| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 12210 | διαβατάρης | δια-βα-τά-ρης ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): διαβάτης. [< μεσν. διαβατάρης] | |
| 12211 | διαβατάρικος | , η, ο δια-βα-τά-ρι-κος επίθ. (λαϊκό-λογοτ.): που περνά για σύντομο χρονικό διάστημα από κάπου: ~α: πουλιά. Βλ. αποδημητ-, νομαδ-ικός.|| (μτφ.) ~η: ζωή. ~α: όνειρα. Πβ. εφήμερος, πρόσκαιρος. | |
| 12212 | διαβατηριακός | , ή, ό δι-α-βα-τη-ρι-α-κός επίθ. (επίσ.): που σχετίζεται με το διαβατήριο: ~ός: έλεγχος. | |
| 12213 | διαβατήριο | δι-α-βα-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {διαβατηρί-ου} 1. πιστοποιητικό ταυτότητας που χορηγείται από το κράτος στους υπηκόοους του για τη μετάβαση και παραμονή τους σε χώρα του εξωτερικού: ατομικό/διπλωματικό/έγκυρο/εθνικό/ευρωπαϊκό/πλαστό/υπηρεσιακό ~. Ανανέωση/αντικατάσταση/αριθμός/έκδοση/θεώρηση/φωτογραφίες ~ου. Επικυρωμένο αντίγραφο ~ου. Έλεγχος ~ων στα σύνορα. Το ~ έχει λήξει. Πβ. πασαπόρτι. Βλ. βίζα.|| Επαγγελματικό ~ (βλ. ευρω~). ~ γλωσσών (: με τις γλωσσικές δεξιότητες του κατόχου του, βλ. Ευρωπαϊκό πορτφόλιο). Βλ. -τήριο. 2. (μτφ.) οτιδήποτε εξασφαλίζει σε κάποιον πρόσβαση ή άδεια για κάτι: ~ για διεθνή αναγνώριση/την επιτυχία/το μέλλον/τον τελικό.|| Πήρε το ~ για την Ευρωπαϊκή Ένωση (: για υποψήφια προς ένταξη χώρα).|| Πήρε ~ για τον άλλο κόσμο (: είναι ετοιμοθάνατος). ● ΣΥΜΠΛ.: βιολογικό διαβατήριο: ατομικό, ηλεκτρονικό αρχείο για επαγγελματίες αθλητές, όπου καταγράφονται και αντιπαραβάλλονται τα αποτελέσματα όλων των ελέγχων ντόπινγκ, στους οποίους υποβάλλονται σε μια ορισμένη χρονική περίοδο, για την εξακρίβωση της λήψης ή μη αναβολικών από μέρους τους. [< αγγλ. (Athlete) Biological Passport] , βιομετρικό/ηλεκτρονικό διαβατήριο: που περιέχει τα χαρακτηριστικά του κατόχου του (δακτυλικά αποτυπώματα, χρώμα ίριδας, φωνή) αποθηκευμένα σε μικροτσίπ., ενιαίο διαβατήριο: που επιτρέπει στις επενδυτικές επιχειρήσεις να ασκούν τις δραστηριότητές τους στην Ευρωπαϊκή Ένωση., κοινοτικό διαβατήριο βλ. κοινοτικός [< γαλλ. passeport] | |
| 12214 | διαβατήριος | , α, ο δι-α-βα-τή-ρι-ος επίθ.: ΑΝΘΡΩΠ. που έχει σχέση με τη μετάβαση από μια κατάσταση της κοινωνικής ζωής (γέννηση, εφηβεία, γάμος) σε μια άλλη: ~ες: τελετές. ~α: έθιμα. Βλ. -τήριος. [< πβ. μτγν. διαβατήριος ‘που προστατεύει τα περάσματα (για τον Δία)’] | |
| 12215 | διαβάτης | δια-βά-της ουσ. (αρσ.) (λογοτ.): περαστικός, διερχόμενος. Πβ. διαβατάρης. Βλ. οδοιπόρος. [< αρχ. διαβάτης] | |
| 12216 | διαβατικός | , ή, ό δι-α-βα-τι-κός επίθ. (επιστ.): περαστικός, πρόσκαιρος: Υδρόβια, ~ά και ενδημικά πτηνά (πβ. διαβατάρικος).|| (ΜΟΥΣ.) ~οί: φθόγγοι. ~ές: νότες. [< μτγν. διαβατικός ‘ικανός να διασχίζει ή να περάσει’] | |
| 12217 | διαβατός | , ή, ό δι-α-βα-τός επίθ.: (για τόπο) που μπορεί να τον διαβεί κάποιος: ~ός: δρόμος. ΑΝΤ. αδιάβατος [< αρχ. διαβατός] | |
| 12218 | διαβεβαιώνω | δι-α-βε-βαι-ώ-νω ρ. (μτβ.) {διαβεβαίω-σε, -θηκε, -θεί, -μένος, διαβεβαιών-οντας} & (επίσ.) διαβεβαιώ {-οίς, -οί ..., κυρ. στο α' εν.}: δηλώνω ρητά και κατηγορηματικά ότι κάτι είναι βέβαιο, σίγουρο: Σε ~ πως δεν είσαι μόνος. ~θηκα τηλεφωνικά ότι η παραγγελία μου έχει ήδη σταλεί. Σας ~ουμε για τη γνησιότητα των αποτελεσμάτων της έρευνας. Σας ~ προσωπικά ότι θα καταβάλουμε κάθε δυνατή προσπάθεια για να ... Προκειμένου να ~θεί το συμβούλιο για τις προθέσεις της επιτροπής ... Πβ. βεβαιώνω.|| Ο υπουργός ~σε τους εργαζομένους ότι ... Πβ. εγγυώμαι, υπόσχομαι. [< μτγν. διαβεβαιῶ] | |
| 12219 | διαβεβαίωση | δι-α-βε-βαί-ω-ση ουσ. (θηλ.) 1. κατηγορηματική βεβαίωση ή υπόσχεση: έγγραφη/επίσημη/ιατρική/προσωπική/προφορική ~. ~ για την καταβολή των επιδοτήσεων. ~ από την πλευρά του .../προς ... Έχω πάρει τη ρητή ~ ότι ... (πβ. εγγύηση). Παρά τις αντίθετες ~ώσεις των υπευθύνων, καμία θετική εξέλιξη δεν έχει σημειωθεί. 2. ΕΚΚΛΗΣ. υπόσχεση Μητροπολίτη πριν από την ανάληψη των καθηκόντων του και ενώπιον του Προέδρου της Δημοκρατίας για την τήρηση των κανόνων της Εκκλησίας και των νόμων του κράτους. [< μτγν. διαβεβαίωσις] | |
| 12220 | διαβεί | βλ. διαβαίνω | |
| 12221 | διάβηκα | βλ. διαβαίνω | |
| 12222 | διάβημα | δι-ά-βη-μα ουσ. (ουδ.) 1. ΠΟΛΙΤ. διπλωματική ενέργεια που απευθύνει η κυβέρνηση μιας χώρας σε άλλη για σημαντικό ζήτημα, συνήθ. για έκφραση διαμαρτυρίας, ικανοποίηση αιτήματος ή υποβολή πρότασης: γραπτό/προφορικό ~. ~ του προέδρου προς τον/στον πρέσβη. Κάνω/υποβάλλω ~. Σε ~ προέβη ... Με ~ απαντά το Υπουργείο Εξωτερικών στη νέα πρόκληση.|| ~ στα Ηνωμένα Έθνη/στον ΟΗΕ. Πβ. παραστάσεις. 2. (επίσ.) ενέργεια προς κρατικές συνήθ. Αρχές, φορείς και υπηρεσίες για τη διευθέτηση κρίσιμου ζητήματος: κοινό/οικονομικό/πολιτικό ~. Διοικητικά ~ατα. ~ του δημάρχου με θέμα ... ~ στον εισαγγελέα. ● ΣΥΜΠΛ.: απονενοημένο (διάβημα) βλ. απονενοημένος [< μτγν. διάβημα ‘βήμα, διασκελισμός’, γαλλ. démarche] | |
| 12223 | διαβήτης1 | δι-α-βή-της ουσ. (αρσ.): ΓΕΩΜ. όργανο χάραξης κύκλων και μέτρησης γωνιών, αποτελούμενο από δύο κινητά σκέλη συνδεδεμένα στη μια άκρη τους με τέτοιο τρόπο, ώστε το άνοιγμα μεταξύ τους να μπορεί να μεγαλώνει και να μικραίνει ανάλογα με την περίπτωση: παχυμετρικός ~. Σχεδιάζει με χάρακα και ~η. Βλ. κουμπάσο.|| (μτφ., ως παραθετικό σύνθ.) Μπαλιά/πάσα/σέντρα-~ (= ακριβής). ● ΦΡ.: με κανόνα και διαβήτη/με τον διαβήτη (σπάν.-μτφ.): με ακρίβεια, σχολαστικότητα: Τα εξέτασε/υπολόγισε όλα ~ ~. [< αρχ. διαβήτης] | |
| 12224 | διαβήτης2 | δι-α-βή-της ουσ. (αρσ.): ΙΑΤΡ. κυρ. στα ● ΣΥΜΠΛ.: σακχαρώδης διαβήτης & διαβήτης & (προφ.) ζαχαρώδης διαβήτης: χρόνια διαταραχή του μεταβολισμού των υδατανθράκων λόγω ανεπαρκούς δράσης της ινσουλίνης του παγκρέατος, με αποτέλεσμα την αύξηση του ποσοστού του σακχάρου στο αίμα και στα ούρα: νεανικός/παιδικός ~ ~. ~ ~ των ενηλίκων. Ρύθμιση του ~ους ~η. Πβ. ζάχαρο. Βλ. δυσλιπιδαιμία, μεταβολικό σύνδρομο. ΣΥΝ. σακχαροδιαβήτης, σακχαρώδης διαβήτης (της) κύησης/εγκυμοσύνης & διαβήτης (της) κύησης/εγκυμοσύνης: που αναπτύσσεται στη διάρκεια της κύησης, λόγω μεγάλων ποσοστών σακχάρου στο αίμα της εγκύου, κυρ. σε γυναίκες παχύσαρκες, μεγάλες σε ηλικία ή με ιστορικό διαβήτη στην οικογένειά τους., σακχαρώδης διαβήτης τύπου 1 & (παλαιότ.) ινσουλινοεξαρτώμενος σακχαρώδης διαβήτης: αυτός που προκαλείται από αυτοαντισώματα του οργανισμού, τα οποία καταστρέφουν τα κύτταρα του παγκρέατος που παράγουν ινσουλίνη: Ο ~ ~ είναι πιο συχνός σε παιδιά και νέους., σακχαρώδης διαβήτης τύπου 2 & (παλαιότ.) μη ινσουλινοεξαρτώμενος σακχαρώδης διαβήτης: αυτός που οφείλεται στην παραγωγή υπερβολικής ινσουλίνης στο πάγκρεας και εμφανίζεται κυρ. σε άτομα μέσης και τρίτης ηλικίας., άποιος διαβήτης βλ. άποιος [< μτγν. διαβήτης, αγγλ. diabetes, γαλλ. diabète (sucré)] | |
| 12225 | διαβητικός | , ή, ό δι-α-βη-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που προκαλείται από τον διαβήτη ή σχετίζεται με αυτόν: ~ή: αγγειοπάθεια/αμφιβληστροειδοπάθεια/κετοξέωση/νευροπάθεια/νεφροπάθεια. ~ό: έλκος/κώμα.|| ~ά: παιδιά.|| ~ά: παπούτσια/τρόφιμα (: για ~ούς). Βλ. αντι~. ● Ουσ.: διαβητικός, διαβητική (ο/η): ασθενής που πάσχει από διαβήτη: Οι ~οί ακολουθούν συγκεκριμένο διαιτολόγιο. ● ΣΥΜΠΛ.: διαβητικό πόδι: ΙΑΤΡ. εξέλκωση, λοίμωξη ή/και καταστροφή των ιστών στον άκρο πόδα σε συνδυασμό με περιφερική νευροπάθεια ή/και αποφρακτική αρτηριοπάθεια των κάτω άκρων σε άτομα με σακχαρώδη διαβήτη. [< μεσν. διαβητικός, γαλλ. diabétique, αγγλ. diabetic] | |
| 12226 | διαβητολογία | δι-α-βη-το-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Δ): ΙΑΤΡ. κλάδος με αντικείμενο τη μελέτη και θεραπεία του διαβήτη. Βλ. -λογία. [< γαλλ. diabétologie, 1963, αγγλ. diabetology] | |
| 12227 | διαβητολογικός | , ή, ό δι-α-βη-το-λο-γι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τη διαβητολογία: ~ή: εταιρεία. ~ό: ιατρείο/κέντρο. | |
| 12228 | διαβητολόγος | δι-α-βη-το-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): γιατρός ειδικευμένος στη διαβητολογία: ενδοκρινολόγος-~. Βλ. -λόγος. [< γαλλ. diabétologue, 1963, αγγλ. diabetologist, 1970] | |
| 12229 | διαβιβάζω | δι-α-βι-βά-ζω ρ. (μτβ.) {διαβίβα-σα (λόγ.) διεβίβασα, διαβιβά-στηκε (λόγ.) -σθηκε, -σμένος, διαβιβαζ-όμενος, διαβιβάζ-οντας} (επίσ.): (+ σε/προς) μεταφέρω μήνυμα, πληροφορίες, έγγραφο για λογαριασμό τρίτου ή μέσω κάποιου ενδιάμεσου, συνήθ. διά της υπηρεσιακής οδού: Σας ~ ερωτήματα αναγνωστών/τα ειλικρινή συλλυπητήριά μας/τις ευχαριστίες μου/τις ευχές του προέδρου. Να ~σετε τα χαιρετίσματά μου στην οικογένειά σας! Ο κεντρικός υπολογιστής ~ει τα δεδομένα. Ο δικηγόρος ~σε την καταγγελία του πελάτη του στον εισαγγελέα. Πβ. μεταβιβάζω. Βλ. ενημερώνω, πληροφορώ.|| ~ την αναφορά/τα δικαιολογητικά/την έκθεση/το υπόμνημα στον αρμόδιο φορέα. Ο φάκελος του ασθενούς ~στηκε στο ιατρικό συμβούλιο. ~όμενα: στοιχεία. Βλ. κοινοποιώ, παραπέμπω, υποβάλλω. [< αρχ. διαβιβάζω, γαλλ. transmettre] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ