Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [12940-12960]

IDΛήμμαΕρμηνεία
12075δεψικός, ή, ό δε-ψι-κός επίθ.: ΧΗΜ. (για υλικό) που χρησιμοποιείται στη βυρσοδεψία: ~ό: οξύ. ~ές: ύλες.
12076δέων, ουσα, ον δέ-ων επίθ. {δέ-οντος (θηλ. -ουσας (λογιότ.) -ούσης), -οντα | -οντες (ουδ. -οντα)} (λόγ.): κατάλληλος, αναγκαίος: ~ουσα: αντιμετώπιση/απάντηση/επιμέλεια/σημασία/τιμή. Οι ~ουσες αποφάσεις/εγγυήσεις/ενέργειες/εξηγήσεις/κυρώσεις/οδηγίες. Τα ~οντα μέτρα (: ενδεδειγμένα)/προσόντα (: απαραίτητα). Με τον ~οντα σεβασμό. Με/χωρίς τη ~ουσα προσοχή. Με τη ~ουσα ευαισθησία/σοβαρότητα. ΣΥΝ. αρμόζων, πρέπων, προσήκων ● Ουσ.: δέον (το): το αναγκαίο, πρέπον: Γνωρίζω/κάνω το ~ (= το σωστό). Οφείλουμε να πράξουμε το ~. ● ΦΡ.: δέον γενέσθαι (αρχαιοπρ.): που πρέπει να γίνει: Θα ληφθούν αποφάσεις για το τι ~ ~. Οι γνώμες διίστανται σχετικά με το ~ ~ (= το πρακτέο)., κατά το δέον/τα δέοντα: όπως πρέπει, ταιριάζει, είναι σωστό: Αντιμετωπίζω ~ ~ ένα ζήτημα. ΣΥΝ. κατά το πρέπον, τα δέοντα 1. αυτά που πρέπει να γίνουν: Η ελληνική Δικαιοσύνη ενήργησε/έπραξε ~ ~ (: προέβη στις κατάλληλες ενέργειες). Βλ. καθ' υπέρβαση. 2. ως ένδειξη σεβασμού και εκτίμησης, χαιρετίσματα: (παλαιότ.) ~ ~ στη μαμά σας! Πβ. προσρήσεις., υπέρ το δέον & πέραν του δέοντος & (σπάν.) πλέον του δέοντος (εσφαλμ. υπέρ του δέοντος): περισσότερο από όσο πρέπει: Είναι ~ ~ διαχυτικός/επιφυλακτικός/ευαίσθητος. Ανησυχούν ~ ~. ● βλ. δεόντως [< μτχ. εν. του ρ. δέω ‘έχω ανάγκη, χρειάζομαι’, βλ. δει]
12077δημόρ. (λόγ.): μόνο στις ● ΦΡ.: και δη & και δη και (εμφατ.): και μάλιστα, και ειδικότερα: Υποστήριζε την αντίθετη άποψη ~ ~ προκλητικά.|| Τα ζώα, ~ ~ τα κατοικίδια, ..., δει δη χρημάτων βλ. δει [< αρχ. δή, καί δή]
12191ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ.(το): Δημοτικό Περιφερειακό Θέατρο. ΔΗΠΕΘΕ
12078δήγμα[δῆγμα] δήγ-μα ουσ. (ουδ.) {δήγμ-ατος | -ατα} (επίσ.): δάγκωμα ζώου ή τσίμπημα εντόμου, φιδιού, ψαριού: δηλητηριώδες/θανατηφόρο ~. ~ σκύλου. ~ μέλισσας/οχιάς. Πβ. δαγκωματιά, δοντιά. [< αρχ. δῆγμα]
12079δήθεν[δῆθεν] δή-θεν επίρρ.: για να δηλωθεί ότι κάτι είναι προσποιητό ή ψεύτικο: ~ τυχαία. Έκανε ότι ~ δεν με ήξερε. (εμφατ.) Παρίσταναν τάχα μου ~ τους σωτήρες. Πβ. και καλά.|| (ως επίθ.) ~ άρρωστος/ειδικός. Επικαλείται έναν ~ διάλογο. ● Ουσ.: δήθεν 1. (ο/η) πρόσωπο που υποκρίνεται, που έχει επιτηδευμένη συμπεριφορά: Σιχαίνεται τους ~. 2. (το) προσποίηση, επιτήδευση, οτιδήποτε ψεύτικο: Δεν μπορεί να ξεχωρίσει το αληθινό από το ~. [< αρχ. δῆθεν]
12080δηθενιάδη-θε-νιά ουσ. (θηλ.) (νεαν. αργκό): η ιδιότητα αυτού που είναι δήθεν. Βλ. επιδειξιομανία.
12081δηκτικός, ή, ό δη-κτι-κός επίθ. (λόγ.): οξύς, καυστικός: ~ή: απάντηση/διάθεση/κριτική/σάτιρα. ~ό: σχόλιο/ύφος/χιούμορ. Πβ. φαρμακερός.|| (για πρόσ.) ~ και προκλητικός/σαρκαστικός/σκωπτικός. Πβ. δριμύς, τσεκουράτος, τσουχτερός. ● επίρρ.: δηκτικά [< αρχ. δηκτικός]
12082δηκτικότηταδη-κτι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): καυστικότητα, δριμύτητα: Διαθέτει χιούμορ και ~. Βλ. -ότητα. [< γαλλ. mordacité]
12083δηλαδήδη-λα-δή σύνδ. 1. κειμενικός δείκτης με επεξηγηματική λειτουργία· προηγείται ή έπεται της φράσης στην οποία αναφέρεται: Είπε και πάλι τα ίδια, ότι ~ δεν φταίει για τίποτα. Έρχεται και φεύγει όποτε νομίζει, ~ τουρίστας (= σαν να λέμε). ~, αν δεν έρθεις, να μην περιμένω. Πβ. δηλονότι, ήγουν, ήτοι, τουτέστιν. 2. ως εμφατικό ερώτησης: (ως έκφρ. απορίας) ~ τα δρομολόγια που δεν έγιναν ματαιώνονται; Και πότε ~ θα ξέρεις;|| (ειρων. ή με δυσαρέσκεια) Πώς θέλεις να πάμε ~; ~, για να καταλάβω, τι πρέπει να κάνω (πβ. επιτέλους, τελικά); 3. σε θέση συμπερασματικού δείκτη: ~ δεν θα 'ρθεις; (= επομένως, πβ. άρα, οπότε). ~ με κορόιδευε τόσο καιρό! (= ώστε λοιπόν). Μιλάμε ~ για ... [< αρχ. δῆλα δή]
12084δηλητηριάζωδη-λη-τη-ρι-ά-ζω ρ. (μτβ.) {δηλητηρία-σε, -σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, -σμένος, δηλητηριάζ-οντας} 1. προκαλώ βλάβη ή θάνατο σε ζωντανό οργανισμό με δηλητήριο· κατ΄ επέκτ. επιβαρύνω με τοξικές ουσίες: Ασυνείδητοι ~ουν αδέσποτα σκυλιά. Προσπάθησαν να τη ~σουν με φυτοφάρμακο. ~στηκε από μανιτάρια (= έπαθε τροφική δηλητηρίαση). Πβ. φαρμακώνω.|| Η όξινη βροχή ~ει το έδαφος (= μολύνει, προσβάλλει). ~εται το οικοσύστημα/περιβάλλον (= διαταράσσεται, καταστρέφεται).|| ~σμένο: νερό/ποτό. ~σμένα: (ΜΥΘ.-ΙΣΤ.) βέλη/τρόφιμα. Εξόντωση ζώων με ~σμένα δολώματα (πβ. φόλα).|| ~σμένος: αέρας. ~σμένη: ατμόσφαιρα. Πβ. μολυσμένος. 2. (μτφ.) βλάπτω, φθείρω: Ο κομματισμός/ο ρατσισμός/η σκανδαλολογία ~ει την κοινωνία. Το άγχος ~ει (= κατατρώει) τη ζωή του. Μην ~εις την ψυχή σου με μίση και κακίες. Η ζήλια ~σε τη σχέση τους. Πβ. υπονομεύω, υποσκάπτω. [< μεσν. δηλητηριάζω, γαλλ. empoisonner]
12085δηλητηρίασηδη-λη-τη-ρί-α-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. εισαγωγή δηλητηρίου σε οργανισμό, τροφές, νερό· κυρ. η βλάβη, η μόλυνση ή ο θάνατος που προκαλεί: ελαφρά/οξεία/τοξική/χρόνια (βλ. τοξικομανία) ~. ~ του αίματος (βλ. σηψαιμία). ~ από αλκοόλ (βλ. αλκοολισμός)/μόλυβδο (= μολυβδίαση). Αντίδοτο σε περίπτωση ~ης. Μαζικές ~άσεις ζώων. Κέντρο Δηλητηριάσεων. Έπαθε/υπέστη τροφική ~ (βλ. αλλαντίαση, γαστρεντερίτιδα, σαλμονέλα). Πέθανε από φαρμακευτική ~. Πβ. τοξίκωση, φαρμάκωμα. 2. (μτφ.) αρνητική επίδραση: ~ του μυαλού. [< γαλλ. empoisonnement]
12086δηλητήριοδη-λη-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {δηλητηρί-ου} 1. ουσία φυσικής ή χημικής προέλευσης που προκαλεί οργανικές διαταραχές ή/και θάνατο: δραστικό/επικίνδυνο/ισχυρό/φονικό ~. Τοξικά ~α. Το ~ του σκορπιού/του φιδιού. ~ για τα ποντίκια (= ποντικοφάρμακο). Θανάτωση ζώων με ~ (= φόλα). ~α και αντίδοτα. Αρσενικό, μόλυβδος και άλλα ~α. Ρουφάω το ~ από την πληγή. Αυτοκτόνησε με ~ (= φαρμακώθηκε). Του έριξαν ~ στο ποτό.|| (γενικότ.) Ο αέρας που αναπνέουμε είναι σκέτο ~. ΣΥΝ. φαρμάκι (1) 2. (μτφ.) οτιδήποτε έχει βλαπτικές συνέπειες· ειδικότ. πολύ δηκτικά, καυστικά σχόλια: το ~ του μίσους. (ως παραθετικό σύνθ.) Γυναίκα-~ (= επικίνδυνη, μοιραία).|| Πένα ~. 3. (προφ.) ό,τι έχει πολύ πικρή γεύση: ~ ο καφές! Δεν έβαλες καθόλου ζάχαρη; ● ΦΡ.: (η γλώσσα/το στόμα του) στάζει/έχει φαρμάκι/δηλητήριο/κακία/χολή βλ. στάζω, ρίχνω χολή/δηλητήριο/φαρμάκι βλ. ρίχνω [< αρχ. δηλητήριον]
12087δηλητηριώδης, ης, ες δη-λη-τη-ρι-ώ-δης επίθ. {δηλητηριώδ-ους | -εις (ουδ. -η), -ών} (λόγ.) ΣΥΝ. ιοβόλος 1. που περιέχει δηλητήριο ή (για ζώα, έντομα) το εκκρίνει· που προκαλεί δηλητηρίαση: ~ης: ατμόσφαιρα/ουσία. ~ες: νέφος. ~εις: αναθυμιάσεις. ~η: αέρια/απόβλητα/μανιτάρια/φυτά. Πβ. τοξικός.|| ~ης: αράχνη. ~ες: κεντρί. ~η: φίδια/ψάρια.|| ~ες τσίμπημα σαλαχιού. Πβ. φαρμακερός. 2. (μτφ.) που εκφράζει κακία, πικρόχολος: ~ης: κριτική. ~ες: χιούμορ. ~η: βέλη/σχόλια. Πβ. δηκτικός, καυστικός, φαρμακερός. Βλ. -ώδης. ● επίρρ.: δηλητηριωδώς [-ῶς] [< μτγν. δηλητηριώδης, γαλλ. vénéneux, délétère]
12088δήλιος, α, ο δή-λι-ος επίθ.: που προέρχεται από τη Δήλο ή σχετίζεται με αυτή, συνήθ. ο Απόλλωνας. Κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: δήλιο(ν) πρόβλημα: άλυτο, δυσεπίλυτο. [< αρχ. Δήλιος]
12089δηλονότιδη-λο-νό-τι επίρρ. (αρχαιοπρ.): δηλαδή. [< αρχ. από τη φρ. δῆλόν (ἐστιν) ὅτι]
12090δήλος, ος, ον [δῆλος] δή-λος επίθ. {κ. (σπάν.) θηλ. -η} (αρχαιοπρ.): φανερός, ορατός, ευδιάκριτος. Βλ. έκ-, κατά-, πρό-δηλος. ● ΣΥΜΠΛ.: δήλη ημέρα: ΝΟΜ. συμφωνημένη ημερομηνία μέχρι την οποία πρέπει να καταβληθεί οφειλή. [< αρχ. δῆλος]
12091δηλωμένος, η, ο δη-λω-μέ-νος επίθ. & (λόγ.) δεδηλωμένος 1. που έχει γνωστοποιηθεί, εκφραστεί ρητά, που έχει αποκαλυφθεί: ~ος: θαυμαστής/οπαδός/στόχος. ~η: αντίθεση/επιθυμία/θέληση/θέση (= εκ(πε)φρασμένη). ~ο: ενδιαφέρον (= εκδηλωμένο). ~οι: εχθροί (βλ. κηρυγμένοι, ορκισμένοι). Η ~η πολιτική της κυβέρνησης. Πβ. φανερός. 2. που έχει δηλωθεί επίσημα, σύμφωνα με ορισμένο τυπικό σε αρμόδια Αρχή ή υπηρεσία: ~η: αξία/διεύθυνση/εργασία. ~ο: εισόδημα. ~ες: δαπάνες. ΑΝΤ. αδήλωτος (1) ● Ουσ.: δηλωμένη (η): ιερόδουλη που ασκεί νόμιμα το επάγγελμά της, που έχει δηλωθεί στην Αστυνομία. ● ΣΥΜΠΛ.: η αρχή της δεδηλωμένης & δεδηλωμένη (η): ΠΟΛΙΤ. σύμφωνα με την οποία ένα κόμμα, για να αναλάβει την εξουσία και να διατηρηθεί σε αυτή, πρέπει να έχει λάβει ψήφο εμπιστοσύνης από τη Βουλή. Βλ. αρχή της πλειοψηφίας, πρόταση μομφής/δυσπιστίας. [< μτχ. παθ. παρακ. του ρ. δηλώνω, γαλλ. déclaré]
12092δηλών, ούσα, ούν [δηλῶν] δη-λών επίθ.: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. (για πρόσωπο ή φορέα) που δηλώνει κάτι: ~ών: δικαιούχος. ~ούσα: επιχείρηση. ● Ουσ.: δηλών, δηλούσα (ο/η): στο τέλος υπεύθυνης δήλωσης: Ο (υπευθύνως) ~/Η ~ούσα. Στοιχεία ~ούντος. Βλ. αιτών, βεβαιών, υπογράφων. [< αρχ. δηλῶν]
12093δηλώνωδη-λώ-νω ρ. (μτβ.) {δηλών-ει (επίσ.) δηλοί, δήλω-σα, -θηκε (λόγ. μτχ. δηλω-θείς, -θείσα, -θέν), -μένος (λόγ.) δεδηλωμένος, δηλών-οντας} 1. ανακοινώνω, γνωστοποιώ ή εκφράζω με ρητό, σαφή ή εμφατικό τρόπο: ~ την αντίθεσή/την απογοήτευσή/τη γνώμη/την εκτίμησή/τον θαυμασμό/την πρόθεσή/τη συγκατάθεσή μου. ~ απερίφραστα/δημόσια/εγκαίρως/επανειλημμένως/επιγραμματικά/επίσημα/ευθαρσώς/προκαταβολικά. ~ει αισιόδοξος/ικανοποιημένος. ~ει άθεος/αριστερός/δεξιός. Ο πρωθυπουργός ~σε κατηγορηματικά ότι ... (πβ. αναφέρω, αποκαλύπτω, βεβαιώνω. ΑΝΤ. αποκρύπτω, αποσιωπώ). Η βλάβη έχει ~θεί στον ΟΤΕ. ~ άγνοια/αδυναμία/αφοσίωση/πίστη/υποταγή (πβ. αναγνωρίζω, ομολογώ). Βλ. εκ~. 2. κοινοποιώ με δήλωση, κυρ. σε αρμόδια Αρχή ή υπηρεσία: ~ τον γάμο/τη γέννηση/τον θάνατο/το παιδί στο ληξιαρχείο. ~ εισοδήματα από ακίνητα (στην εφορία, πβ. εμφανίζω, παρουσιάζω)/μαθήματα (στη σχολή μου)/την παραίτησή μου (στον εργοδότη μου, βλ. υποβάλλω)/τα στοιχεία μου (στην αστυνομία, πβ. δίνω)/τους υπαλλήλους μου (στο ΙΚΑ). ~θηκε ο ποδοσφαιριστής (στην ΟΥΕΦΑ, για δικαίωμα συμμετοχής στις διοργανώσεις της). ~ υπεύθυνα ότι ... (βλ. υπεύθυνη δήλωση). (στο τελωνείο) Έχετε κάτι να ~σετε; ~στε συμμετοχή στον διαγωνισμό/στην κλήρωση (= πάρτε μέρος). (ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ.) Ο αιτών/η αιτούσα δηλοί την ακρίβεια των παραπάνω στοιχείων (= επιβεβαιώνει).δηλώνει: σημαίνει, δείχνει, φανερώνει: Το πρώτο ψηφίο ~ τον αύξοντα αριθμό του μαθήματος (πβ. υπο~). Όπως ~ η λέξη. Το ύφος του ~ δυσαρέσκεια. Βλ. συν(υπο)~. [< μεσν. δηλώνω, γαλλ. déclarer]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.