Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [12960-12980]

IDΛήμμαΕρμηνεία
12094δήλωσηδή-λω-ση ουσ. (θηλ.) 1. προφορική ή γραπτή ανακοίνωση: αινιγματική/αόριστη/αυστηρή/βαρυσήμαντη/διφορούμενη/κατηγορηματική/ξεκάθαρη/πολιτική/προκλητική/ρητή/σαφής/σιβυλλική/σκληρή ~. Ανακαλώ/αναιρώ/διαψεύδω/επιβεβαιώνω τη ~. Ο πρωθυπουργός έκανε/προέβη/προχώρησε σε ~ώσεις. Βλ. αντι~, δια~, εκ~. 2. γνωστοποίηση σε Αρχή ή υπηρεσία, συνήθ. γραπτή, και το σχετικό έγγραφο: δημόσια/επίσημη ~. Υποβάλλω ~. Έντυπα/επιστροφή/παραλαβή/συμπλήρωση ~ώσεων. Ένορκη ~ ενώπιον δικαστικής Αρχής. ~ ενδιαφέροντος. Ηλεκτρονική ~ (μαθημάτων/συμμετοχής). Ατομική/ετήσια/οικογενειακή/τελωνειακή ~. ~ βάφτισης/γάμου/διαζυγίου/εξαφάνισης/θανάτου. ~ απώλειας/κλοπής. ~ αποποίησης ευθύνης. ~ ακινήτου/εισοδήματος. ~ έναρξης επιτηδεύματος/φόρου εισοδήματος (= φορολογική ~). ~ απορρήτου/εχεμύθειας/μυστικότητας/(προσωπικών) δεδομένων.|| (παλαιότ.) ~ μετανοίας (βλ. δηλωσίας). 3. ΓΛΩΣΣ. (στη σημασιολογία) η σχέση που συνδέει τις λέξεις με τα αντικείμενα της εξωτερικής πραγματικότητας, σε αντιδιαστολή με τη σημασία. Βλ. αναφορά, συμπαρα~, συν~, συνυπο~. ● ΣΥΜΠΛ.: δήλωση βουλήσεως/βούλησης: ΝΟΜ. εξωτερίκευση ορισμένης βούλησης με σκοπό τη σύσταση, μεταβίβαση, αλλοίωση ή κατάργηση έννομης σχέσης ή δικαιώματος. Βλ. δικαιοπραξία., υπεύθυνη δήλωση: (ακρ. ΥΔ) ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. έγγραφη δήλωση (άρθρο 8, παράγραφος 4 του Ν. 1599/1986) προς δημόσια Αρχή που πιστοποιεί γεγονός ή στοιχείο και συνεκδ. το ίδιο το έντυπο., προγραμματικές δηλώσεις βλ. προγραμματικός, φιλικός διακανονισμός/φιλική δήλωση (τροχαίου ατυχήματος) βλ. διακανονισμός, φορολογική δήλωση βλ. φορολογικός [< 1: μτγν. δήλωσις 2: γαλλ. déclaration 3: αγγλ. denotation]
12095δηλωσίαςδη-λω-σί-ας ουσ. (αρσ.) (παλαιότ.-μειωτ.): πρόσωπο που υπέγραφε δήλωση (μετανοίας), με την οποία αποκήρυσσε δημόσια τα πολιτικά του (κυρ. κομμουνιστικά) φρονήματα και κατ΄επέκτ. οποιοσδήποτε απαρνιέται τις πεποιθήσεις του.
12096δηλωτήδη-λω-τή ουσ. (θηλ.): παιχνίδι της τράπουλας, συνδυασμός ξερής και κολτσίνας, που παίζεται συνήθ. από δύο ή τέσσερις παίκτες. Βλ. μπιρίμπα, πρέφα.
12097δηλωτικός, ή, ό δη-λω-τι-κός επίθ.: που δηλώνει, φανερώνει κάτι: Ο τίτλος είναι ~ του περιεχομένου του βιβλίου. ~ό της κατάστασης που επικρατεί είναι ότι ... Πβ. αποφαντ-, εμφαντ-, ενδεικτ-ικός.|| (ΓΛΩΣΣ.) Αναφορική ή ~ή λειτουργία της γλώσσας.|| (ΨΥΧΟΛ.-ΠΑΙΔΑΓ.) ~ή: γνώση (: αναφέρεται στη γνώση γεγονότων, εννοιών, καταστάσεων, βλ. διαδικαστική)/μνήμη (= μακροπρόθεσμη μνήμη).|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ή γλώσσα προγραμματισμού. Βλ. βιο~, εκ~, συν(υπο)~. ● Ουσ.: δηλωτικό (το): επίσημο έγγραφο στο οποίο καταγράφονται τα εμπορεύματα ή οι επιβάτες πλοίου ή αεροπλάνου. [< πβ. γαλλ. manifeste] [< αρχ. δηλωτικός, γαλλ. déclaratif, dénotatif, 1972]
12098δημ- & δήμ-βλ. δημο-
12099δημαγωγίαδη-μα-γω-γί-α ουσ. (θηλ.): πολιτική παραπλάνησης της κοινής γνώμης με υποσχέσεις, κολακείες, κινδυνολογίες και συνεκδ. ο σχετικός λόγος ή η αντίστοιχη ενέργεια: ακατάσχετη/κοινωνική/φτηνή ~. Διαπλοκή, διαφθορά και ~. Πβ. δημοκοπία, λαϊκισμός. Βλ. προπαγάνδα, χειραγώγηση.|| Προεκλογικές ~ες. [< αρχ. δημαγωγία, γαλλ. démagogie, αγγλ. demagogy]
12100δημαγωγικός, ή, ό δη-μα-γω-γι-κός επίθ.: που αποσκοπεί στη δημαγωγία ή σχετίζεται με αυτή: ~ός: λόγος. ~ή: πολιτική/ρητορεία/τακτική. ~ές: κορόνες/υποσχέσεις. ~ά: συνθήματα. Πβ. λαϊκίστικος. Βλ. παραπειστικός. ● επίρρ.: δημαγωγικά [< αρχ. δημαγωγικός, γαλλ. démagogique, αγγλ. demagogic]
12101δημαγωγόςδη-μα-γω-γός ουσ. (αρσ.): αυτός που δημαγωγεί. Πβ. δημοκόπος, λαϊκιστής, λαοπλάνος. Βλ. δημεγέρτης.|| (κ. ως επίθ.) ~οί: ηγέτες. [< αρχ. δημαγωγός, γαλλ. démagogue, αγγλ. demagogue]
12102δημαγωγώ[δημαγωγῶ] δη-μα-γω-γώ ρ. (αμτβ.) {δημαγωγ-εί ..., -ώντας | δημαγώγ-ησε, δημαγωγ-ήσει}: ασκώ δημαγωγία: ~ούν και αποπροσανατολίζουν τον λαό. Πβ. λαϊκίζω. [< αρχ. δημαγωγῶ]
12103δημαιρεσίεςδη-μαι-ρε-σί-ες ουσ. (θηλ.) (οι): ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. εκλογές για την ανάδειξη προεδρείων δημοτικού ή περιφερειακού συμβουλίου. Βλ. αρχαιρεσίες.
12104δημαρχείο[δημαρχεῖο] δη-μαρ-χεί-ο ουσ. (ουδ.): το κτίριο που στεγάζει τις δημοτικές Αρχές και υπηρεσίες: τέλεση πολιτικού γάμου στο ~. Πβ. δημαρχιακό/δημοτικό μέγαρο. Βλ. -είο, κυβερνείο. [< γαλλ. mairie]
12105δημαρχίαδη-μαρ-χί-α ουσ. (θηλ.) 1. το αξίωμα του δημάρχου· συνεκδ. η θητεία του: Ανέλαβε/κέρδισε/έχασε τη ~. Οι υποψήφιοι για τη διεκδίκηση της ~ας. Βλ. -αρχία.|| Επί ~ας ... 2. (συνεκδ.) δημαρχείο. [< 1: αρχ. δημαρχία]
12106δημαρχιακός, ή, ό δη-μαρ-χι-α-κός επίθ. : που σχετίζεται με τη δημαρχία ή τον δήμαρχο: ~ός: θώκος. ~ή: Αρχή/επιτροπή/θητεία. ~ό: αξίωμα/κατάστημα/μέγαρο/συμβούλιο. ~ές: εκλογές. Πβ. δημοτικός.
12107δημαρχιλίκιδη-μαρ-χι-λί-κι ουσ. (ουδ.) (προφ.-συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): το αξίωμα και οι δικαιοδοσίες του δημάρχου. Πβ. δημαρχία. Βλ. -ιλίκι.
12108δήμαρχοςδή-μαρ-χος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {κ. (σπάν.-λαϊκό) θηλ. δημαρχίνα}: αιρετός άρχοντας ενός δήμου: εκλεγμένος ~. Το αξίωμα/οι αρμοδιότητες/το γραφείο/η θητεία του ~ου. Βάζει(/θέτει) υποψηφιότητα (= είναι υποψήφιος ~)/κατεβαίνει/πάει για ~. Εξελέγη ~ για δεύτερη συνεχή τετραετία. Βλ. -αρχος, αντι~, βλαχο~, υπερ~. ● ΦΡ.: από δήμαρχος κλητήρας (προφ.): για άτομο που υποβαθμίστηκε, συνήθ. κοινωνικά ή επαγγελματικά: Έχασε τα πάντα και βρέθηκε/έγινε/κατάντησε ~ ~! Πβ. απ' τα ψηλά στα χαμηλά., τα παράπονά σου στον δήμαρχο (προφ.): λέγεται ως απάντηση σε κάποιον που εκφράζει παράπονα ή διαμαρτυρίες, για να του δηλώσει την πλήρη αδιαφορία του. [< αρχ. δήμαρχος ‘αρχηγός του δήμου’]
12109δημεγέρτηςδη-με-γέρ-της ουσ. (αρσ.) (αρχαιοπρ.): πρόσωπο που υποκινεί εξέγερση, που ξεσηκώνει τα πλήθη. Πβ. αγκιτάτορας. Βλ. δημαγωγός, ταραχοποιός. [< μεσν. δημεγέρτης]
12110δήμευσηδή-μευ-ση ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. αφαίρεση της κυριότητας κινητού ή ακίνητου περιουσιακού στοιχείου υπέρ του Δημοσίου με δικαστική απόφαση, συνήθ. ως επιβαλλόμενη ποινή ή ως μέτρο ασφαλείας: ~ αποθεματικών/εσόδων/πόρων. ~ των κατασχεθέντων (π.χ. εκρηκτικών υλών). Διάταγμα ~ης. Βλ. απαλλοτρίωση, κατάσχεση, κρατικοποίηση. [< αρχ. δήμευσις]
12111δημεύωδη-μεύ-ω ρ. (μτβ.) {δήμευ-σε, δημεύ-τηκε (λόγ.) -θηκε, -μένος, -οντας}: ΝΟΜ. (ως κράτος) επιβάλλω την ποινή ή το μέτρο της δήμευσης: Οι Αρχές ~σαν το παράνομο φορτίο. Οι περιουσίες τους ~τηκαν. [< αρχ. δημεύω]
32295δημηγορέω

, η, ο μου-σι-κό-φι-λος επίθ.: που έχει ιδιαίτερη αγάπη για τη μουσική: ~ο: κοινό.|| (ως ουσ.) Σύλλογος ~ίλων. Πβ. φιλόμουσος. Βλ. -φιλος.

12112δημηγορίαδη-μη-γο-ρί-α ουσ. (θηλ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: ΑΡΧ. ρητορικός λόγος συμβουλευτικού χαρακτήρα, συνήθ. πολιτικού περιεχομένου: δικανικοί λόγοι και ~ες. Βλ. αγόρευση. [< αρχ. δημηγορία]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.