| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 12133 | δημοκράτης | δη-μο-κρά-της ουσ. (αρσ.) {σπανιότ. θηλ. δημοκράτισσα}: υποστηρικτής των αρχών της δημοκρατίας, πρόσωπο με δημοκρατικές αντιλήψεις: βαθιά/γνήσιος ~. ~ες και προοδευτικοί. (ως προσφών., σε πολιτικό λόγο) ~ισσες και ~ες.|| (ως επίθ.) ~ πολίτης/πολιτικός. Βλ. -κράτης, σοσιαλ~, χριστιανο~. [< μεσν. δημοκράτης 'ανώτερος αξιωματούχος των δήμων στο Βυζάντιο', γαλλ. démocrate, αγγλ. democrat] | |
| 12134 | δημοκρατία | δη-μο-κρα-τί-α ουσ. (θηλ.) {δημοκρατι-ών} 1. ΠΟΛΙΤ. πολίτευμα στο οποίο η εξουσία πηγάζει από τον λαό και ασκείται από αυτόν άμεσα ή έμμεσα (μέσω εκλεγμένων αντιπροσώπων): αστική (βλ. καπιταλισμός)/σοσιαλιστική/συμμετοχική ~. Ανοιχτή/πλουραλιστική ~. Εχθρός/υπέρμαχος της ~ας. Κλονίζονται τα θεμέλια της ~ας. Η ανακήρυξη/αποκατάσταση/εγκαθίδρυση/εδραίωση/κατάλυση/κρίση/οικοδόμηση/υπονόμευση της ~ας. Έλλειμμα ~ας. Αγωνιστές της ~ας. Πβ. λαϊκή κυριαρχία. Βλ. αριστοκρατία, δεσποτεία, δικτατορία, μον-, ολιγ-αρχία, μετα~, σοσιαλ~, τηλε~, τυραννία, χριστιανο~.|| (καταχρ.) Θεοκρατική ~.|| (προφ., συνήθ. ελευθερία λόγου:) Αφήστε τον να πει τη γνώμη του, ~ δεν έχουμε; 2. (συνεκδ.) το κράτος που έχει δημοκρατικό πολίτευμα: Ελληνική/Κυπριακή ~. (ΙΣΤ.) Η Αθηναϊκή ~.|| Οι πρώην σοβιετικές ~ες.|| Ανεξάρτητες/αυτόνομες/δυτικές/φιλελεύθερες ~ες. 3. η περίοδος κατά την οποία επικρατεί δημοκρατικό πολίτευμα σε μία χώρα και η οποία αρχίζει από την ψήφιση ή αναθεώρηση του Συντάγματος: η B'/Γ' Ελληνική ~. Η Ε' Γαλλική ~. Βλ. -κρατία. ● ΣΥΜΠΛ.: αβασίλευτη δημοκρατία: ΠΟΛΙΤ. πολίτευμα στο οποίο ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας εκλέγεται άμεσα από τον λαό ή έμμεσα από τους αντιπροσώπους του: Η ~ ~ διακρίνεται σε προεδρική και προεδρευόμενη. Βλ. ρεπουμπλικανισμός.|| (το κράτος με το συγκεκριμένο πολίτευμα:) Η χώρα ανακηρύχθηκε ~ ~., άμεση δημοκρατία: ΠΟΛΙΤ. πολίτευμα στο οποίο η εξουσία ασκείται απευθείας από τον λαό: Η ~ ~ της αρχαίας Αθήνας. Βλ. δημοψήφισμα. [< γαλλ. démocratie directe] , ανελεύθερη δημοκρατία: ΠΟΛΙΤ. πολιτικό καθεστώς το οποίο τυπικά είναι δημοκρατικό, στο πλαίσιο όμως του λαϊκισμού παραβιάζει συστηματικά τις δημοκρατικές αρχές [< αμερικ. illiberal democracy, 1997], αντιπροσωπευτική/έμμεση δημοκρατία & αντιπροσωπευτικό σύστημα: ΠΟΛΙΤ. πολιτικό σύστημα διακυβέρνησης μέσω αιρετών αντιπροσώπων του λαού: H ~ ~ διακρίνεται σε αβασίλευτη και βασιλευόμενη. Πβ. κοινοβουλευτισμός. [< γαλλ. démocratie représentative] , βασιλευόμενη/βασιλευομένη δημοκρατία: ΠΟΛΙΤ. μορφή κοινοβουλευτικής δημοκρατίας που ορίζει κληρονομικό βασιλιά ως ανώτατο άρχοντα· συνεκδ. το κράτος με το συγκεκριμένο πολίτευμα., ηλεκτρονική δημοκρατία: χρήση των σύγχρονων τεχνολογιών (διαδίκτυο, κινητή τηλεφωνία) για την ενημέρωση και την ενίσχυση της συμμετοχής των πολιτών στη διαμόρφωση και λήψη αποφάσεων: ηλεκτρονική διακυβέρνηση και ~ ~. Βλ. ηλεκτρονική ψηφοφορία. ΣΥΝ. τηλεδημοκρατία (1) [< αγγλ. electronic/e- democracy] , κοινοβουλευτική δημοκρατία: ΠΟΛΙΤ. μορφή αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας με χαρακτηριστικά την άσκηση της νομοθετικής και εκτελεστικής εξουσίας από το κοινοβούλιο και την περιορισμένη δικαιοδοσία του Προέδρου της Δημοκρατίας: βασιλευόμενη/προεδρευόμενη ~ ~. ΣΥΝ. κοινοβουλευτισμός [< γαλλ. démocratie parlementaire] , λαϊκή/λαοκρατική δημοκρατία (κ. με κεφαλ. Λ, Δ): ΠΟΛΙΤ. μορφή πολιτεύματος που εγκαθιδρύθηκε στα κομμουνιστικά καθεστώτα, κυρ. μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, υπό την επίδραση της μαρξιστικής-λενινιστικής ιδεολογίας: ~ ~ της Κίνας/Κορέας (= Βόρεια Κορέα). Βλ. δικτατορία του προλεταριάτου, υπαρκτός σοσιαλισμός. [< γαλλ. république/démocratie populaire] , ομοσπονδιακή δημοκρατία: ομοσπονδιακό κράτος με δημοκρατικό πολίτευμα: η ~ ~ της Γερμανίας.|| (το συγκεκριμένο πολίτευμα:) Καθεστώς ~ής ~ας. [< αγγλ. Federal Republic, γαλλ. République fédérale] , προεδρευόμενη/προεδρευομένη δημοκρατία: ΠΟΛΙΤ. μορφή της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας στην οποία η εξουσία ασκείται από την κυβέρνηση που έχει εκλέξει ο λαός, ενώ αρχηγός του κράτους, χωρίς ουσιαστικές πολιτικές αρμοδιότητες, είναι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, που εκλέγεται συνήθ. από το κοινοβούλιο: Η Ελλάδα έχει ~ ~.|| (το κράτος με το συγκεκριμένο πολίτευμα:) H χώρα ανακηρύχθηκε (σε) ~ ~., προεδρική δημοκρατία: ΠΟΛΙΤ. μορφή αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας στην οποία ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας είναι αρχηγός του κράτους και της κυβέρνησης και έχει ουσιαστικές πολιτικές αρμοδιότητες. [< γαλλ. démocratie présidentielle] , δημοκρατία της μπανανίας/μπανάνας βλ. μπανάνα, Προεδρία της Δημοκρατίας βλ. προεδρία, Πρόεδρος (της Δημοκρατίας) βλ. πρόεδρος [< αρχ. δημοκρατία, γαλλ. démocratie, αγγλ. democracy, γερμ. Demokratie] | |
| 12135 | δημοκρατικοποίηση | δη-μο-κρα-τι-κο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): εκδημοκρατισμός: ~ της γνώσης/εκπαίδευσης/πολιτικής. Βλ. απο~, -ποίηση. [< γαλλ. démocratisation, αγγλ. democratization] | |
| 12136 | δημοκρατικός | , ή, ό δη-μο-κρα-τι-κός επίθ. ΠΟΛΙΤ. 1. που αναφέρεται στη δημοκρατία: ~ός: διάλογος/ηγέτης/λαός/πολίτης. ~ή: διοίκηση/δομή/ένωση/κίνηση (εργαζομένων)/κοινωνία/κυβέρνηση/νομιμότητα/οργάνωση (νεολαίας)/παιδεία/παράδοση/παράταξη/πολιτεία/πολιτική/συμμετοχή/συμπεριφορά/συνείδηση/χώρα. ~ό: έλλειμμα/ήθος/πνεύμα/πολίτευμα. ~οί: αγώνες/θεσμοί/νόμοι. ~ές: αξίες/αποφάσεις/αρχές/διαδικασίες/δυνάμεις/ελευθερίες/ιδέες. ~ά: δικαιώματα/ιδεώδη/φρονήματα. Βλ. αριστοκρατικός, μον-, ολιγ-αρχικός. ΑΝΤ. αντιδημοκρατικός, φασιστικός (1) 2. (κυρ. στις ΗΠΑ) που σχετίζεται με το Δημοκρατικό Κόμμα ή ανήκει σε αυτό: ~ός: γερουσιαστής/κυβερνήτης/πρόεδρος. ● Ουσ.: δημοκρατικοί (οι): (με κεφαλ. Δ) οι οπαδοί του δημοκρατικού πολιτεύματος ή ειδικότ. του Δημοκρατικού Κόμματος (κυρ. στις ΗΠΑ): (στην αρχαιότητα) Συγκρούσεις ~ών και ολιγαρχικών.|| Οι ~οί και οι Ρεπουμπλικάνοι (στις ΗΠΑ). ● επίρρ.: δημοκρατικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: σύμφωνα με τις δημοκρατικές αρχές. ● ΦΡ.: Δημοκρατικό Κόμμα: ονομασία που φέρουν σε διάφορα κράτη πολιτικά κόμματα που ανήκουν στο χώρο της Κεντροαριστεράς. [< αρχ. δημοκρατικός ‘που ανήκει στη δημοκρατία ή είναι οπαδός της’, γαλλ. démocratique, αγγλ. democratic] | |
| 12137 | δημοκρατικότητα | δη-μο-κρα-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): οι ιδιότητες που χαρακτηρίζουν τη δημοκρατία ή τον δημοκράτη: ~ των διαδικασιών. ~ στη λήψη αποφάσεων. Ενισχύεται η ~ των θεσμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Πβ. δημοκρατισμός. Βλ. συμμετοχικότητα, -ότητα. ΑΝΤ. αντιδημοκρατικότητα | |
| 12138 | δημοκρατισμός | δη-μο-κρα-τι-σμός ουσ. (αρσ.) (σπάν.): πίστη στα δημοκρατικά ιδεώδη. Πβ. δημοκρατικότητα. Βλ. εκ~, -ισμός. [< γαλλ. républicanisme, γερμ. Demokratismus | |
| 12139 | δημοκρίτειος | , α, ο δη-μο-κρί-τει-ος επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με τον Δημόκριτο: ~α: φιλοσοφία.|| Το Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης (προφ., το ~ο). [< μτγν. Δημοκρίτειος] | |
| 12140 | δημοπρασία | δη-μο-πρα-σί-α ουσ. (θηλ.) {δημοπρασιών}: δημόσια εκποίηση περιουσιακού στοιχείου ή ανάθεση εκτέλεσης έργου σε όποιον κάνει την καλύτερη προσφορά: αντίστροφη (: κατά την οποία γίνονται προσφορές από υποψήφιους πελάτες)/ηλεκτρονική/μειοδοτική (: το έργο το αναλαμβάνει εκείνος που προσφέρει το χαμηλότερο κόστος)/ολλανδική (: κατά την οποία ο δημοπράτης θέτει υψηλή τιμή εκκίνησης που ελαττώνεται σταδιακά μέχρι να βρεθεί αγοραστής)/πλειοδοτική (: το προς πώληση αντικείμενο κατοχυρώνεται σε όποιον προσφέρει το μεγαλύτερο ποσό) ~. Μυστική/φανερή ~. (περιληπτική) διακήρυξη ~ας. ~ εντόκων γραμματίων. ~ έργων τέχνης/σπάνιων βιβλίων. Πβ. πλειστηριασμός.|| ~ για την εκτέλεση έργων οδοποιίας. [< γαλλ. vente aux enchères, γερμ. Auktion, Versteigerung] | |
| 12141 | δημοπρατήριο | δη-μο-πρα-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) (λόγ.): χώρος όπου πραγματοποιούνται δημοπρασίες ή πωλούνται μεταχειρισμένα εμπορεύματα, συνήθ. έπιπλα, ηλεκτρικές συσκευές, σε συμφέρουσα τιμή. Πβ. γιουσουρούμ. Βλ. -τήριο. ● ΣΥΜΠΛ.: δημοπρατήριο αγροτικών προϊόντων: συμβατικά ή ψηφιακά οργανωμένη αγορά γεωργικών προϊόντων, όπου οι παραγωγοί τα πουλούν σε ελεύθερα διαπραγματεύσιμες τιμές. | |
| 12142 | δημοπράτης | δη-μο-πρά-της ουσ. (αρσ.): πρόσωπο που ασχολείται επαγγελματικά με τη δημοπρασία. Πβ. (εκ)πλειστηριαστής, εκποιητής. [< μτγν. δημοπράτης] | |
| 12143 | δημοπράτηση | δη-μο-πρά-τη-ση ουσ. (θηλ.): διεξαγωγή δημοπρασίας, κυρ. για την ανάθεση δημόσιου έργου: ηλεκτρονική ~. Διακήρυξη/(προ)έγκριση ~ης. Δρομολογήθηκε η ~ της μελέτης για ... Τεύχη ~ης. Υπό ~.|| ~ ακινήτων/χειρογράφων. | |
| 12144 | δημοπρατώ | [δημοπρατῶ] δη-μο-πρα-τώ ρ. (μτβ.) {δημοπρατ-εί | δημοπράτ-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ώντας, -ούμενος, -ημένος}: διενεργώ δημοπρασία κυρ. για ανάθεση δημόσιου έργου: Έχει ~ηθεί και κατασκευάζεται ο νέος κόμβος της εθνικής οδού.|| ~ήθηκαν μετοχές. Ο οίκος ~εί προσωπικά αντικείμενα της ηθοποιού. Πβ. εκπλειστηριάζω. [< γαλλ. vendre aux enchères, γερμ. versteigern] | |
| 12145 | δήμος | [δῆμος] δή-μος ουσ. (αρσ.) 1. διοικητική περιφέρεια στην οποία η εξουσία ασκείται από αιρετό άρχοντα (δήμαρχο) και το δημοτικό συμβούλιο: η φιλαρμονική του ~ου. Βλ. σχέδιο "Καποδίστριας", τοπική αυτοδιοίκηση, υπερ~. 2. το σύνολο των κατοίκων που διαμένουν σε αυτοδιοικούμενη περιοχή. 3. οι διοικητικές υπηρεσίες του δήμου. 4. το κτίριο του δημαρχείου. Πβ. δημαρχιακό/δημοτικό μέγαρο. ● ΣΥΜΠΛ.: δήμος-κυβερνείο: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. νησιωτική διοικητική περιφέρεια με αυξημένες αρμοδιότητες, που θεσπίστηκε με το σχέδιο "Καλλικράτης"., η Εκκλησία του Δήμου βλ. εκκλησία ● ΦΡ.: τα εν οίκω μη εν δήμω βλ. οίκος [< αρχ. δῆμος] | |
| 12146 | δημοσιά | δη-μο-σιά ουσ. (θηλ.) (παλαιότ.-λογοτ.): δημόσιος επαρχιακός δρόμος. [< μεσν. δημοσία (ενν. οδός)] | |
| 12147 | δημοσίευμα | δη-μο-σί-ευ-μα ουσ. (ουδ.) {δημοσιεύμ-ατος | -ατα, -άτων}: άρθρο που δημοσιεύεται σε εφημερίδα ή περιοδικό: αποκαλυπτικό/ειδικό/επίμαχο/πρωτοσέλιδο/συκοφαντικό/ψευδές ~. Αναληθή/έγκυρα/κακόβουλα ~ατα. Διάψευση ~ατος. Σύμφωνα με το ~ ... Όπως επισημαίνεται στο ~ ... Με αφορμή πρόσφατο ~ στον Τύπο για ...|| Επιστημονικά ~ατα (: μελέτες και συγγράμματα). Πβ. δημοσίευση. [< γαλλ. publication] | |
| 12148 | δημοσίευση | δη-μο-σί-ευ-ση ουσ. (θηλ.) 1. γνωστοποίηση μέσω του Τύπου: τελευταία ~ στις δέκα Απριλίου (: έντυπη ή ηλεκτρονική καταχώριση αγγελίας). ~ των αποτελεσμάτων/του νόμου/των πρακτικών. ~ της υπουργικής απόφασης στο ΦΕΚ. Πβ. έκδοση. Βλ. ανα~, προ~.|| Ψηφιακές ~εύσεις. (σε φόρουμ) Απαγορεύεται η ~ μηνυμάτων με προσβλητικό περιεχόμενο.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ του ισολογισμού. 2. δημοσιευμένο κείμενο, δημοσίευμα: επιστημονική ~. Έχει πολλές ~εύσεις σε διεθνή περιοδικά. [< μτγν. δημοσίευσις ‘δημόσια δήλωση’, γαλλ. publication] | |
| 12149 | δημοσιεύσιμος | , η, ο δη-μο-σι-εύ-σι-μος επίθ. (λόγ.): που μπορεί ή αξίζει να δημοσιευτεί: ~η: επιστολή. ~ο: άρθρο/υλικό. Εφόσον η εργασία κριθεί ~η ... Τα αποτελέσματα της έρευνας είναι ~α. Βλ. ανακοινώσιμος. | |
| 12150 | δημοσιεύω | δη-μο-σι-εύ-ω ρ. (μτβ.) {δημοσίευ-σε, δημοσιεύ-τηκε (λόγ.) -θηκε (λόγ. μτχ. -θείς, -θείσα, -θέν), -τεί (λόγ.) -θεί, -οντας, -όμενος, -μένος} 1. γνωστοποιώ κάτι μέσω του Τύπου: ~ το άρθρο/την είδηση/τη συνέντευξη/τη φωτογραφία. ~ει στην εφημερίδα/στην ιστοσελίδα/στο περιοδικό. ~τηκαν τα αποτελέσματα των εκλογών/τα ονόματα των επιτυχόντων. ~τηκε το Προεδρικό Διάταγμα. ~θείσα: προκήρυξη. ~θέντα: οικονομικά στοιχεία. Βλ. ανα~, προ~. 2. εκδίδω: ~σε τα διηγήματά του στον εκδοτικό οίκο ... ~μένα: έργα (ΑΝΤ. αδημοσίευτος). [< μτγν. δημοσιεύω ‘κοινολογώ’] | |
| 12151 | Δημόσιο | βλ. δημόσιος | |
| 12152 | δημοσιογραφία | δη-μο-σι-ο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΔΗΜΟΣΙΟΓΡ. η συγκέντρωση, επεξεργασία και μετάδοση ειδήσεων από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, έντυπα και ηλεκτρονικά· το σχετικό επάγγελμα και το αντίστοιχο γνωστικό αντικείμενο: αθλητική/ανεξάρτητη/αντικειμενική/ελεύθερη/έντυπη/ερευνητική/ κίτρινη (βλ. Τύπος)/μάχιμη/πολιτική/στρατευμένη ~. Πβ. Τύπος. Βλ. φωτο~.|| Διδάσκει/σπουδάζει ~. Βλ. -γραφία. ● ΣΥΜΠΛ.: ηλεκτρονική δημοσιογραφία: τα μέσα ραδιοτηλεοπτικής ενημέρωσης και η πληροφόρηση μέσω του διαδικτύου: Η ~ ~ κάνει εκτεταμένη χρήση της ψηφιακής τεχνολογίας. Πβ. ηλεκτρονικός Τύπος. [< αγγλ. electronic/e-journalism, περ. 1970] [< γαλλ. journalisme] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ