| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 12172 | δημοσκόπηση | δη-μο-σκό-πη-ση ουσ. (θηλ.): ΣΤΑΤΙΣΤ. συστηματική διερεύνηση της κοινής γνώμης, κυρ. με επιλεγμένο ερωτηματολόγιο που συμπληρώνεται από αντιπροσωπευτικό δείγμα πληθυσμού, για την εξαγωγή συμπερασμάτων ή τη συγκέντρωση πληροφοριών σχετικά με συγκεκριμένα ζητήματα: διαβουλευτική/ηλεκτρονική/πανελλαδική/πανευρωπαϊκή/προεκλογική/τηλεφωνική ~. ~ για λογαριασμό/με θέμα/σχετικά με ... Εταιρεία ~ήσεων. Η ~ κατέγραψε τα εξής ... Η ~ διενεργήθηκε στις αρχές του μήνα. Βλ. σφυγμομέτρηση, -σκόπηση. ΣΥΝ. γκάλοπ ● ΣΥΜΠΛ.: δημοσκόπηση εξόδου βλ. έξοδος [< γερμ. Demoskopie] | |
| 12173 | δημοσκοπικός | , ή, ό δη-μο-σκο-πι-κός επίθ.: ΣΤΑΤΙΣΤ. που σχετίζεται με δημοσκόπηση: ~ή: έρευνα/εταιρεία/κατρακύλα. ~ό: προβάδισμα. ~ές: απώλειες. ~ά: ευρήματα/ποσοστά. [< γερμ. demoskopisch] | |
| 12174 | δημοσκόπος | δη-μο-σκό-πος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ειδικός που ετοιμάζει, διενεργεί ή/και αναλύει δημοσκοπήσεις: εκτιμήσεις/προβλέψεις των ~ων. Βλ. εκλογο-, στατιστικο-λόγος. [< γερμ. Demoskop] | |
| 12175 | δημότης | δη-μό-της ουσ. (αρσ.) {δημοτ-ών | σπανιότ. θηλ. δημότισσα}: πολίτης εγγεγραμμένος στα μητρώα ενός δήμου: ~ και μόνιμος κάτοικος ... Ανακηρύχθηκε επίτιμος ~ της πόλης. Βλ. ετερο~, συν~, μεταδημότευση. ● ΣΥΜΠΛ.: Συμπαραστάτης του Δημότη και της Επιχείρησης βλ. συμπαραστάτης [< αρχ. δημότης ‘που ανήκει σε ένα δήμο’] | |
| 12176 | δημοτική | δη-μο-τι-κή ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Δ): ΓΛΩΣΣ. η φυσική και αβίαστη γλώσσα επικοινωνίας των Νεοελλήνων, η οποία καθιερώθηκε ως επίσημη γλώσσα του ελληνικού κράτους το 1976: γραμματική/λεξικό της ~ής. Η ορθογραφία/οι κανόνες/οι τύποι της ~ής. Υποστηρικτής της ~ής. Κείμενα γραμμένα σε απλή ~. Το καταστατικό μεταγλωττίστηκε στη ~. Βλ. Αρχαία Ελληνική, καθαρεύουσα, Νέα Ελληνικά. [< πβ. γαλλ. démotique, αγγλ. demotic, 1927] | |
| 12177 | δημοτικισμός | δη-μο-τι-κι-σμός ουσ. (αρσ.) (παλαιότ.): γλωσσικό και πνευματικό κίνημα που αποσκοπούσε στην καλλιέργεια, τη διάδοση και την επίσημη καθιέρωση της δημοτικής γλώσσας: εκπαιδευτικός/λογοτεχνικός/μαχητικός ~. Βλ. καθαρευουσιαν-, λογιοτατ-ισμός. | |
| 12178 | δημοτικιστής | δη-μο-τι-κι-στής ουσ. (αρσ.) (κυρ. παλαιότ.): υποστηρικτής του δημοτικισμού: (κ. ως επίθ.) ~ές: συγγραφείς. Βλ. καθαρευουσιάνος. [< πβ. αγγλ. demoti(ci)st, 1902] | |
| 12179 | δημοτικιστικός | , ή, ό δη-μο-τι-κι-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον δημοτικισμό: ~ό: κίνημα. Βλ. καθαρευουσιάνικος, -ιστικός1. | |
| 12180 | δημοτικό | δη-μο-τι-κό ουσ. (ουδ.) (συνήθ. με κεφαλ. Δ): εξαετής σχολική βαθμίδα που αντιστοιχεί στην πρωτοβάθμια στοιχειώδη εκπαίδευση (για παιδιά ηλικίας 6-12 ετών)· συνεκδ. το αντίστοιχο σχολικό κτίριο: απολυτήριο ~ού. (προφ.) Έβγαλε μόνο το ~. ● ΣΥΜΠΛ.: Μονοθέσιο Δημοτικό (Σχολείο): με έναν δάσκαλο και μία ενιαία τάξη., Ολοήμερο Δημοτικό (Σχολείο): θεσμός αντισταθμιστικής αγωγής που αξιοποιεί τον απογευματινό χρόνο παραμονής των παιδιών στο σχολείο με στόχο την εμπέδωση των γνώσεων και δεξιοτήτων του πρωινού προγράμματος και την ανάληψη δραστηριοτήτων (ξένες γλώσσες, νέες τεχνολογίες, χορός, μουσική), που αναβαθμίζουν τον ρόλο του σχολείου. [< γερμ. Volksschule] | |
| 12181 | δημοτικός | , ή, ό δη-μο-τι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με τον δήμο, ανήκει σε αυτόν ή υπάγεται στη δικαιοδοσία του: ~ός: κήπος/οργανισμός/ραδιοσταθμός/(παιδικός) σταθμός/φόρος/χώρος (στάθμευσης). ~ή: αγορά/αστυνομία/αυτοδιοίκηση/βιβλιοθήκη/ορχήστρα/περιουσία/πινακοθήκη/πλαζ/συγκοινωνία/χορωδία. ~ό: θέατρο/ιατρείο/κατάστημα/μέγαρο (= το δημαρχείο)/νεκροταφείο/πάρκινγκ/στάδιο. ~οί: άρχοντες/σύμβουλοι/υπάλληλοι. ~ές: υπηρεσίες. ~ά: έργα/τέλη. Βλ. δια~. ΑΝΤ. ιδιωτικός (1) 2. που ανήκει ή αναφέρεται στον λαό, στη λαϊκή παράδοση: ~ή: ποίηση. ~ό: (μουσικό) συγκρότημα. ~οί: σκοποί/χοροί (= παραδοσιακοί). Πβ. δημώδης. 3. ΓΛΩΣΣ. που σχετίζεται με τη δημοτική γλώσσα: ~οί: τύποι. ΑΝΤ. λόγιος (1) 4. που αναφέρεται στη δημοτική εκπαίδευση: ~ό: σχολείο (= το δημοτικό). Βλ. προ~. ● Ουσ.: δημοτικά (τα): δημοτικοί χοροί ή τραγούδια: Μαθαίνει/χορεύει ~.|| Ακούει ρεμπέτικα και ~., δημοτικές (οι): ενν. εκλογές: οι υποψήφιοι για τις ~. ● ΣΥΜΠΛ.: δημοτική Αρχή: ο Δήμαρχος και το δημοτικό συμβούλιο., δημοτική εκπαίδευση: η εκπαίδευση που παρέχεται στο Δημοτικό: σύμβουλος ~ής ~ης., δημοτικό συμβούλιο: αιρετό όργανο του δήμου το οποίο αποφασίζει για κάθε θέμα που αφορά τον δήμο, εκτός αυτών που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα του δημάρχου: σύγκληση/συνεδρίαση του ~ού ~ου. Το θέμα θα συζητηθεί στο ~ ~. Βλ. τοπική αυτοδιοίκηση., δημοτικό τραγούδι: (στον ελληνικό χώρο από τον 9ο/10ο αι. μέχρι περ. την Επανάσταση του 1821) μελοποιημένη ποιητική σύνθεση η οποία αποτελεί δημιούργημα συλλογικού χαρακτήρα στο πλαίσιο της παραδοσιακής αγροτικής κοινωνίας: καταγραφή/μελέτη των ~ών ~ιών. Θρύλος που έγινε ~ ~. Βλ. παραλογή. [< πβ. γερμ. Volkslied] , Δημοτικός και Κοινοτικός Κώδικας: ΝΟΜ. νομοθετικό πλαίσιο που ρυθμίζει τη λειτουργία των δήμων και των πρώην κοινοτήτων., Δημοτική Αστυνομία βλ. αστυνομία, δημοτική κοινότητα βλ. κοινότητα, Μονοθέσιο Δημοτικό (Σχολείο) βλ. δημοτικό, Ολοήμερο Δημοτικό (Σχολείο) βλ. δημοτικό, τοπικό διαμέρισμα βλ. διαμέρισμα [< αρχ. δημοτικός, γαλλ. municipal, αγγλ. demotic] | |
| 12182 | δημοτικότητα | δη-μο-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. ο βαθμός στον οποίο ένα δημόσιο συνήθ. πρόσωπο είναι αποδεκτό, αγαπητό, δημοφιλές: υψηλή/φθίνουσα/χαμηλή ~. Μετρήσεις/ποσοστό ~ας (βλ. γκάλοπ, δημοσκόπηση). ~ πολιτικών αρχηγών. Στο ναδίρ η ~ του ... Πβ. δημοφιλία. Βλ. αναγνωρισιμότητα.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ συνδέσεων (: ο αριθμός των ιστοχώρων που μπορούν να συνδέονται με μια ιστοσελίδα). 2. (σπάν.-λόγ.) η ιδιότητα του δημότη: αλλαγή/πιστοποιητικό ~ας. Βλ. μεταδημότευση, -ότητα. [< 1: γαλλ. popularité, αγγλ. popularity 2: γαλλ. municipalité] | |
| 12183 | δημοτολόγιο | δη-μο-το-λό-γι-ο ουσ. (ουδ.): μητρώο όπου είναι εγγεγραμμένοι όλοι οι δημότες δήμου ή παλαιότ. κοινότητας: εθνικό ~. Εγγραφή στο ~. Γραφείο ~ίου και μητρώα αρρένων. Πιστοποιητικό ~ίου και οικογενειακής κατάστασης. Βλ. ληξιαρχείο, -λόγιο. | |
| 12184 | δημοφιλής | , ής, ές δη-μο-φι-λής επίθ. {δημοφιλ-ούς | -είς (ουδ. -ή)· δημοφιλέστ-ερος, -ατος} (λόγ.): που είναι αρεστός και αγαπητός στον πολύ κόσμο: ~ής: ηθοποιός/καλλιτέχνης/παίκτης/πολιτικός (= λαοφιλής)/προορισμός. ~ής: δραστηριότητα/μουσική/σειρά/ταινία. ~ές: άθλημα/βιβλίο/έργο/θέμα/σάιτ. ~είς: αναζητήσεις/καταχωρήσεις/υπηρεσίες στο διαδίκτυο. ~ή: νησιά. Τα πιο ~ή στέκια της πόλης για φαγητό και ποτό. Πβ. αγαπημένος, κοσμαγάπητος. Βλ. προσφιλής. ΑΝΤ. αντιδημοφιλής [< μτγν. δημοφιλής ‘φίλος του λαού’, γαλλ. populaire] | |
| 12185 | δημοφιλία | δη-μο-φι-λί-α ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα του δημοφιλούς: υψηλή/χαμηλή ~. Η ~ των κομμάτων/του παιχνιδιού/ποδοσφαίρου/των πολιτικών. Δείκτης/διαγωνισμός/μετρήσεις/ποσοστά ~ας. Ανεβαίνει/πέφτει η ~. Πβ. δημοτικότητα. Βλ. -φιλία. | |
| 12186 | δημοψήφισμα | δη-μο-ψή-φι-σμα ουσ. (ουδ.): καθολική ψηφοφορία που διεξάγεται εκτάκτως, προκειμένου να αποφασίσει ο λαός για ένα κρίσιμο εθνικό, πολιτικό ή πολιτειακό ζήτημα: εσωκομματικό/τοπικό ~. ~ για την αναθεώρηση του Συντάγματος. Ο νόμος επικυρώθηκε/απορρίφθηκε με ~. Βλ. εκλογές. [< γαλλ. plébiscite] | |
| 12187 | δημοψηφισματικός | , ή, ό δη-μο-ψη-φι-σμα-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με το δημοψήφισμα ή επέχει θέση δημοψηφίσματος: ~ή: δημοκρατία (: στην οποία η εκλογή των ηγετών πολιτικών κομμάτων ή υψηλά ιστάμενων προσώπων του δημοσίου γίνεται μέσω δημοψηφίσματος).|| Ο ~ χαρακτήρας των εκλογών. [< γαλλ. plébiscitaire] | |
| 12188 | δημώδης | , ης, ες δη-μώ-δης επίθ. {δημώδ-ους | -εις (ουδ. -η), -ών} (λόγ.): λαϊκός: ~ης: γλώσσα (βλ. καθαρεύουσα, λόγια γλώσσα)/γραμματεία/μουσική/ποίηση (= δημοτική).|| (ως ουσ.) Τα ~η (= τα δημοτικά τραγούδια). Βλ. -ώδης. [< αρχ. δημώδης] | |
| 12190 | δηνάριο | δη-νά-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {δηναρί-ου}: νομισματική μονάδα διαφόρων χωρών (Αλγερία, Βόρεια Μακεδονία, Ιορδανία, Κουβέιτ, Λιβύη, Μπαχρέιν, Σερβία, Τυνησία). [< μτγν. δηνάριον, γαλλ. dinar, 20ός αι.] | |
| 12193 | ΔΘ | (ο): Δήμος Θεσσαλονίκης. | |
| 12194 | δι | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΟΥΣ. νότα της βυζαντινής μουσικής κλίμακας που αντιστοιχεί στο σολ της ευρωπαϊκής. Βλ. πα2. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ