| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 12113 | δημητριακά | δη-μη-τρι-α-κά ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. δημητριακό}: ΒΟΤ. ετήσια ή διετή ποώδη φυτά και κυρ. οι αμυλούχοι σπόροι τους (βρόμη, καλαμπόκι, κριθάρι, ρύζι, σίκαλη, σιτάρι), οι οποίοι αποτελούν βασικό είδος τροφής για ανθρώπους και ζώα: αλεσμένα/αναποφλοίωτα/βιολογικά/επεξεργασμένα/πλήρη ~. ~ ολικής αλέσεως για πρωινό. Όσπρια και ~. Μπάρα/νιφάδες (βλ. κορν φλέικς) ~ών. Πβ. γεννήματα. Βλ. σπαρτά.|| (ως επίθ.) ~ά: προϊόντα. ΣΥΝ. σιτηρά [< μτγν. δημητριακός ‘που ανήκει στη θεά Δήμητρα’] | |
| 12114 | δημήτριο | δη-μή-τρι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. αργυρόλευκο εύπλαστο μεταλλικό στοιχείο (σύμβ. Ce, Ζ 58) που ανήκει στις λανθανίδες. Βλ. πυρφόρος. [< γαλλ. cérium, αγγλ. cerium < λατ. Ceres ‘Δήμητρα’, πλανήτης νάνος] | |
| 12115 | δήμιος | δή-μι-ος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -ίου} 1. (μτφ.) φονιάς, βασανιστής: ~οι της ελευθερίας/των λαών. 2. (παλαιότ., σήμερα σε ορισμένες χώρες) πρόσωπο διορισμένο από τις Αρχές που εκτελεί δημόσια τις θανατικές κυρ. ποινές. Πβ. εκτελεστής. Βλ. κρεμάλα, λαιμητόμος. [< 1: γαλλ. bourreau 2: αρχ. δήμιος] | |
| 12116 | δημιούργημα | δη-μι-ούρ-γη-μα ουσ. (ουδ.): οτιδήποτε έχει δημιουργηθεί από κάποιον, έργο, κατασκεύασμα και κατ' επέκτ. αποτέλεσμα, προϊόν: ανθρώπινο/καλλιτεχνικό/λαϊκό/πνευματικό/ποιητικό/τεχνολογικό ~. ~ του πολιτισμού/της φύσης. Σπουδαία αρχιτεκτονικά ~ατα. Πβ. δημιουργία.|| ~ των σύγχρονων κοινωνικών αναγκών (πβ. απόρροια, καρπός). ~ του μυαλού/της φαντασίας (πβ. αποκύημα, γέννημα). Βλ. -ούργημα. [< μτγν. δημιούργημα] | |
| 12117 | δημιουργημένος | , η, ο δη-μι-ουρ-γη-μέ-νος επίθ. 1. που έχει δημιουργηθεί, κατασκευαστεί, προκληθεί: έργα τέχνης ~α από σπουδαίους καλλιτέχνες (= φιλοτεχνημένα). Το ντεκόρ της ταινίας είναι τεχνητά ~ο σε ηλεκτρονικούς υπολογιστές.|| (μτφ.) ~η: πραγματικότητα (= πλασματική, φτιαχτή, ψεύτικη). ~α: προβλήματα (πβ. επινοημένος). 2. (για πρόσ.) επαγγελματικά επιτυχημένος. ΑΝΤ. αδημιούργητος (1) ● βλ. δημιουργώ | |
| 12118 | δημιουργία | δη-μι-ουρ-γί-α ουσ. (θηλ.) {δημιουργι-ών} 1. παραγωγή, συγκρότηση, σχηματισμός: ~ αντιγράφων/αποθέματος (= αποθεματοποίηση)/νέων υλικών.|| ~ πολιτισμού. Η χαρά της ~ας.|| (ΠΛΗΡΟΦ., κατασκευή:) ~ αρχείου/βάσης δεδομένων/γραφικών/εγγράφου/ιστοσελίδων/λογαριασμού (ηλεκτρονικού ταχυδρομείου)/(υπερ)σύνδεσης (στο διαδίκτυο)/φακέλου. Λογισμικό/πρόγραμμα ~ας (μοντέλου).|| ~ ομάδας/συλλόγου/(πανεπιστημιακού) τμήματος. ~ (θεσμικού) πλαισίου (βλ. σύνταξη). Ανάγκη/κόστος ~ας (ενός έργου).|| ~ κράτους. Πβ. ίδρυση.|| (διαμόρφωση:) ~ δεσμού/κοινωνίας/οικογένειας/περιουσίας/προσωπικών σχέσεων (βλ. σύναψη). ~ αίσθησης ασφαλείας/ατμόσφαιρας/ευκαιριών/ευνοϊκού περιβάλλοντος/κανόνων (= θέσπιση)/κλίματος εμπιστοσύνης/νέων θέσεων εργασίας (= άνοιγμα)/προϋποθέσεων/συνθηκών. 2. δημιούργημα: εικαστική/καλλιτεχνική/λογοτεχνική/μουσική/ποιητική/ψηφιακή ~. Η προστασία/τα δικαιώματα της πνευματικής ~ας (βλ. ιδιοκτησία). Αυθεντικές/κλασικές/προσωπικές/σύγχρονες ~ες. Αρχιτεκτονικές/κινηματογραφικές/φωτογραφικές/χειροποίητες ~ες. Έκθεση/παρουσίαση/προβολή (παιδικών) ~ών (= ζωγραφιές). ~ες εμπνευσμένες από ... ~ες από ασήμι/μάρμαρο/χρυσό. Πβ. έργο.|| (για ενδύματα, συνήθ. από συλλογή:) Βραδινές ~ες. Επίδειξη ~ών υψηλής ραπτικής. Βλ. κολεξιόν.|| (για φαγητά και γλυκά:) Γαστρονομικές/γευστικές ~ες. 3. πρόκληση: ~ βραχυκυκλώματος/σπινθήρα.|| ~ κρατήρα/ρωγμών (= σχηματισμός).|| ~ άγχους (βλ. εκδήλωση)/ασάφειας/έντασης/εντυπώσεων/εφέ/κρίσης/σύγχυσης/ψευδαίσθησης. Η ~ ελλείμματος/ζημίας/χρεών. Βλ. προξένηση. 4. γέννηση: Η ~ της ζωής. Βλ. ύπαρξη.|| (μτφ.) Η ~ μιας ιδέας.|| (ΘΕΟΛ., συνήθ. με κεφαλ. Δ., γένεση:) Η θεία ~. Η ~ του ανθρώπου/του Σύμπαντος (βλ. απαρχή). Το θαύμα της ~ας. Bλ. κτίση. [< αρχ. δημιουργία, γαλλ. création, αγγλ. creation] | |
| 12119 | δημιουργικός | , ή, ό δη-μι-ουρ-γι-κός επίθ.: που έχει την ικανότητα να δημιουργεί ή συντελεί στη δημιουργία: ~ός: άνθρωπος/καλλιτέχνης. ~ό: μυαλό/πνεύμα. ~ και εφευρετικός. Πβ. επινοητικός.|| ~ός: διάλογος/οίστρος/σχεδιασμός/(ελεύθερος) χρόνος. ~ή: ασάφεια/διάθεση/εργασία/ζωή/μάθηση/ομάδα/περίοδος/πνοή/πορεία/πρωτοβουλία/σκέψη/συνεργασία/φαντασία. ~ό: γραφείο (: που ασχολείται με γραφιστικές εφαρμογές)/επάγγελμα/παιχνίδι/περιβάλλον. ~ές: δραστηριότητες/ιδέες/λύσεις/προτάσεις. ~ή έκφραση και τέχνη. Οι ~ές δυνάμεις της φύσης/χώρας. Χρόνια πολλά, χαρούμενα και ~ά (: ως ευχή)! Πβ. γόνιμος, εποικοδομητ-, παραγωγ-ικός. ● Ουσ.: δημιουργικό (το): τμήμα υπεύθυνο για τη σύλληψη και προώθηση πρωτότυπων ιδεών (σε διαφημιστικές εταιρείες, οίκους μόδας) ή για την καλλιτεχνική επιμέλεια (σε περιοδικά, ταινίες κινουμένων σχεδίων). ● επίρρ.: δημιουργικά ● ΣΥΜΠΛ.: δημιουργική ανατροπή βλ. ανατροπή, δημιουργική απασχόληση βλ. απασχόληση, δημιουργική γραφή βλ. γραφή, δημιουργική λογιστική βλ. λογιστική [< μτγν. δημιουργικός, γαλλ. créatif, αγγλ. creative] | |
| 12120 | δημιουργικότητα | δη-μι-ουρ-γι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ικανότητα για δημιουργία: έμφυτη/καλλιτεχνική/προσωπική ~. ~ και φαντασία στη μαγειρική. Η ~ της γλώσσας. Δραστηριότητες που ενθαρρύνουν/ενισχύουν/προάγουν τη ~ των παιδιών. Απελευθερώστε τη ~ά σας! Πβ. επινοητικ-, ευρηματικ-ότητα. Βλ. έμπνευση. | |
| 12121 | δημιουργισμός | δη-μι-ουρ-γι-σμός ουσ. (αρσ.): ΘΡΗΣΚ. πίστη που βασίζεται στην κυριολεκτική ερμηνεία της Γένεσης (ΠΔ) για την προέλευση του Σύμπαντος. Βλ. εξελικτισμός, -ισμός. [< γαλλ. créationnisme] | |
| 12122 | δημιουργός | δη-μι-ουρ-γός ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. πρόσωπο που δημιουργεί ή έχει δημιουργήσει κάτι· ειδικότ. καλλιτέχνης, συγγραφέας: ~ της ιστοσελίδας/του προγράμματος. Πβ. θεμελιωτής, ιδρυτής, κατασκευαστής.|| Πνευματικός ~. Ο ~ του έργου/του κειμένου. Βλ. -ουργός1. 2. ΘΕΟΛ. (με κεφαλ. Δ) ο Θεός: ο ~ του κόσμου/του Σύμπαντος. ΣΥΝ. κτίστης (2), Πλάστης 3. (αρνητ. συνυποδ.) που έχει προκαλέσει κάτι, υπαίτιος: ο ~ του ιού (: που προσβάλλει υπολογιστές)/του κακού. [< 1, 2: αρχ. δημιουργός] | |
| 12123 | δημιουργώ | [δημιουργῶ] δη-μι-ουρ-γώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {δημιουργ-είς ... | δημιούργ-ησα, -είται, -ήθηκε, -ούμενος, -ημένος, -ώντας} 1. παράγω, κάνω κάτι να αποκτήσει ύπαρξη: ~ σειρά προϊόντων.|| ~ υποδομές/χώρους (στάθμευσης). Πβ. κατασκευάζω.|| ~ δίκτυο (εθελοντών)/ομάδες (εργασίας)/υπηρεσίες. Πβ. συγκροτώ.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ αρχείο/βάση δεδομένων/λογαριασμό (στο ίντερνετ). Το πρόγραμμα ~ήθηκε από την επιθυμία για (να) .../(μέσα) στο πλαίσιο ...|| ~ησε εργοστάσιο/ένα ισχυρό κράτος/μία ολόκληρη αυτοκρατορία. Πβ. ιδρύω.|| (σχηματίζω, διαμορφώνω:) ~ήθηκαν ουρές χιλιομέτρων (από τα αυτοκίνητα). ~ούμενες: υπηρεσίες. ~ούμενα: κενά.|| ~ γέφυρες επικοινωνίας/δεσμούς (φιλίας)/πρότυπα/νέο προφίλ (= φτιάχνω)/οικογένεια/προσωπικές σχέσεις/συμμαχίες (= συνάπτω)/τις βάσεις (για μία νέα κοινωνία)/φήμη (γύρω από το όνομά μου). ~ παράδοση/σχολή σε κάτι. 2. προκαλώ, προξενώ: Συχνότητες που ~ούν παρεμβολές.|| (σχηματίζω:) ~ήθηκε στρώμα σκόνης.|| ~ούνται ελπίδες/προσδοκίες. Έχει ~ηθεί έντονο ενδιαφέρον γύρω από το ζήτημα ... (= αναπτυχθεί).|| ~ εντυπώσεις/επεισόδια/σκηνές. Μη μου ~είς προβλήματα/φασαρίες! Μου ~εί άγχος/στρες. Kατάσταση που ~εί αδιέξοδα/κινδύνους/σύγχυση. ~είται θόρυβος/προβληματισμός. ~ήθηκε δυσαρέσκεια/ένταση/πανικός/παρεξήγηση/σάλος/σκάνδαλο. ~ούνται αμφιβολίες/ανισότητες/απορίες/ερωτηματικά/υπόνοιες/υποψίες. ● ΦΡ.: δημιουργώ καταστάσεις βλ. κατάσταση, κάνω/δημιουργώ θέμα/ζήτημα βλ. θέμα, κάνω/δημιουργώ/βγάζω όνομα βλ. όνομα ● βλ. δημιουργημένος [< αρχ. δημιουργῶ, γαλλ. créer, αγγλ. create] | |
| 12124 | δημο- & δημ- & δήμ- | το ουσιαστικό δήμος ως α' συνθετικό λέξεων με αναφορά 1. στον λαό: δημο-κρατία/~σκόπηση/~ψήφισμα. Δημο-φιλής (πβ. λαο-, βλ. προσ-). Δημ-αγωγός. 2. στον δήμο μιας πόλης, τη δημοτική Αρχή: δημ-αιρεσίες. Δήμ-αρχος. | |
| 12125 | δημογέροντας | δη-μο-γέ-ρο-ντας ουσ. (αρσ.): ΙΣΤ. (επί Τουρκοκρατίας) αιρετός τοπικός άρχοντας με διοικητικές αρμοδιότητες. Πβ. κοτζαμπάσης, προεστός, πρόκριτος, προύχοντας. [< αρχ. δημογέρων ‘ο γεροντότερος του λαού, αρχηγός’] | |
| 12126 | δημογεροντία | δη-μο-γε-ρο-ντί-α ουσ. (θηλ.) ΙΣΤ. 1. το αξίωμα, η Αρχή του δημογέροντα. 2. το συμβούλιο των δημογερόντων και συνεκδ. η έδρα τους. | |
| 12127 | δημογραφία | δη-μο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΔΗΜΟΓΡ. επιστημονικός κλάδος που μελετά στατιστικά τα χαρακτηριστικά του πληθυσμού μιας περιοχής, χώρας: ιατρική/ιστορική/κοινωνική ~. ~ και μετανάστευση. Βλ. ανθρωπογεωγραφία, απογραφή.|| Επιχειρηματική ~. Βλ. -γραφία. [< γαλλ. démographie, αγγλ. demography] | |
| 12128 | δημογραφικός | , ή, ό δη-μο-γρα-φι-κός επίθ.: ΔΗΜΟΓΡ. που σχετίζεται με τη δημογραφία ή τον πληθυσμό: ~ός: δείκτης/παράγοντας/χάρτης. ~ή: ανάλυση/έκρηξη/εξέλιξη/κρίση/πολιτική/συρρίκνωση. ~ές: μελέτες/μεταβολές. ~ά: στοιχεία. Βλ. απογραφικός. ● επίρρ.: δημογραφικά ● ΣΥΜΠΛ.: δημογραφικά χαρακτηριστικά: τα γνωρίσματα (φύλο, ηλικία, μόρφωση, απασχόληση, εισόδημα) ενός πληθυσμού ή τμήματός του, ιδ. για τον προσδιορισμό του προφίλ μιας αγοράς καταναλωτών. [< αγγλ. demographics, 1967] , δημογραφικό (πρόβλημα/ζήτημα): οι αρνητικές συνέπειες της δυσανάλογης μείωσης ή αύξησης του πληθυσμού μιας περιοχής, μιας χώρας ή ολόκληρου του πλανήτη ως προς τους διαθέσιμους πόρους., γήρανση πληθυσμού βλ. γήρανση [< γαλλ. démographique, αγγλ. demographic] | |
| 12129 | δημογράφος | δη-μο-γρά-φος ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας ειδικός στη δημογραφία: οικονομολόγος-~. Βλ. -γράφος. [< γαλλ. démographe, αγγλ. demographer] | |
| 12130 | δημοδιδάσκαλος | δη-μο-δι-δά-σκα-λος ουσ. (αρσ.) (παλαιότ.): δάσκαλος σε δημοτικό σχολείο. [< μτγν. δημοδιδάσκαλος 'δάσκαλος του λαού, ιεροκήρυκας', γερμ. Volksschullehrer] | |
| 12131 | δημοκοπία | δη-μο-κο-πί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): δημαγωγία. [< μτγν. δημοκοπία] | |
| 12132 | δημοκόπος | δη-μο-κό-πος ουσ. (αρσ.) (λόγ.): δημαγωγός. [< μτγν. δημοκόπος] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ