| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 292 | αγεφύρωτος | , η, ο [ἀγεφύρωτος] α-γε-φύ-ρω-τος επίθ. 1. (μτφ.) που δεν μπορεί να γεφυρωθεί, να ξεπεραστεί: ~ος: διχασμός. ~η: αντίθεση/διαφωνία/έχθρα. ~ο: κενό/ρήγμα. ~ες: δυσκολίες (= αξεπέραστες, ανυπέρβλητες). 2. (σπάν.) που δεν ενώθηκε ή δεν μπορεί να ενωθεί με γέφυρα: ~ο: ποτάμι. ● ΣΥΜΠΛ.: αγεφύρωτο χάσμα βλ. χάσμα [< μεσν. αγεφύρωτος] | |
| 293 | αγεωγράφητος | , η, ο [ἀγεωγράφητος] α-γε-ω-γρά-φη-τος επίθ. 1. που δεν γνωρίζει γεωγραφία και (κατ' επέκτ.-κυρ. προφ.) ανενημέρωτος, άσχετος. Βλ. ανιστόρητος. 2. (σπάν.) που δεν έχει χαρτογραφηθεί: ~η: περιοχή | |
| 294 | αγεωμέτρητος | , η, ο [ἀγεωμέτρητος] α-γε-ω-μέ-τρη-τος επίθ.: (για πρόσ.) που δεν γνωρίζει γεωμετρία και γενικότ. μαθηματικά· (κυρ.-κατ' επέκτ.) απαίδευτος: Άμουσοι και ~οι. Κυρ. στη ● ΦΡ.: μηδείς αγεωμέτρητος εισίτω (σπάν.-λόγ.): (επιγραφή στην είσοδο της Ακαδημίας του Πλάτωνα) ο αμύητος να μην εισέλθει και κατ' επέκτ. οι αμόρφωτοι δεν γίνονται δεκτοί. [< αρχ. ἀγεωμέτρητος] | |
| 295 | άγημα | [ἄγημα] ά-γη-μα ουσ. (ουδ.) {αγήμ-ατος | -ατα, -άτων}: ΣΤΡΑΤ. στρατιωτική κυρ. ομάδα επιλέκτων με ειδική υπηρεσία ή αποστολή: αποβατικό/ειρηνευτικό/ναυτικό/πολεμικό ~. ~ της Αστυνομίας/πεζοναυτών/της Πολεμικής Αεροπορίας/του Πολεμικού Ναυτικού/της Προεδρικής Φρουράς/προσκόπων/πυροσβεστών/(έπαρσης-υποστολής) σημαίας. Στρατιωτικό ~ απέδωσε τιμές. Τα ~ατα παρατάχθηκαν/παρουσίασαν όπλα. Βλ. αερ~. ● ΣΥΜΠΛ.: τιμητικό άγημα/απόσπασμα: που παρίσταται σε διάφορες εκδηλώσεις, συνήθ. για απόδοση τιμών: ~ ~ ευζώνων/στρατιωτικών. ~ ~ συνόδευε τη θαυματουργή εικόνα της Θεοτόκου. Το ~ ~ προέβη σε ρίψη πυροβολισμών. Επιθεώρηση/παρέλαση ~ού ~ατος. [< γαλλ. garde d'honneur] [< αρχ. ἄγημα] | |
| 296 | αγήρατο | [ἀγήρατο] α-γή-ρα-το ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. ποώδες καλλωπιστικό φυτό (γένος Ageratum) με μπλε, μοβ, λευκά ή ροζ άνθη. [< μτγν. ἀγήρατον ‘μαντζουράνα’, ‘θρούμπι’, γαλλ.-αγγλ. ageratum] | |
| 297 | αγι- | βλ. αγιο- & αγιό- | |
| 298 | Αγια- & Άγια- | [πρόφ. άjα, αjiά] (λαϊκό): προτακτικό ονόματος Αγίας της Εκκλησίας και κατ' επέκτ. ναού ή τοπωνυμίου: Αγια-Βαρβάρα/~Μαρίνα/~Σοφιά. Άγια-Λαύρα. Πβ. Αγία. Βλ. Αϊ-, Άι-, Αη-. | |
| 299 | αγιάζι | [ἀγιάζι] α-γιά-ζι ουσ. (ουδ.) (κυρ. λογοτ.) 1. έντονα αισθητή, διαπεραστική ψύχρα και υγρασία: βραδινό/πρωινό ~. Το ~ του χειμώνα. Με χτύπησε/τους τρώει τ' ~. Ένιωσε τ' ~ (: δυνατό κρύο). 2. πάχνη: Το ~ έκαψε τα φυτά. [< τουρκ. ayaz] | |
| 300 | αγιάζω | [ἁγιάζω] α-γιά-ζω & (επίσ. σ-γι-ά-ζω) ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {αγία-σα (λαϊκό) άγιασα, αγιά-στηκε (λόγ.) -σθηκε, -σμένος} 1. ΕΚΚΛΗΣ. (μτβ.) (για κληρικό) ραντίζω με αγιασμένο νερό, ευλογώ με κατάλληλες ευχές: Τα Θεοφάνεια οι ιερείς ~ουν τα νερά. Ο παπάς ~σε το αυτοκίνητο/τα κόλλυβα/το σπίτι. ~στηκε το πρόσφορο. Βλ. εξ~. ΣΥΝ. καθαγιάζω 2. (αμτβ.) γίνομαι, αναγνωρίζομαι ως άγιος: ~σε με τον βίο και τον μαρτυρικό του θάνατο. Ασκήτεψε και ~σε (= αγιοποιήθηκε).|| (μτφ.) Κανένας δεν ~σε στον τόπο του (: δεν αναγνωρίστηκε η αξία του). Με τα λόγια κανείς ποτέ δεν ~σε! (: οι πράξεις έχουν βαρύνουσα σημασία). ● ΦΡ.: γεια στο στόμα σου/ν' αγιάσει το στόμα/το στοματάκι σου!: ως έκφραση επιδοκιμασίας για κάτι που είπε κάποιος., και να θες ν' αγιάσεις (δεν σ' αφήνει/δεν μπορείς) (εμφατ.): σε περιπτώσεις που ένα πρόσωπο ή μια κατάσταση ενοχλεί και σκανδαλίζει τους άλλους, κάνοντάς τους να παρεκτρέπονται: Με τόσους πειρασμούς και να θες ν' αγιάσεις, δεν μπορείς., ν' αγιάσεις (σπάν.-λαϊκό): ως παράκληση ή έντονη προτροπή, για να πει ή να κάνει κάποιος κάτι: Πες μου, ~ ~, έχω δίκιο ή όχι; Άντε μπράβο ~ ~, κάνε αυτό που σου λέω. Πβ. να σε χαρώ/να χαρείς., ν' αγιάσουν τα κόκαλά του/τα πεθαμένα σου/τα χέρια τους/τα χώματα που κείτεται: ως έκφραση επιδοκιμασίας για κάτι που συνέβη ή ως προτροπή, για να γίνει κάτι. Πβ. να συγχωρεθούν τα πεθαμένα σου., σφάξε με αγά μου ν' αγιάσω (παροιμ.): σε περιπτώσεις που κάποιος μένει προκλητικά αδιάφορος σε εχθρικές ενέργειες, σκύβει υποτακτικά το κεφάλι ή υποβάλλεται σε κάποια άσκοπη θυσία., ο σκοπός αγιάζει τα μέσα βλ. σκοπός ● βλ. αγιασμένος [< μτγν. ἁγιάζω] | |
| 301 | αγίασμα | [ἁγίασμα] α-γί-α-σμα ουσ. (ουδ.) {αγιάσμ-ατος} 1. αγιασμένο νερό, αγιασμός: θαυματουργό ~. Εκεί που βρέθηκε η ιερή εικόνα της Παναγίας, ανάβλυζε ~. 2. πηγή, το νερό της οποίας θεωρείται ότι έχει θεραπευτικές ιδιότητες και συνεκδ. ο χώρος στον οποίο βρίσκεται: Το ~ του Αγίου Θεράποντα/της Ζωοδόχου Πηγής. Το ~ του μοναστηριού. [< μτγν. ἁγίασμα] | |
| 302 | αγιασματάριο | [ἁγιασματάριο] α-για-σμα-τά-ρι-ο ουσ. (ουδ.) & (λόγ.) αγιασματάριον: μικρό εκκλησιαστικό βιβλίο που περιέχει τις ακολουθίες των μυστηρίων και ευχές, μικρό ευχολόγιο. | |
| 303 | αγιασμένος | , η, ο [ἁγιασμένος] α-γι-α-σμέ-νος & α-για-σμέ-νος επίθ.: που έχει αγιαστεί, εξαγνιστεί: ~ος: γέροντας/τόπος. ~η: ζωή/μορφή. ~ο: λάδι/λείψανο/νερό/σώμα της Εκκλησίας. ~α: οστά. Ο ~/(λόγ.) ηγιασμένος άρτος/οίνος (: της Θείας Κοινωνίας). ~ο να 'ναι τ’ όνομά του! Βλ. ευλογημένος, προηγιασμένος. ● ΣΥΜΠΛ.: άγια χώματα βλ. άγιος ● βλ. αγιάζω | |
| 304 | αγιασμός | [ἁγιασμός] α-για-σμός & (επίσ.) α-γι-α-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΕΚΚΛΗΣ. σύντομη τελετή κατά την οποία ο ιερέας αγιάζει το νερό, με το οποίο ραντίζει και ευλογεί πιστούς, κτίρια, οχήματα, πλοία· το ίδιο το ράντισμα με την αγιαστούρα: Έγινε/τελέστηκε ~ για τη νέα σχολική χρονιά. Mε τον καθιερωμένο ~ό ξεκίνησε και επισήμως η λειτουργία του νέου οργανισμού. Βλ. εξ~. ΣΥΝ. καθαγιασμός 2. (συνεκδ.) το αγιασμένο νερό: Κάθε πρώτη του μηνός οι πιστοί εφοδιάζονται με ~ό. Ράντισαν το σπίτι/τα σπαρτά με τον ~ό των Φώτων. ΣΥΝ. αγίασμα (1) 3. ΘΕΟΛ. (λόγ.) απόκτηση αγιότητας: ο ~ της ζωής του χριστιανού. Σκοπός του μοναχισμού είναι ο ~ της ψυχής. 4. (μτφ.-προφ.) για ποτό εξαιρετικής ποιότητας: Σκέτος ~ είναι αυτό το κρασί! ● ΣΥΜΠΛ.: αγιασμός/καθαγιασμός των υδάτων βλ. ύδωρ [< μτγν. ἁγιασμός] | |
| 305 | αγιαστήρα | βλ. αγιαστούρα | |
| 306 | αγιαστήριο | [ἁγιαστήριο] α-γι-α-στή-ρι-ο ουσ. (ουδ.): ΕΚΚΛΗΣ. ιερό ναού, άδυτο. Βλ. -τήριο. [< μτγν. ἁγιαστήριον] | |
| 307 | αγιαστικός | , ή, ό [ἁγιαστικός] α-γι-α-στι-κός επίθ.: ΕΚΚΛΗΣ. που προσδίδει αγιοσύνη: ~ή: ζωή/Θεία Χάρη/πράξη/προσευχή. ~ό: έργο. Ο ~ χώρος της Εκκλησίας.|| ~ά: μυστήρια. [< μτγν. ἁγιαστικός] | |
| 308 | αγιαστούρα | [ἁγιαστούρα] α-για-στού-ρα ουσ. (θηλ.) 1. το σκεύος και ιδ. το ματσάκι βασιλικού που χρησιμοποιείται για τον αγιασμό: ράντισμα με την ~. Βγήκε ο παπάς με την ~ του ν' αγιάσει τα νερά/να ευλογήσει τους πιστούς.|| (μτφ.) Το πρόβλημα δεν αντιμετωπίζεται με την ~ (: με ευχές). 2. (σπάν., μτφ.-ειρων.) υπερβολικός έπαινος με σκοπό την κολακεία: Άρχισε πάλι την ~ για τ' αφεντικό του. [< μεσν. αγιαστούριν] | |
| 309 | αγιατολάχ | [ἀγιατολάχ] α-για-το-λάχ ουσ. (αρσ.) {άκλ.}: θρησκευτικός ηγέτης των σιιτών με πολιτική δύναμη. [< αγγλ. ayatollah, 1950, γαλλ. ~, 1977] | |
| 310 | αγιάτρευτος | , η, ο [ἀγιάτρευτος] α-γιά-τρευ-τος επίθ. (προφ.): αθεράπευτος. ● επίρρ.: αγιάτρευτα [< μεσν. αγιάτρευτος] | |
| 311 | αγίνωτος | , η, ο [ἀγίνωτος] α-γί-νω-τος επίθ. 1. (κυρ. για φρούτα, καρπούς ή αλκοολούχα ποτά) που δεν έχει ωριμάσει: ~η: μπανάνα (= άγουρη). ~ο: στάρι.|| ~ο: κρασί.|| ~ο: ζυμάρι/ψωμί (: που δεν έχει υποστεί ζύμωση, ώστε να φουσκώσει). ΑΝΤ. γινωμένος (1) 2. (μτφ.-λογοτ.) που δεν έχει φτάσει ακόμη σε σωματική, πνευματική ή ψυχική ωρίμανση: ~ο: μυαλό. ΣΥΝ. άγουρος (2), ανώριμος (1) |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ