επισκόπου. ΣΥΝ. επισκοπικό ● επίρρ.: δεσποτικά ● ΣΥΜΠΛ.: δεσποτικές εικόνες: ΕΚΚΛΗΣ. οι εικόνες του Χριστού, της Θεοτόκου, του Ιωάννη του Προδρόμου και του Αγίου στον οποίο είναι αφιερωμένος ο ναός., δεσποτική εορτή βλ. εορτή, δεσποτικός/επισκοπικός θρόνος βλ. θρόνος [< 1: αρχ. δεσποτικός 2: μεσν. ~] | |
| 12042 | δεσποτισμός | δε-σπο-τι-σμός ουσ. (αρσ.): άσκηση ολοκληρωτικής εξουσίας και γενικότ. κάθε μορφή καταπίεσης και αυταρχισμού: ο ~ του καθεστώτος. Επανάσταση ενάντια στον ~ό. Πβ. απολυταρχ-, σατραπ-, συγκεντρωτ-ισμός.|| (μτφ.) Θρησκευτικός/πνευματικός ~. [< γαλλ. despotisme, αγγλ. despotism] | |
| 12043 | δέστρα | δέ-στρα ουσ. (θηλ.) 1. ΝΑΥΤ. σημείο στερέωσης (κυρ. πάσσαλος) για το δέσιμο του πλοίου στην προκυμαία: σιδερένια ~. ~ πλώρης. Η ~ της άγκυρας. Πβ. αγάντα. Βλ. όκιο. 2. (συνήθ. σε αθλητικό εξοπλισμό) οτιδήποτε χρησιμοποιείται για στήριξη ή δέσιμο: ~ες (για πέδιλα) σκι.|| ~ καρπού (= περικάρπιο). | |
| 12044 | δετός | , ή, ό δε-τός επίθ.: που δένεται ή είναι δεμένος: ~ή: ζώνη. ~ά: παπούτσια (: με κορδόνια).|| Φόρεμα ~ό στον λαιμό (ΑΝΤ. λυτός). Βλ. δερματόδετος. [< μτγν. δετός] | |
| 12046 | δεύρο | [δεῦρο] δεύ-ρο επίρρ. (αρχαιοπρ.): προς τα εδώ, μόνο στη ● ΦΡ.: δεύρο έξω! (ΚΔ): (καταχρ.) βγες έξω! [< αρχ. δεῦρο ‘προς τα εδώ’] | |
| 12047 | δεύτε | [δεῦτε] δεύ-τε επίρρ. (αρχαιοπρ.): εμπρός, ελάτε, κυρ. στις ● ΦΡ.: δεύτε λάβετε φως: ΕΚΚΛΗΣ. (από την Ακολουθία της Ανάστασης) ελάτε να πάρετε το Άγιο Φως., δεύτε τελευταίον ασπασμόν βλ. ασπασμός [< αρχ. δεῦτε < δεῦρο ἶτε] | |
| 12048 | δευτερ- | βλ. δευτερο- | |
| 12049 | Δευτέρα | Δευ-τέ-ρα ουσ. (θηλ.): η δεύτερη ημέρα της εβδομάδας (με πρώτη την Κυριακή) και πρώτη εργάσιμη: ~ απόγευμα/βράδυ/μεσημέρι/πρωί. ~ 11 Απριλίου. Θα επιστρέψει την επόμενη/ερχόμενη ~. Η προθεσμία έληξε την περασμένη ~. Την πρώτη/τελευταία ~ του μήνα. Από ~ ξεκινάω μαθήματα. Ξημερώματα ~ας. Τις ~ες/κάθε ~ έχω γυμναστήριο. Βλ. δευτεριάτικος, τσαγκαροδευτέρα. ● ΣΥΜΠΛ.: Καθαρά/Καθαρή Δευτέρα: ΕΚΚΛΗΣ. η πρώτη ημέρα νηστείας της Μεγάλης Σαρακοστής. Βλ. Κούλουμα. ΣΥΝ. Καθαροδευτέρα, Μεγάλη Δευτέρα (συντομ. Μ. Δευτέρα): ΕΚΚΛΗΣ. η Δευτέρα της Μεγάλης Εβδομάδας. ● ΦΡ.: της Κυριακής χαρά και της Δευτέρας λύπη βλ. Κυριακή [< μτγν. Δευτέρα] | |
| 12050 | δευτεραγωνιστής | δευ-τε-ρα-γω-νι-στής ουσ. (αρσ.) {σπανιότ. θηλ. δευτεραγωνίστρια}: πρόσωπο που παίζει δευτερεύοντα ρόλο, κυρ. σε θεατρική παράσταση ή στον κινηματογράφο και κατ' επέκτ. σε οποιαδήποτε περίσταση: ο πρωταγωνιστής και ο ~. Βλ. ήρωας, κομπάρσος.|| (μτφ.) ~ές του πολιτικού παιχνιδιού. [< μτγν. δευτεραγωνιστής, αγγλ. deuteragonist] | |
| 12051 | δευτεραθλητής, δευτεραθλήτρια | δευ-τε-ρα-θλη-τής ουσ. (αρσ. + θηλ.): αθλητής που καταλαμβάνει τη δεύτερη θέση στην τελική κατάταξη αγώνα: (ως επίθ.) ~τρια: ομάδα.|| (μτφ., συχνά ειρων.) Η χώρα βγήκε ~τρια στην ανεργία. Βλ. πρωτ-, τριτ-αθλητής. | |
| 12052 | δευτεράντζα | δευ-τε-ρά-ντζα ουσ. (θηλ.) & δευτεράτζα (λαϊκό-μειωτ.): δεύτερης διαλογής, κατώτερης ποιότητας: (για πρόσ.) Ό,τι κι αν κάνει, θα παραμείνει ~. Πβ. δευτεροκλασάτος.|| (περιληπτ.) Εδώ συχνάζει όλη η ~ της πόλης. Πβ. λαϊκούρα, μπασκλασαρία.|| (για αντικείμενο) Κράτησε το καλό πράγμα και μας έστειλε τη ~. Βλ. -άντζα. | |
| 12053 | δευτερεύων | , ουσα, ον δευ-τε-ρεύ-ων επίθ. {δευτερεύ-οντος (θηλ. -ουσας (λόγ.) -ούσης) | -οντες (ουδ. -οντα), -όντων (θηλ. -ουσών)} 1. που είναι λιγότερο σημαντικός ή βασικός και κατ' επέκτ. επικουρικός, πρόσθετος: ~ων: λόγος/παράγοντας/ρόλος/τομέας. ~ουσα: ανάγκη/απασχόληση/δραστηριότητα/ειδικότητα/θέση/κατηγορία/μοίρα/χρήση. ~ον: γεγονός/θέμα/πρόβλημα/στοιχείο. ~οντα: καθήκοντα/χαρακτηριστικά. Πβ. ασήμαντος, επουσιώδης, παρεμπίπτων.|| ~ων: άξονας/δρόμος. ~ουσα: αγορά (: για αξεσουάρ, ανταλλακτικά ή για μετοχές)/είσοδος/κατοικία (ΑΝΤ. κύρια)/πηγή (ενέργειας/εσόδων). ~ον: (αποχετευτικό/οδικό/υδρευτικό) δίκτυο/(ΗΛΕΚΤΡ.) πηνίο. ΑΝΤ. πρωτεύων (1) 2. δευτερογενής: ~ων: στόχος. ~ουσα: δράση/λειτουργία.|| (ΧΗΜ.) ~ουσα: αντίδραση. ● επίρρ.: δευτερευόντως (λόγ.): κατά δεύτερο λόγο. ΑΝΤ. πρωτευόντως ● ΣΥΜΠΛ.: δευτερεύοντα μαθήματα (προφ.): που παρέχουν συμπληρωματικές γνώσεις. ΑΝΤ. πρωτεύοντα μαθήματα, δευτερεύουσα/εξαρτημένη πρόταση: ΓΡΑΜΜ. αυτή που εξαρτάται από άλλη συμπληρώνοντας τη σημασία της και εισάγεται με συνδέσμους, αντωνυμίες ή επιρρήματα. ΑΝΤ. κύρια/ανεξάρτητη πρόταση, δευτερεύοντα χρώματα βλ. χρώμα, δευτερεύουσα/περιφερειακή/βοηθητική μνήμη βλ. μνήμη, ήσσονος/δευτερεύουσας σημασίας βλ. ήσσων & ήττων [< μτγν. δευτερεύω, γαλλ. secondaire, αγγλ. secondary] | |
| 12054 | δευτεριάτικος | , η, ο δευ-τε-ριά-τι-κος επίθ. (προφ.): που συμβαίνει τη Δευτέρα: ~η: εκπομπή. ~ο: πρωινό. Βλ. -ιάτικος, καθαρο~. ● επίρρ.: δευτεριάτικα (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): Κοίτα τι μου 'τυχε ~ !(: δηλώνει έκπληξη ή δυσαρέσκεια). |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ