Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [12920-12940]

IDΛήμμαΕρμηνεία
12055δευτέριοδευ-τέ-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου}: ΧΗΜ. σταθερό ισότοπο του υδρογόνου (σύμβ. D, 2H ή H2), του οποίου ο πυρήνας αποτελείται από ένα πρωτόνιο και ένα νετρόνιο. Βλ. πρώτιο, τρίτιο. ΣΥΝ. βαρύ υδρογόνο [< αγγλ. deuterium < νεολατ. deuteron + -ium, 1933, γαλλ. deutérium, 1934]
12056δευτερο- & δευτερό- & δευτερ-: α' συνθετικό λέξεων που δηλώνει ότι κάτι συμβαίνει για δεύτερη φορά, βρίσκεται αμέσως μετά το πρώτο σε σειρά ή είναι αποτέλεσμα μιας διαδικασίας: δευτερο-λογία.|| Δευτερο-ετής/δευτερό-τοκος. Δευτερ-αγωνιστής.|| (μτφ.) Δευτερο-γενής. Βλ. πρωτο-, τριτο-.
12057δευτεροβάθμιος, α, ο δευ-τε-ρο-βάθ-μι-ος επίθ.: που αντιπροσωπεύει τον δεύτερο βαθμό μιας ιεραρχίας, σειράς ή φάσης ή σχετίζεται με αυτόν: ~α: επιτροπή/οργάνωση/τοπική αυτοδιοίκηση. ~ο: δικαστήριο/όργανο/συμβούλιο.|| ~ος: έλεγχος. ~α: απόφαση/δίκη/κρίση. ~ο: σχολείο (: που ανήκει στη μέση εκπαίδευση). ~ες: σπουδές.|| ~α: περίθαλψη/φροντίδα. Βλ. -βάθμιος. ● ΣΥΜΠΛ.: δευτεροβάθμια/μέση εκπαίδευση βλ. εκπαίδευση, εξίσωση πρώτου/δευτέρου βαθμού βλ. εξίσωση [< γαλλ. de deuxième degré, αγγλ. secondary]
12058δευτερογενής, ής, ές δευ-τε-ρο-γε-νής επίθ. (επιστ.): που συμβαίνει ή δημιουργείται σε μια δεύτερη φάση ή ακολουθία, συνήθ. ως επακόλουθο της πρώτης: ~ής: έρευνα. ~ές: υλικό. ~ή: φαινόμενα. Βλ. πρωτογενής.|| (ΙΑΤΡ.) ~ής: πρόληψη. ~ή: συμπτώματα. Πβ. δευτεροπαθής.|| (ΦΥΣ.) ~ής: ακτινοβολία/εκπομπή ηλεκτρονίων.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ής: παραγωγή. Βλ. -γενής. ● Ουσ.: Δευτερογενές (το): ΓΕΩΛ. μεσοζωικός αιώνας. ● επίρρ.: δευτερογενώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: δευτερογενής τομέας: ΟΙΚΟΝ. σύνολο οικονομικών δραστηριοτήτων που σχετίζονται με την επεξεργασία πρώτων υλών ή τη μεταποίηση προϊόντων· βιομηχανία και βιοτεχνία. Βλ. πρωτο-, τριτο-γενής τομέας., δευτερογενής αγορά βλ. αγορά [< μτγν. δευτερογενής ‘γεννημένος μετά (ή δεύτερος)’, γαλλ. secondaire, αγγλ. secondary]
12059δευτεροετής, ής, ές βλ. δευτερο-, -ετής
12060δευτεροκλασάτος, η, ο [δευτεροκλασᾶτος] δευ-τε-ρο-κλα-σά-τος επίθ. (προφ.): που είναι δεύτερος ως προς την αξία, τη σπουδαιότητα ή γενικότ. υποδεέστερος: ~ος: ηθοποιός. ~η: ομάδα. ~ες: ταινίες. ~α: στελέχη κόμματος. Πβ. δευτεράντζα. Βλ. -άτος, πρωτο-, τριτο-κλασάτος.
12061δευτερόκλιτος, η, ο δευ-τε-ρό-κλι-τος επίθ. {κυρ. στο ουδ. πληθ.}: ΓΡΑΜΜ. (για όνομα) που κλίνεται σύμφωνα με τη δεύτερη κλίση της παραδοσιακής γραμματικής (παλαιότ. αρσ./θηλ. -ος, ουδ. -ο(ν)): (κ. ως ουσ.) Ο "λόγος" ανήκει στα ~α. Βλ. πρωτό-, τριτό-κλιτος.
12062δευτερόλεπτοδευ-τε-ρό-λε-πτο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -έπτου} 1. ΜΕΤΡΟΛ. βασική μονάδα μέτρησης του χρόνου (σύμβ. sec ή s), ίση με το ένα εξηκοστό του λεπτού της ώρας: χρέωση ανά ~ (ομιλίας). Με ακρίβεια ~έπτου. Η ώρα είναι δύο και δέκα λεπτά και τριάντα ~α. Βλ. μικρο~, νανο~. ΣΥΝ. δεύτερο (λεπτό) 2. (συνεκδ.) εξαιρετικά σύντομο χρονικό διάστημα: διαφορά/ζήτημα ενός ~έπτου. Όλα έγιναν σε δέκατα/εκατοστά/χιλιοστά του ~έπτου. (προφ.) Έρχομαι σε ένα ~ (: αμέσως). 3. ΜΑΘ. μονάδα μέτρησης τόξων και γωνιών, ίση με το ένα εξηκοστό του πρώτου λεπτού της μοίρας. ● ΦΡ.: σε κλάσμα/κλάσματα (του) δευτερολέπτου: πάρα πολύ γρήγορα: Ο υπολογιστής επεξεργάζεται τα δεδομένα ~ ~ (= με απίστευτη ταχύτητα). Πβ. στο πι και φι., υπόθεση δευτερολέπτων: για κάτι που γίνεται πάρα πολύ γρήγορα: Η ψηφιακή μεταφορά δεδομένων είναι ~ ~., κύκλοι (ανά δευτερόλεπτο) βλ. κύκλος [< μτγν. δευτερόλεπτον (όρος της ΑΣΤΡΟΝ.) ‘ένα λεπτό της μοίρας’, γαλλ. seconde]
12063δευτερολογίαδευ-τε-ρο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (επίσ.): δεύτερη αγόρευση ενός ομιλητή για το ίδιο θέμα σε επίσημη συνήθ. συνεδρίαση (στη Βουλή, στο δικαστήριο): ομιλία και ~ του προέδρου. Βλ. πρωτο-, τριτο-λογία. [< μτγν. δευτερολογία]
12064δευτερολογώ[δευτερολογῶ] δευ-τε-ρο-λο-γώ ρ. (αμτβ.) {δευτερολογ-εί, -ώντας | δευτερολόγ-ησε, -ήσει} (επίσ.): κάνω δευτερολογία: Ο βουλευτής/κατηγορούμενος ζήτησε να ~ήσει. Πβ. ανταπαντώ. Βλ. πρωτο-, τριτο-λογώ. [< μτγν. δευτερολογῶ]
12065δεύτερονδεύ-τε-ρον επίρρ. (λόγ.): για να δηλωθεί ότι το αναφερόμενο στοιχείο βρίσκεται στη δεύτερη θέση σε μια απαρίθμηση, επιχειρηματολογία: κατά πρώτον ... (και) κατά ~ ... Πρώτον, πρέπει να έχω έμπνευση και ~, χρόνο για να γράψω. Βλ. -ον2. [< αρχ. δεύτερον]
12066Δευτερονόμιο(ν)Δευ-τε-ρο-νό-μι-ο(ν) ουσ. (ουδ.): ΘΕΟΛ. το τελευταίο βιβλίο από την Πεντάτευχο της Παλαιάς Διαθήκης, στο οποίο επαναλαμβάνονται οι εντολές του Μωυσή. [< μτγν. Δευτερονόμιον]
12067δευτεροπαθής, ής, ές δευ-τε-ρο-πα-θής επίθ.: ΙΑΤΡ. (για παθολογική κατάσταση) που εμφανίζεται σε δεύτερη φάση, που εκδηλώνεται ως επακόλουθο άλλης: ~ής: καρκίνος. ~ής: υπέρταση. ~ή: ψυχολογικά προβλήματα. Πβ. δευτερογενής. Βλ. πρωτο-, τριτο-παθής. [< γαλλ. secondaire]
12068δεύτερος, η, ο δεύ-τε-ρος αριθμητ. τακτ. {κ. (λόγ.) γεν. αρσ./ουδ. δευτ-έρου, (λόγ.) θηλ. δευτέρα} (σύμβ. 2ος, Β' ή β', ΙI) 1. που αντιπροσωπεύει τον αριθμό δύο (2) σε μια ακολουθία ή σειρά: ~ος: αγώνας/γάμος/γύρος/κύκλος/μήνας/τόμος. ~η: ανάγνωση/βαθμίδα/δοκιμή/δόση/εβδομάδα/έκδοση/ενότητα/κατοικία/σελίδα/τάξη/φάση. ~ο: δεκαπενθήμερο/επεισόδιο/επίπεδο/ερώτημα/έτος/ημίχρονο/θέμα/μέρος/παιδί/παράδειγµα/πτυχίο/σκέλος/τεύχος/τμήμα/φύλλο.|| Φίλιππος ο ~ (B'). Ο ~ (Β’) Παγκόσμιος Πόλεμος. 2. που βρίσκεται αμέσως μετά τον πρώτο σε μια ιεραρχική κλίμακα: ~ος: αντιπρόεδρος/νικητής/ρόλος. ~η: ομάδα/φωνή. ~ο: βραβείο/ρεκόρ. Έμεινε/ήρθε/κατετάγη/τερμάτισε ~. ~ στην κατάταξη. Η ~η θέση της βαθμολογίας/της κατηγορίας/του ομίλου/του πρωταθλήματος.|| (ΓΡΑΜΜ.) ~η: κλίση. ~ο: πρόσωπο.|| (κατ' επέκτ.) Προϊόντα ~ης ποιότητας (= ευτελή, κατώτερα, φτηνιάρικα). 3. (επι)πρόσθετος, εναλλακτικός, συμπληρωματικός: ~ος: δρόµος/λογαριασμός/τρόπος. ~η: γνώμη/επιλογή/ονομασία/προσπάθεια. ~ο: αντίγραφο/εισόδημα. Πβ. επιπλέον. 4. που συνδέεται με δεύτερο βαθμό συγγένειας: ~ος: θείος. ~η: ξαδέλφη. Συγγενής ~έρου βαθμού. 5. (για κάποιον, κάτι) συγκρίσιμο με κάτι άλλο, παρόμοιο: Έγινε/ήταν (σαν)/στάθηκε ~ πατέρας για μένα. Χώρα που έγινε η ~η πατρίδα του. Πβ. καινούργιος, νέος. Βλ. άλλος. ● Ουσ.: δευτέρα (η) 1. (κ. με κεφαλ. Δ) ενν. τάξη σχολικής βαθμίδας (σύμβ. Β΄). 2. ενν. ταχύτητα οχήματος: Πάτα συμπλέκτη και βάλε ~. 3. ΜΑΘ. ενν. δύναμη αριθμού: 2 στη ~ (22 = 2 Χ 2). Υψώνουμε τον αριθμό εις τη/στη ~. ΣΥΝ. τετράγωνο (2) [< γαλλ. la seconde] , δεύτερος (ο) 1. ενν. όροφος: Ανεβαίνω/μένω στον ~ο. 2. (συνήθ. στη γεν., σε ανάγνωση ημερομηνίας γραμμένης με αριθμούς) ενν. μήνας, ο Φεβρουάριος: στις 3/2 (: τρεις ~έρου). 3. ΝΑΥΤ. ο δεύτερος στην ιεραρχία μηχανικός σε επιβατηγό ή εμπορικό πλοίο. ● ΣΥΜΠΛ.: δεύτερη θέση: οικονομική θέση, κυρ. σε πλοίο, τρένο: εισιτήριο/επιβάτες ~ης ~ης. Βλ. πρώτη θέση., δεύτερη φύση (μτφ.-εμφατ.): για στοιχείο άμεσα συνδεδεμένο με κάποιον ή πολύ οικείο σε αυτόν: Όταν συνηθίζεις κάτι, σου γίνεται ~ ~. [< γαλλ. seconde nature] , δεύτερο χέρι: για επανάληψη βαψίματος, πλυσίματος, ξεπλύματος· το ίδιο χρώμα του δεύτερου βαψίματος: (Ξε)πλένω τα ρούχα ~ ~.|| Πέρασα και το ~ ~ στον τοίχο., Δευτέρα Παρουσία βλ. παρουσία, δεύτερη Ανάσταση/Εσπερινός της Αγάπης/Αγάπη βλ. ανάσταση, δεύτερη γλώσσα βλ. γλώσσα, δεύτερη νιότη/νεότητα/εφηβεία βλ. νιότη, δεύτερη σκέψη βλ. σκέψη, δεύτερο (λεπτό) βλ. λεπτό, δεύτερο αντάρτικο βλ. αντάρτικο, πρώτης (Α')/δεύτερης (Β')/τρίτης (Γ')/τελευταίας διαλογής βλ. διαλογή, πρώτο/δεύτερο βιολί βλ. βιολί, πρώτου/δευτέρου/τρίτου βαθμού βλ. βαθμός, σε πρώτο/δεύτερο πλάνο βλ. πλάνο, σχολείο δεύτερης ευκαιρίας βλ. σχολείο, το ασθενές/ωραίο/δεύτερο/αδύναμο/αδύνατο φύλο βλ. φύλο ● ΦΡ.: από δεύτερο χέρι 1. για μεταχειρισμένα προϊόντα: βιβλία/ρούχα/συσκευές/υλικά ~ ~. Αγοράζω/ψωνίζω ~ ~. Πβ. χρησιμοποιημένος. 2. με διαμεσολάβηση, έμμεσα, χωρίς άμεση πρόσβαση στις αρχικές πηγές: διηγήσεις ~ ~. Πληροφορίες ~ ~. Βλ. από πρώτο χέρι. [< γαλλ. de seconde main] , για δεύτερη φορά: ξανά: πρωταθλητής ~ ~. ~ ~ μέσα σε έναν μήνα., κάθε δεύτερη μέρα/κάθε δεύτερο χρόνο: μέρα παρά μέρα, χρόνο παρά χρόνο: Τους επισκέπτομαι ~ ~ μέρα., κατά δεύτερο λόγο/κατά δεύτερον: για να δηλωθεί ότι κάτι κατέχει τη θέση που βρίσκεται αμέσως μετά την πρώτη., κατεβαίνει/παίζει με τα δεύτερα (προφ.): (συνήθ. στο ποδόσφαιρο) για ομάδα που αγωνίζεται με πολλούς αναπληρωματικούς ή νεαρούς και άπειρους παίκτες., το έν(α) δεύτερο: το ήμισυ ενός συνόλου (σύμβ. 1/2): ~ ~ του πληθυσμού/του συνόλου/της τιμής., χωρίς δεύτερη σκέψη (εμφατ.): αμέσως, χωρίς ενδοιασμό: Ανταποκρίθηκε ~ ~.|| (κατ' επέκτ.) Χωρίς ~η ματιά/προειδοποίηση., δεν υπάρχει άλλος/δεύτερος σαν (και/κι) αυτόν βλ. υπάρχω, έξις, δευτέρα φύσις βλ. φύση, κάλλιο/καλύτερα πρώτος στο χωριό, παρά δεύτερος στην πόλη βλ. χωριό, σε δεύτερη μοίρα βλ. μοίρα, τελευταίος (/δεύτερος/τρίτος) και καταϊδρωμένος βλ. καταϊδρωμένος, χωρίς δεύτερη κουβέντα/συζήτηση βλ. κουβέντα [< 1,2,3,4: αρχ. δεύτερος 5: γαλλ. second]
12069δευτεροταγής, ής, ές δευ-τε-ρο-τα-γής επίθ.: ΧΗΜ. κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: δευτεροταγής δομή: ΒΙΟΧ. τύπος οργανικής ένωσης (πρωτεϊνικής δομής), στην οποία ένα άτομο άνθρακα είναι απευθείας συνδεδεμένο με δύο αλκύλια (RR'CH-). Βλ. πρωτο-, τριτο-, τεταρτο-ταγής. [< αγγλ. secondary structure, 1952]
12070δευτερότοκος, η, ο δευ-τε-ρό-το-κος επίθ. (λόγ.): που έχει γεννηθεί δεύτερος σε μια οικογένεια: ~ος: γιος. ~η: κόρη. ~ο: παιδί. Βλ. πρωτό-, τριτό-τοκος. [< μτγν. δευτερότοκος]
12071ΔευτερότριταΔευ-τε-ρό-τρι-τα ουσ. (ουδ.) (τα) (προφ.): κάθε Δευτέρα και Τρίτη: Δίνει παραστάσεις τα ~.
12072δεφτέριβλ. τεφτέρι
12073δέχομαιδέ-χο-μαι ρ. (μτβ.) {δέχ-τηκα (λόγ.) -θηκα, -τεί (λόγ.) -θεί,-χθείς, -όμενος} 1. γίνομαι (απο)δέκτης: ~ εντολές/επιδράσεις/ερεθίσματα/ερωτήσεις/οδηγίες/παραγγελίες. ~ επιστολές/(τηλεφωνικές) κλήσεις/μέιλ/μηνύματα (στο κινητό μου). ~τηκε τηλεφώνημα. Πβ. παίρνω, (παρα)λαμβάνω.|| (ΦΥΣ.) Η δύναμη/η ροπή που ~εται ένα σώμα.|| (παίρνω κάτι που μου προσφέρεται, συνήθ. με ικανοποίηση:) ~ δώρα/έπαινο/ευχές/κοπλιμέντα/λουλούδια/προσφορές/πρόταση (συνεργασίας)/(ψυχολογική) στήριξη/συγχαρητήρια/συμβουλές/φιλοδωρήματα/χάδια. Το ίδρυμα ~εται δωρεές. ~ τα εύσημα/χειροκροτήματα (του κόσμου).|| (υφίσταμαι:) ~ απειλές/επιθέσεις/κατηγορίες/παράπονα/πιέσεις/πλήγμα/προκλήσεις/πρόστιμο/(αυστηρές) συστάσεις/χτυπήματα (κάτω από τη ζώνη). (συνήθ. στο ποδόσφαιρο) Ο παίχτης ~τηκε κίτρινη/κόκκινη κάρτα. 2. αποδέχομαι: ~ τις απόψεις (: επιδοκιμάζω, συμμερίζομαι)/τη διαφορετικότητα/τη δικαιολογία/τα επιχειρήματα/τη θεωρία/τους κανόνες/τη λύση/(αδιαμαρτύρητα/ανεπιφύλακτα) τους όρους (της Σύμβασης)/την παραίτηση (κάποιου)/την (νέα) πραγματικότητα/τη συνεργασία. ~ ως αληθές/πιθανό ότι ... ~ μετά χαράς την πρόσκλησή σας. ~ με μεγάλη συγκίνηση αυτό το βραβείο/ταπεινά τη μεγάλη τιμή που μου κάνετε ... ~τείτε τις προσωπικές μου ευχαριστίες/τη συγγνώμη μου/τα θερμά μου συλλυπητήρια για ... Δεν ~ την ιδέα ότι ... (: δεν συμβιβάζομαι με ...). ~τηκε την κατάσταση παθητικά/στωικά. Να ~εσαι τον άλλο όπως είναι. Οι δικοί της δεν τον ~ονται για γαμπρό τους (: δεν τον εγκρίνουν). ~τηκε τη μοίρα του.|| (αναγνωρίζω:) ~τηκαν την ευθύνη για τις πράξεις τους (ΑΝΤ. αποποιούμαι). Δεν θέλει να ~τεί (με τίποτα) την αποτυχία/την ήττα/το λάθος του. Δέξου (= παραδέξου) ότι δεν μπορείς να ξέρεις τα πάντα. 3. ανέχομαι: (Δεν) ~ την κοροϊδία/προσβολές. Δεν το ~ αυτό! Δεν ~ αστειάκια/διαταγές/έλεγχο/μαθήματα(συμπεριφοράς)/παρατηρήσεις/σχόλια/υποδείξεις από κανέναν! Δεν ~ αυτούς που λένε ότι ... Δεν πρόκειται να ~τώ συμβιβασμούς. Πβ. σηκώνω.|| Η σχάρα μπορεί να ~τεί (= να αντέξει) φορτίο μέχρι εκατό κιλά. 4. συμφωνώ: ~εσαι (= θέλεις) να γίνεις γυναίκα μου/να με παντρευτείς; ~τηκαν (πρόθυμα/χωρίς αντιρρήσεις) να προσφέρουν εθελοντικά βοήθεια. Δεν ~τηκε να απαντήσει σε άλλες ερωτήσεις. Πβ. συγκατανεύω, συναινώ. 5. υποδέχομαι: ~ επισκέψεις/καλεσμένους. Τον ~τηκε στο γραφείο/στο σπίτι του. Μας ~τηκαν εγκάρδια/με ανοιχτές (τις) αγκάλες/με θέρμη/με κατεβασμένα μούτρα/με χαρά/ψυχρά. Ετοιμάζονται να ~τούν ένα νέο μέλος στην οικογένειά τους. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας ~τηκε τον υπουργό Εξωτερικών. H πόλη ~εται ετησίως πολλούς επισκέπτες. Βλ. καλο~.|| (ως ευχή, κ. ειρων.) Καλώς τα/τους ~τηκες! Με το καλό να τον/τους ~τείς!|| (μτφ.) Η πατρική γη τον ~τηκε στην αγκαλιά της.|| (συνήθ. για καθηγητές, γιατρούς, πολιτικούς· είμαι διαθέσιμος για όσους επιθυμούν να με επισκεφτούν:) Πότε ~εται τους φοιτητές στο γραφείο του ο καθηγητής; Ο Πρωθυπουργός ~τηκε αντιπροσωπεία εργαζομένων/σε ακρόαση τους υπουργούς του (πβ. ακροώμαι). Ο γιατρός ~εται πρωινές ώρες. 6. υποθέτω, θεωρώ· υποστηρίζω: Αν ~τούμε ότι η κατάσταση μένει η ίδια, τότε τι θα κάνεις;|| Στη μελέτη του ~εται (= πιστεύει) ότι ... ~όμαστε ότι η αρχική σχέση ισχύει. ● ΦΡ.: δεν ακούω/δεν δέχομαι/δεν θέλω/δεν σηκώνω/δεν παίρνω κουβέντα βλ. κουβέντα [< αρχ. δέχομαι]
12074δέψηδέ-ψη ουσ. (θηλ.) (επιστ.): βυρσοδεψία.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.