Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [13020-13040]

IDΛήμμαΕρμηνεία
12153δημοσιογραφικός, ή, ό δη-μο-σι-ο-γρα-φι-κός επίθ.: ΔΗΜΟΣΙΟΓΡ. που σχετίζεται με τη δημοσιογραφία ή τους δημοσιογράφους: ~ός: κόσμος/λόγος/οργανισμός. ~ή: αποστολή/διάσκεψη/εκπομπή/έρευνα/κάλυψη/ομάδα. ~ό: απόρρητο/άρθρο/επάγγελμα/υλικό/χαρτί (: για την έκδοση εφημερίδων και περιοδικών). ~ές: πηγές/πληροφορίες. ~ά: θέματα/κείμενα/νέα/σχόλια. Κώδικας ~ής δεοντολογίας. Το ~ό επιτελείο του σταθμού. ● επίρρ.: δημοσιογραφικά ● ΣΥΜΠΛ.: δημοσιογραφικοί κύκλοι βλ. κύκλος [< γαλλ. journalistique]
12154δημοσιογραφίσκοςδη-μο-σι-ο-γρα-φί-σκος ουσ. (αρσ.): άσημος, ασήμαντος δημοσιογράφος. Βλ. -ίσκος.
12155δημοσιογράφοςδη-μο-σι-ο-γρά-φος ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που ασχολείται επαγγελματικά με τη δημοσιογραφία: αθλητικός/ελεύθερος/μαχητικός ~. ~-παρουσιαστής (ειδήσεων/εκπομπής/καναλιού/ραδιοφώνου). Τη συζήτηση συντονίζει ο ~ ... Βλ. κονδυλοφόρος, ρεπόρτερ, τηλε~, -γράφος. ● Μεγεθ.: δημοσιογραφάρα (η) (προφ.-συχνά ειρων.) [< γαλλ. publiciste, journaliste]
50574δημοσιογράφος

τη-λε-δη-μο-σι-ο-γρά-φος ουσ. (αρσ. + θηλ.): δημοσιογράφος της τηλεόρασης. Βλ. -γράφος. [< αγγλ. telejournalist]

12156δημοσιογραφώ[δημοσιογραφῶ] δη-μο-σι-ο-γρα-φώ ρ. (αμτβ.) {δημοσιογραφ-είς ..., -ώντας | (σπάν.) δημοσιογράφ-ησε, -ήσει} (λόγ.): ασχολούμαι επαγγελματικά με τη δημοσιογραφία: ~εί στον κυβερνοχώρο/στον ημερήσιο Τύπο. Βλ. -γραφώ.
12157δημοσιολογίαδη-μο-σι-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ.-ΠΟΛΙΤ. επιστημονικός κλάδος με αντικείμενο το Δημόσιο Δίκαιο, τα πολιτικά και κοινωνικά θέματα· γενικότ. συζήτηση για τα δημόσια θέματα. Βλ. -λογία. [< γαλλ. publicisme]
12158δημοσιολόγοςδη-μο-σι-ο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ειδικός στη δημοσιολογία. Βλ. πολιτειολόγος, -λόγος. [< γαλλ. publiciste]
12159δημοσιονομίαδη-μο-σι-ο-νο-μί-α ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. κλάδος της οικονομίας με αντικείμενο τα δημόσια οικονομικά (έσοδα, έξοδα, χρέη, φορολογία). Βλ. -νομία. [< γερμ. Finanzwissenschaft]
12160δημοσιονομικός, ή, ό δη-μο-σι-ο-νο-μι-κός επίθ.: ΟΙΚΟΝ. που σχετίζεται με τη δημοσιονομία: ~ός: εκτροχιασμός/έλεγχος/προγραμματισμός/σχεδιασμός. ~ή: διαχείριση/διοίκηση/έκθεση/εξυγίανση/λιτότητα/πειθαρχία/προσαρμογή/σταθερότητα. ~ό: κόστος/περιθώριο/πρόβλημα/χρέος. ~οί: δείκτες/στόχοι. ~ές: διατάξεις. ~ά: μεγέθη/μέτρα/στοιχεία.|| (ως ουσ.) Τα ~ά (= δημόσια οικονομικά) της χώρας. ● ΣΥΜΠΛ.: δημοσιονομική πολιτική: ρύθμιση των δημόσιων δαπανών και της φορολόγησης, με στόχο την επίτευξη σταθερού επιπέδου οικονομικής ανάπτυξης, την καταπολέμηση της ανεργίας και του πληθωρισμού: αυστηρή/επεκτατική/περιοριστική/χαλαρή ~ ~. Βλ. νομισματική πολιτική., Δημοσιονομικό Δίκαιο: ΝΟΜ. κανόνες που διέπουν τον τρόπο απόκτησης και διαχείρισης των αναγκαίων οικονομικών μέσων ενός κράτους για την άσκηση της δημοσιονομικής του πολιτικής., δημοσιονομικό έλλειμμα: οικονομικό φαινόμενο κατά το οποίο τα δημόσια έξοδα μιας χώρας υπερβαίνουν τα έσοδά της: διαρθρωτικό ~ ~.
12161δημοσιοποίησηδη-μο-σι-ο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του δημοσιοποιώ: ~ δημοσκοπήσεων/της έκθεσης/των ερευνών/των πληροφοριών/των φωτογραφιών. Πβ. αναγγελία, γνωστο-, κοινο-ποίηση.
12162δημοσιοποιώ[δημοσιοποιῶ] δη-μο-σι-ο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {δημοσιοποι-είς ..., -ώντας | δημοσιοποί-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος, -ημένος} (επίσ.): καθιστώ κάτι δημόσια γνωστό: ~ήθηκαν τα αποτελέσματα του διαγωνισμού. Η εταιρεία σέβεται και δεν ~εί τα προσωπικά δεδομένα των πελατών της. Σύμφωνα με τα στοιχεία που ~ησε η στατιστική υπηρεσία, ... Μελέτη που ~ήθηκε (= δημοσιεύτηκε) σε ιατρικό περιοδικό. ~ημένο: έγγραφο. Πβ. αναγγέλλω, ανακοινώνω, γνωστοποιώ. Βλ. -ποιώ. [< γαλλ. publier]
12163δημόσιος, α, ο δη-μό-σι-ος επίθ. {-ου κ. -ίου (θηλ. -ας κ. -ίας) | -ων κ. -ίων, -ους κ. -ίους} 1. που σχετίζεται με το κράτος ή ανήκει σε αυτό: ~ος: δανεισμός/έλεγχος/κορβανάς/λειτουργός/πλούτος/τομέας/φορέας. ~α: Αρχή/βιβλιοθήκη/εκπαίδευση/εταιρεία/θέση/οικονομία/παιδεία/περιουσία/ραδιοφωνία/συγκοινωνία/σχολή/τηλεόραση/τράπεζα/υπηρεσία/χρηματοδότηση. ~ο: αξίωμα/αρχείο/δίκτυο/έγγραφο/έλλειμμα/ίδρυμα/κέντρο/λειτούργημα/μητρώο/νοσοκομείο/πανεπιστήμιο/πάρκο/σύστημα (υγείας)/σχολείο/ταμείο. ~ες: αργίες/πολιτικές/προμήθειες. ~α: δάση/έσοδα/οικονομικά. Πβ. κρατικός. Βλ. ημι~. ΑΝΤ. ιδιωτικός (1) 2. που αφορά τον λαό· που απευθύνεται σε όλο το κοινωνικό σύνολο ή σε ένα ευρύτερο κοινό, που προορίζεται για αυτό: ~ος: δρόμος. ~α: ασφάλεια. ~ο: ενδιαφέρον. ~α: αγαθά. Αυτοκίνητα/κτίρια/χώροι ~ας χρήσης.|| (που γίνεται μπροστά σε κόσμο, κοινό:) ~ος: διάλογος/διασυρμός/εξευτελισμός/έπαινος. ~α: αντιπαράθεση/διαβούλευση/διάλεξη/εικόνα (πβ. ίματζ, βλ. προφίλ)/εμφάνιση/παρέμβαση/προβολή/συζήτηση/συνεδρίαση.|| ~ος: διαγωνισμός. ~α: (εκ)δήλωση/καταγγελία/κλήρωση/πρόσβαση/πρόσκληση/πρόταση. ~ο: βήμα. ~α: δεδομένα. Πβ. ανοιχτός. ● Ουσ.: Δημόσιο (το) {Δημοσ-ίου}: το κράτος ως νομικό πρόσωπο: τα ταμεία/φορέας του ~ίου. Ασφαλισμένος στο ~. Εργάζομαι/διορίζομαι στο ~. Απολύσεις/προσλήψεις στο ~. Έκανε σύμβαση με το ~. Εταιρεία που περιήλθε/υπηρεσία που ανήκει στο ~. Συμβεβλημένος/συναλλαγές με το ~. Χρέη προς το ~. Οφειλές υπέρ του ~ίου. Αγωγή κατά του ~ίου.|| Ομόλογα του (Ελληνικού) ~ίου. ● επίρρ.: δημόσια & δημοσίως & (αρχαιοπρ.) δημοσία: Εκφράζω τη γνώμη μου ~. Άλλα είπε σε μένα και άλλα είπε ~. ● ΣΥΜΠΛ.: Δημόσια Διοίκηση: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. το σύνολο των κρατικών οργάνων που αναλαμβάνουν την άσκηση της εκτελεστικής εξουσίας· οι δημόσιες, διοικητικές υπηρεσίες: Εθνική Σχολή ~ας ~ης & Αυτοδιοίκησης (ακρ. ΕΣΔΔΑ)., δημόσιος τομέας: το σύνολο των υπηρεσιών, οργανισμών και επιχειρήσεων (υπουργεία, δήμοι, ασφαλιστικά ταμεία, πανεπιστήμια, ημικρατικοί φορείς) που ελέγχονται από το κράτος· συνεκδ. όσοι εργάζονται σε αυτά: ο ευρύτερος/στενός ~ ~.|| Απεργεί ο ~ ~. Βλ. ΔΕΚΟ, ΝΠΔΔ, ΝΠΙΔ, ΟΤΑ. ΑΝΤ. ιδιωτικός τομέας, δημόσιος υπάλληλος: πρόσωπο που διορίζεται και υπηρετεί στον δημόσιο τομέα, συνήθ. με εργασιακή σχέση μονιμότητας, υπάγεται στον δημοσιοϋπαλληλικό κώδικα και μισθοδοτείται από τον κρατικό προϋπολογισμό: αποσπάσεις/μεταθέσεις/μετατάξεις ~ίων ~ων. [< γαλλ. officier public] , η δημόσια ζωή/ο δημόσιος βίος: η κοινωνική, πολιτική και πολιτιστική ζωή ενός τόπου: διαφάνεια/εξυγίανση της ~ας ~ής. Παράγοντες της ~ας ~ής. Αποσύρθηκε από τον ~ο ~ο. Πβ. κοινά. ΑΝΤ. ιδιωτική ζωή/ιδιωτικός βίος, δημόσια αιδώς βλ. αιδώς, δημόσια ακρόαση βλ. ακρόαση, δημοσία δαπάνη βλ. δαπάνη, δημόσια δύναμη βλ. δύναμη, δημόσια εγγραφή βλ. εγγραφή, δημόσια εξουσία βλ. εξουσία, δημόσια επιχείρηση βλ. επιχείρηση, δημόσια έργα βλ. έργο, δημόσια κτήση βλ. κτήση, δημόσια πράγματα βλ. πράγμα, δημόσιες δαπάνες βλ. δαπάνη, δημόσιες επενδύσεις βλ. επένδυση, δημόσιες σχέσεις βλ. σχέση, δημόσιο δάνειο βλ. δάνειο, Δημόσιο Διεθνές Δίκαιο βλ. δίκαιο, Δημόσιο Δίκαιο βλ. δίκαιο, δημόσιο λογιστικό βλ. λογιστικός, δημόσιο πρόσωπο βλ. πρόσωπο, δημόσιο συμφέρον βλ. συμφέρον, δημόσιο/εθνικό χρέος βλ. χρέος, δημόσιο/κρατικό χρήμα βλ. χρήμα, δημόσιος κατήγορος βλ. κατήγορος, δημόσιος κίνδυνος βλ. κίνδυνος, δημόσιος χώρος βλ. χώρος, κοινή γυναίκα βλ. γυναίκα, κοινωνική αντίληψη βλ. αντίληψη, κρατικός/δημόσιος/κοινοτικός προϋπολογισμός βλ. προϋπολογισμός, το κοινό/το δημόσιο αίσθημα βλ. αίσθημα, υποδομή δημόσιου κλειδιού βλ. υποδομή ● ΦΡ.: σε κοινή/σε δημόσια θέα βλ. θέα [< αρχ. δημόσιος, γαλλ.-αγγλ. public]
12164δημοσιοσχεσίτηςδη-μο-σι-ο-σχε-σί-της ουσ. (αρσ.) (προφ.-συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): πρόσωπο ικανό στις δημόσιες σχέσεις: επικοινωνιολόγοι και ~ες. Βλ. μάνατζερ, -ίτης1. ΣΥΝ. δημοσιοσχετίστας
12165δημοσιοσχεσίτικος, η, ο δη-μο-σι-ο-σχε-σί-τι-κος επίθ. & δημοσιοσχετίστικος (προφ.-αρνητ. συνυποδ.): που σχετίζεται με τον δημοσιοσχεσίτη: ~ο: τέχνασμα. ~α: τερτίπια.|| (ως ουσ.) Άρχισε τα ~α.
12166δημοσιοσχετίσταςδη-μο-σι-ο-σχε-τί-στας ουσ. (αρσ.): δημοσιοσχεσίτης. Βλ. -ίστας.
12167δημοσιότηταδη-μο-σι-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.): κατάσταση κατά την οποία κάποιος/κάτι γίνεται ευρέως γνωστό(ς)· δημοσιοποίηση: Tα έγγραφα θα δοθούν στη ~. Σύμφωνα με νέα στοιχεία που φέρνει στη ~ η εφημερίδα, ... Βρίσκεται στο επίκεντρο της ~ας.|| ~ της δίκης/της συνεδρίασης. Δεν δόθηκε μεγάλη ~ στο θέμα (: δεν πήρε διαστάσεις).|| (για πρόσωπα, κυρ. δημόσια:) Αρνητική ~. Κρατήθηκε μακριά από το παιχνίδι της ~ας. Απολαμβάνει/αφεύγει/επιζητεί/κυνηγά τη ~. Βλ. αναγνωρισιμότητα, -ότητα. ● ΦΡ.: αποκτά/εξασφαλίζει/λαμβάνει/παίρνει δημοσιότητα: για γεγονός, φαινόμενο που γίνεται γνωστό στο ευρύ κοινό: Το θέμα δεν πήρε ~, όπως θα έπρεπε., βγαίνει στη δημοσιότητα: γνωστοποιείται στο ευρύ κοινό (συνήθ. μέσω δημοσίευσης): Νέα στοιχεία βγήκαν ~ για ..., βλέπει το φως/έρχεται στο φως της δημοσιότητας: δημοσιεύεται, δημοσιοποιείται: Σοβαρές καταγγελίες σχετικά με παράνομες προσλήψεις είδαν ~ ~. Το παρασκήνιο των διαπραγματεύσεων ήρθε ~ ~., η αρχή της δημοσιότητας: αρχή της γνωστοποίησης στο ευρύ κοινό: ~ ~ μιας δίκης (: παρακολούθησή της από το ευρύ κοινό άμεσα ή έμμεσα, μέσω ραδιοτηλεοπτικής κάλυψης)., οι προβολείς/τα φώτα/τα φλας της δημοσιότητας (μτφ.): η προσοχή των Μέσων Μαζικής Επικοινωνίας και της κοινής γνώμης: μακριά από τους/τα ~ ~. Μονοπώλησε/συγκέντρωσε/τράβηξε τους/τα ~ ~. Οι ~ ~ είναι στραμμένοι πάνω του/στις εξελίξεις. Τα ~ ~ πέφτουν στις αντιπολεμικές διαδηλώσεις. [< γαλλ. publicité]
12168δημοσιοϋπαλληλίαδη-μο-σι-ο-ϋ-παλ-λη-λί-α ουσ. (θηλ.) (επίσ.): (συχνά με αρνητ. συνυποδ.) η ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου και συνεκδ. το σώμα των δημοσίων υπαλλήλων.
12169δημοσιοϋπαλληλίκιδη-μο-σι-ο-ϋ-παλ-λη-λί-κι ουσ. (ουδ.) (προφ.-αρνητ. συνυποδ.): η ιδιότητα ή η θέση του δημοσίου υπαλλήλου. ΣΥΝ. δημοσιοϋπαλληλισμός
12170δημοσιοϋπαλληλικός, ή, ό δη-μο-σι-ο-ϋ-παλ-λη-λι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τους δημοσίους υπαλλήλους: ~ός: κλάδος. ~ή: ιεραρχία/νοοτροπία. ~ό: (ΝΟΜ.) δίκαιο/καθεστώς/συνδικαλιστικό κίνημα/ωράριο. Βλ. υπαλληλικός. ● ΣΥΜΠΛ.: δημοσιοϋπαλληλικός κώδικας: ΝΟΜ. σύνολο κανόνων που διέπουν την εργασία των δημοσίων υπαλλήλων, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους.
12171δημοσιοϋπαλληλισμόςδη-μο-σι-ο-ϋ-παλ-λη-λι-σμός ουσ. (αρσ.): δημοσιοϋπαλληλίκι. Βλ. -ισμός.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.