| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 12195 | δι- & δί- & δισ- | : λεξικό πρόθημα που δηλώνει ότι κάτι διαθέτει δύο στοιχεία, είναι δύο φορές μεγαλύτερο ή διαρκεί δύο φορές περισσότερο από αυτό που εκφράζει το β' συνθ.: δι-κέφαλος/~κοτυλήδονος/~μερής/~μέτωπος/~σημία/~σύλλαβος/~ώροφος. Δί-κλινο/~κροκος/~μορφος/~πατος/~στηλος/~στιχος. Δισ-διάστατος.|| Δι-πλάσιος.|| Δι-ήμερος/δί-μηνος. Πβ. δυ-. | |
| 12724 | ΔΙ.ΑΣ. | βλ. ομάδα | |
| 13220 | ΔΙ.Κ.Α.Τ.Σ.Α. | (το) (ως το 2005): Διαπανεπιστημιακό Κέντρο Αναγνώρισης Τίτλων Σπουδών Αλλοδαπής. Σήμερα ΔΟΑΤΑΠ. | |
| 13363 | ΔΙ.ΠΑ.Ε. | (το): Διεθνές Πανεπιστήμιο της Ελλάδος (με έδρα τη Θεσσαλονίκη). | |
| 12196 | διά | δι-ά πρόθ. {κ. δι'} (λόγ.) δηλώνει: 1. (+ γεν.) όργανο, μέσο ή τρόπο: επίλυση του προβλήματος ~ της διπλωματικής οδού.|| (διέλευση, κίνηση διαμέσου:) Ταξίδεψαν ~ ξηράς.|| Λήψη φαρμάκου ~ του στόματος.|| (ΕΚΚΛΗΣ., προσευχή) "Δι' ευχών των αγίων (πατέρων) ημών ..." 2. (+ γεν.) χρονική διάρκεια: ~ νυκτός. 3. (+ αιτ.) αιτία: καβγάς δι' ασήμαντον αφορμήν. 4. σκοπό: ~ την χορήγηση της άδειας απαιτείται ... ~ παν ενδεχόμενον. Πβ. για. 5. (+ αιτ.) αναφορά: έργο ακατάλληλο δι' ανηλίκους. 6. ΜΑΘ. διαιρούμενο με: Δέκα ~ δύο (ίσον) πέντε.|| (κατ' επέκτ., το σύμβολο της διαίρεσης) Το ~ και το επί. ● ΦΡ.: διά/με μιας: αμέσως, πάραυτα: Εξαφανίστηκαν ~ ~. Τα ξέχασε ~ ~ όλα., άπαξ (και) διά παντός βλ. άπαξ, από τα χείλη/διά χειλέων κάποιου βλ. χείλος, για τον φόβο των Ιουδαίων βλ. Ιουδαίος, Ιουδαία, διά βίου βλ. βίος, διά βοής βλ. βοή, διά βραχέων βλ. βραχύς, διά ζώσης βλ. ζων, διά θαλάσσης βλ. θάλασσα, διά μακρών βλ. μακρός, διά νόμου βλ. νόμος, διά παντός βλ. παν, διά περιπάτου βλ. περίπατος, διά περιφοράς βλ. περιφορά, διά πυρός και σιδήρου βλ. πυρ, διά ροπάλου βλ. ρόπαλο, διά στόματος (κάποιου) βλ. στόμα, διά ταύτα βλ. ταύτα, διά της επιθέσεως/δι' επιθέσεως των χειρών βλ. χειρ, διά της πλαγίας/τεθλασμένης οδού βλ. οδός, διά χειρός βλ. χειρ, έλαμψε διά της απουσίας του βλ. απουσία, με ανάταση του χεριού (/των χεριών) βλ. ανάταση, με γυμνό μάτι/οφθαλμό βλ. γυμνός, με τη βία βλ. βία, το διά ταύτα βλ. ταύτα [< αρχ. διά, γαλλ. par] | |
| 12637 | διά παντός | βλ. άπαξ | |
| 56680 | Δια χειρός | ουσ. (θηλ.) {χειρ-ός, -α | -ες, -ών} (αρχαιοπρ.) & (λόγ.) χείρα: χέρι. ● χειρός (λόγ.) για κάτι που 1. δεν τοποθετείται μόνιμα κάπου, αλλά μεταφέρεται ή φοριέται στο χέρι: ανεμιστηράκι/κομπιουτεράκι/μίξερ/ομπρέλα/όπλο (βλ. βαλλίστρα, ξίφος, πιστόλι)/(ηλεκτρικό) σκουπάκι/συσκευές/τσάντα ~. (ΤΕΧΝΟΛ.) Οθόνη ~ (βλ. ηλεκτρονικό χαρτί, ψηφιακό χαρτί).|| Ρολόι ~. 2. λειτουργεί χειροκίνητα: εργαλεία ~ (βλ. σφυρί, φτυάρι). 3. είναι χειροποίητο: κεντήματα/χαλιά ~. ● ΣΥΜΠΛ.: άκρο χέρι βλ. χέρι, αόρατο χέρι βλ. χέρι, υπολογιστής παλάμης/χειρός βλ. υπολογιστής, χείρα βοηθείας βλ. βοήθεια ● ΦΡ.: ανά χείρας & (σπάν.) μετά χείρας (λόγ.): στο χέρι: με το βιβλίο ~ ~.|| Η ~ ~/μετά χείρας (= παρούσα, προκείμενη) μελέτη., διά της επιθέσεως/δι' επιθέσεως των χειρών: ΕΚΚΛΗΣ. με τοποθέτηση του χεριού ιερωμένου στο κεφάλι κληρικού ή πιστού. Βλ. χειρο-θεσία, -τονία., διά χειρός & (σπάν.) δια χειρών (λόγ.): από ή με το χέρι (ή τα χέρια): αγιογραφία/πίνακας ~ ~ ... (: ακολουθεί το όνομα του δημιουργού). Έπιπλα κατασκευασμένα ~ ~ (= χειροποίητα).|| Βραβεύτηκε ~ ~ του Προέδρου της Δημοκρατίας.|| Τα συμπληρωμένα έντυπα επιδίδονται ~ ~ (: δεν αποστέλλονται ταχυδρομικά)., εις χείρας: ΝΟΜ. στα χέρια, στη δικαιοδοσία: Το κτίριο περιήλθε ~ ~ του Κράτους., ιδίαις χερσί(ν) (αρχαιοπρ.) 1. (συντομ. Ι.Χ.) ένδειξη σε φάκελο, που σημαίνει ότι πρέπει να δοθεί προσωπικά στον παραλήπτη. 2. με τα ίδια μου/σου/του τα χέρια. Πβ. ιδιόχειρα. Βλ. ιδίοις όμμασι(ν)., συν Αθηνά και χείρα κίνει (αρχαιοπρ.-παροιμ.): μη βασίζεσαι αποκλειστικά στην τύχη ή στη βοήθεια ανώτερης δύναμης για την επίτευξη ενός σκοπού, αλλά να προσπαθείς και μόνος σου., τείνω/απλώνω/δίνω/παρέχω χείρα (μτφ.-λόγ.) & χέρι: προσφέρω, προτείνω κάτι: ~ουν ~ ειρήνης/προσέγγισης/συνεργασίας/φιλίας στη γείτονα χώρα., ζητώ το χέρι βλ. ζητώ, ήρξατο χειρών αδίκων βλ. άδικος, κατάσχεση στα χέρια τρίτου βλ. κατάσχεση, με ανάταση του χεριού (/των χεριών) βλ. ανάταση, νίπτω τας χείρας μου βλ. νίπτω [< αρχ. χείρ] | |
| 12197 | δια- & διά- & δι- | πρόθημα που δηλώνει: 1. αλληλεπίδραση μεταξύ δύο ή περισσότερων μερών, αμοιβαιότητα: δια-κρατικός/~πολιτισμικός/~τμηματικός. Δια-προσωπικός. Δι-ατλαντικός/~ευρωπαϊκός (βλ. παν-).|| Δια-πλοκή (πβ. εμ-).|| Διά-λογος (ΑΝΤ. μονό-). 2. διέλευση: διά-βαση/~πλους. Δια-περνώ/~σχίζω. Δι-έρχομαι.|| Δια-βιβάζω (βλ. μετα-).|| (μτφ., έμμεση αντίληψη:) Δια-βλέπω. 3. διάδοση: δια-χέω.|| (επιτατ.) Δια-κήρυξη (βλ. προ-). Δια-λαλώ. 4. χωρισμό, μοίρασμα: δια-βάθμιση/~νομή (βλ. κατα-). Δια-μοιράζω. Δι-αιρώ.|| (κατ' επέκτ. διάκριση:) Δια-πρέπω. 5. ανταγωνισμό, ασυμφωνία, εναντίωση: δι-αγωνίζομαι (βλ. αντ-).|| Δια-φορά. Διά-σταση (βλ. από-). Δια-φωνώ (ΑΝΤ. συμ-).|| Δια-μάχη/~πληκτισμός. 6. προσωρινή ή μόνιμη παύση: διά-λειμμα. Δια-κόπτω (βλ. ανα-). 7. επίταση: δια-σαφηνίζω (πβ. απο-). Δι-ασφαλίζω (πβ. εξ-).|| (αρνητ. συνυποδ.) Δια-γράφω (πβ. ξε-). Δια-βόητος (βλ. περι-). Δια-λύω (βλ. κατα-)/~στρεβλώνω/~φθείρω. 8. χρονική διάρκεια: δι-ημερεύω (πβ. εφ-).|| (μτφ.) Δι-αιωνίζω. | |
| 12723 | ΔΙΑ.Σ. | (τα): Διατραπεζικά Συστήματα. | |
| 12198 | διάβα | διά-βα (ουσ.) ουδ. (λογοτ.): πέρασμα: στο ~ της ζωής. Βρέθηκε στο ~ μου (: στο πέρασμα μου). [< μεσν. διάβα(ν)] | |
| 12199 | διαβάζω | δια-βά-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {διάβα-σα, -στηκε, -σμένος, διαβάζ-οντας} 1. αναγνωρίζω και κατανοώ τα γραπτά σύμβολα μιας γλώσσας: Το παιδί έμαθε να ~ει. Πώς ~εται αυτή η λέξη; Τα γράμματα είναι τόσο μικρά που δεν ~ονται (με γυμνό μάτι). Δεν ξέρει ούτε να ~ει, ούτε να γράφει (: είναι οργανικά αναλφάβητος). Βλ. ξανα~. 2. καταλαβαίνω, πληροφορούμαι το περιεχόμενο γραπτού κειμένου με (σιωπηρή συνήθ.) ανάγνωση: ~ μια επιστολή/την εφημερίδα/τα μέιλ μου/ένα μυθιστόρημα. ~ από μέσα μου/αργά/γρήγορα/δυνατά (πβ. εκφωνώ)/μεγαλόφωνα/σιωπηλά/φωναχτά/χαμηλόφωνα. ~σε τους όρους του συμβολαίου. Το βιβλίο ~εται απνευστί/ευχάριστα. Περιοδικό που ~εται κυρίως από νέους. Μελέτη που αξίζει να ~στεί.|| (καθιστώ το περιεχόμενο κειμένου γνωστό σε κάποιον μέσω της ανάγνωσης:) ~σε στο παιδί μία ιστορία/ένα παραμύθι. Θα ~στούν αποσπάσματα από το έργο του ποιητή (πβ. απαγγέλλω). ~στηκε η δήλωση/το μήνυμα/ο χαιρετισμός του Υπουργού. ~στηκε η απόφαση/το ψήφισμα. ΣΥΝ. αναγιγνώσκω. 3. διαισθάνομαι ή διαβλέπω γεγονότα μέσω της παρατήρησης: ~σε στα μάτια/στο πρόσωπό της την απογοήτευση/τη λαχτάρα/τον πόνο. ~ στο βλέμμα σου ότι λες ψέματα.|| ~ το μέλλον/τη μοίρα/το φλιτζάνι (= προβλέπω, προφητεύω). 4. μελετώ: (για μαθητή) ~ τα μαθήματά μου. Δεν ~ει καθόλου.|| Τον ~ει η μητέρα του (: τον βοηθά, επιβλέπει τη μελέτη του).|| ~ λογοτεχνία/ποίηση. Βλ. ψιλο~. 5. ΠΛΗΡΟΦ. ανακτώ δεδομένα από πηγή (συσκευή μνήμης, φορέα δεδομένων): Λογισμικό/πρόγραμμα που ~ει αριθμούς/λέξεις/τον σκληρό δίσκο/χαρακτήρες. Διεργασία που ~ει την τιμή μιας μεταβλητής. 6. (για ιερέα) ευλογώ, απαγγέλλοντας ευχές: Τού ~σε μια ευχή/παράκληση. (για ετοιμοθάνατο:) Ήρθε ο παπάς να τον ~σει.|| (μειωτ.) Άντε να σε ~σει κανένας παπάς! ● ΦΡ.: βουλωμένο γράμμα διαβάζεις βλ. γράμμα, διαβάζω ανάμεσα στις/πίσω (/κάτω/μέσα) από τις γραμμές (/αράδες) βλ. γραμμή, διαβάζω τη σκέψη (κάποιου) βλ. σκέψη ● βλ. διαβασμένος [< μεσν. διαβάζω < αρχ. διαβιβάζω, γαλλ. lire, αγγλ. read, γερμ. lesen] | |
| 12200 | διαβαθμίζω | δι-α-βαθ-μί-ζω ρ. (μτβ.) {διαβάθμι-σε, -σει, -στηκε, -στεί (σπάν. λόγ.) -σθεί, -σμένος, διαβαθμίζ-οντας, -όμενος} 1. κατατάσσω σε βαθμίδες τα στοιχεία μιας ακολουθίας με βάση συγκεκριμένα κριτήρια: ~ τα εμπορεύματα/τις τιμές των προϊόντων. Το προσωπικό ~εται σε κατηγορίες. Στα πτυχία γλωσσομάθειας ~εται το επίπεδο δυσκολίας.|| ~ τη βαρύτητα ενός προβλήματος/την επικινδυνότητα μιας κατάστασης. Καθένας έχει ~σει (= ιεραρχήσει) τις προτεραιότητές του ανάλογα με τις ανάγκες του. Βλ. βαθμονομώ.|| ~σμένη: δυσκολία/κλίμακα/πρόσβαση σε βάση δεδομένων. 2. (ειδικότ.) ταξινομώ στοιχεία (πληροφορίες, υλικό) ενός συνόλου ως προς τον βαθμό απορρήτου: Η έκθεση έχει ~στεί ως εμπιστευτικό έγγραφο. [< γαλλ. graduer, αγγλ. grade, clasify] | |
| 12201 | διαβάθμιση | δι-α-βάθ-μι-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του διαβαθμίζω: ποιοτική/υψομετρική/χρωματική ~. ~ βάρους/κινδύνου/φωτεινότητας. ~ των μελών/πελατών σε ... κατηγορίες. Επίπεδα/κλίμακα/σύστημα ~ης. Βλ. βαθμονόμηση, κατηγοριοποίηση.|| (ειδικότ., ταξινόμηση ως προς τον βαθμό απορρήτου:) ~ εγγράφων/πληροφοριών. ● ΣΥΜΠΛ.: πιστοληπτική διαβάθμιση: αξιολόγηση της οικονομικής αξιοπιστίας επιχείρησης (ή χώρας) από ανεξάρτητες εταιρείες χρηματοοικονομικής ανάλυσης, για την εκτίμηση της χρηματιστηριακής αξίας της, καθώς και του βαθμού επενδυτικής επικινδυνότητας που αυτή παρουσιάζει: βραχυπρόθεσμη/μακροπρόθεσμη ~ ~. Ομόλογα υψηλής ~ης ~ης. Διεθνής οίκος ~ης ~ης. [< αγγλ. credit rating, 1958] [< γαλλ. graduation, gradation] | |
| 12202 | διαβαθμίσιμος | , η, ο δι-α-βαθ-μί-σι-μος επίθ. (λόγ.): που μπορεί να διαβαθμιστεί: ~η: έννοια. ~α: επίθετα. [< αγγλ.-γαλλ. gradable] | |
| 12204 | διαβαλκανικός | , ή, ό δι-α-βαλ-κα-νι-κός επίθ. (λόγ.): που συμβαίνει ή πραγματοποιείται μεταξύ των βαλκανικών χωρών: ~ή: διάσκεψη/συνεργασία/σύνοδος. ~ό: συνέδριο. ~ές: σχέσεις. | |
| 12205 | διαβάλλω | δι-α-βάλ-λω ρ. (μτβ.) {παρατ. διέβαλλε, αόρ. διέβαλε, διαβάλει, διαβλή-θηκε (λόγ. διεβλήθη ..., μτχ. διαβλη-θείς, -θείσα, -θέν), -θεί, διαβάλλ-οντας}: διαδίδω με ύπουλο τρόπο ψευδείς κατηγορίες για κάποιον, συκοφαντώ: ~ει συστηματικά τους συνεργάτες του. Την διέβαλε διαστρεβλώνοντας τα λεγόμενά της. Πβ. δυσφημώ, κακολογώ. [< αρχ. διαβάλλω] | |
| 12206 | διάβαση | δι-ά-βα-ση ουσ. (θηλ.) 1. πέρασμα, διέλευση: ~ της γέφυρας/του δρόμου/της ερήμου/του φαραγγιού. Βλ. διάπλους, περι~.|| Ορεινή/σιδηροδρομική/συνοριακή ~. Κλειστή θα παραμείνει η οδική ~ ... || (ΙΑΤΡ.) ~ λεπτού/παχέος εντέρου (βλ. ακτινογραφία). 2. ΑΣΤΡΟΝ. φαινόμενο που δίνει την εντύπωση στον επίγειο παρατηρητή πως ένα ουράνιο σώμα διέρχεται μπροστά από τον δίσκο ενός άλλου, μεγαλύτερου: ~ της Αφροδίτης/του Ερμή/της Σελήνης μπροστά από τον Ήλιο. Βλ. σύνοδος. ● ΣΥΜΠΛ.: ανισόπεδη διάβαση 1. κατασκευή, συνήθ. υπερυψωμένη γέφυρα ή υπόγειο πέρασμα, που οδηγεί με ασφάλεια τους πεζούς από τη μία πλευρά ενός δρόμου στην άλλη. 2. διασταύρωση αυτοκινητοδρόμου με άλλον αυτοκινητόδρομο ή σιδηροδρομική γραμμή σε διαφορετικό επίπεδο, ψηλότερο ή χαμηλότερο. Βλ. ανισόπεδος κόμβος., άνω/κάτω διάβαση: ανισόπεδη διασταύρωση σιδηροδρομικής γραμμής με οδό που περνά πάνω ή κάτω από τη γραμμή., διάβαση πεζών: σημείο του οδοστρώματος με ειδική σήμανση και ορισμένη διαγράμμιση, από όπου επιτρέπεται στους πεζούς να διασχίζουν τον δρόμο: Απαγορεύεται η στάση και η στάθμευση σε ~ ~. ΣΥΝ. πεζοδιάβαση, ιρλανδική διάβαση: διασταύρωση δρόμου με χείμαρρο χωρίς γέφυρα, αλλά με απλή τσιμεντόστρωση., ισόπεδη διάβαση: διασταύρωση μεταξύ οδού και σιδηροδρομικής ή τροχιοδρομικής γραμμής, η οποία γίνεται στο ίδιο επίπεδο., υπόγεια διάβαση: πέρασμα ή τούνελ που επιτρέπει σε πεζούς ή οχήματα να περάσουν κάτω από αυτοκινητόδρομο ή σιδηροδρομική γραμμή. [< αγγλ. subway] [< αρχ. διάβασις, γαλλ. passage] | |
| 12207 | διάβασμα | διά-βα-σμα ουσ. (ουδ.) {διαβάσμ-ατος | -ατα} 1. ανάγνωση: γρήγορο/προσεκτικό ~. ~ βιβλίων/εφημερίδων/περιοδικών. Παιδικά ~ατα (= αναγνώσματα). Ικανότητα/πρόβλημα ομιλίας και ~ατος. Ακούσματα και ~ατα. 2. μελέτη: ~ άρθρων/κειμένων/χάρτη. Όρεξη για ~. ~ της τελευταίας στιγμής. Πρόγραμμα/ώρες ~ατος. Τέλειωσα το ~ του βιβλίου. Έχει πολύ ~ για τις εξετάσεις. Για να μπεις στο πανεπιστήμιο, θέλει ~.|| (μτφ.-αργκό) Έλιωσα στο/έπεσα με τα μούτρα στο/έριξα τρελό/πέθανα στο/(ξε)σκίστηκα στο ~. || (ΜΟΥΣ.) ~ παρτιτούρας. 3. ΤΕΧΝΟΛ. {χωρ. πληθ.} οπτική αναγνώριση ψηφιακών δίσκων από ηλεκτρονικές συσκευές: ~ των BD, CD και DVD από μηχανήματα αναπαραγωγής. 4. (σπάν.) απαγγελία ευχής από ιερέα για εξορκισμό των κακών πνευμάτων. [< μεσν. διάβασμα 3: αγγλ. reading, 1940] | |
| 12208 | διαβασμένος | , η, ο δια-βα-σμέ-νος επίθ. ΑΝΤ. αδιάβαστος 1. (για μαθητή) που έχει μελετήσει ένα μάθημα και γενικότ. για πρόσωπο που έχει διαβάσει πολύ στη ζωή του, μορφωμένο: άριστα/καλά ~.|| ~ο: κοινό. Βλ. μισο~, πολυ~. 2. (μτφ.) που τον έχουν συμβουλέψει, ενημερώσει, προετοιμάσει κατάλληλα για κάτι: Ήρθε στη συζήτηση αρκετά ~. Η ομάδα κατέβηκε πολύ ~η στο γήπεδο. Πβ. δασκαλεμένος. 3. που έχει διαβαστεί: ~η: εφημερίδα. Τα πιο ~α (θέματα). Τα δέκα περισσότερο ~α άρθρα (στο διαδίκτυο).|| (σε ηλεκτρονική αλληλογραφία, κινητή τηλεφωνία:) (Μη) ~α μηνύματα. 4. για κάποιον ή κάτι που του έχει διαβάσει ο ιερέας μια ευχή και ειδικότ. για νεκρό που του έψαλαν τη νεκρώσιμη ακολουθία: ~η: εικόνα (= λειτουργημένη).|| Πήγε ~. ● βλ. διαβάζω | |
| 12209 | διαβαστερός | , ή, ό δια-βα-στε-ρός επίθ. (προφ.) 1. μελετηρός, επιμελής: ~ός: μαθητής. ~ό: παιδί. Βλ. -ερός. 2. (σπάν.) που διαβάζεται άνετα, ευχάριστα: διασκεδαστικό και ~ό βιβλίο (= ευκολοδιάβαστο). |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ