| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 12230 | διαβίβαση | δι-α-βί-βα-ση ουσ. (θηλ.): μεταφορά, ειδικότ. μέσω ενδιάμεσου φορέα: ηλεκτρονική ~. ~ αιτήσεων/δεδομένων/κλήσεων (βλ. δρομολόγηση, μεταγωγή)/πληροφοριών/σημάτων/στοιχείων. ● Ουσ.: Διαβιβάσεις (οι): ΣΤΡΑΤ. Όπλο του Στρατού Ξηράς αρμόδιο για την εξασφάλιση των τηλεπικοινωνιών: λόχος/τάγμα ~άσεων. Κέντρο Εκπαίδευσης ~άσεων (ακρ. Κ.Ε.ΔΒ.). Βλ. μηχανικό, πεζικό, πυροβολικό, Τεθωρακισμένα. [< γαλλ. transmissions, 1933] ● ΣΥΜΠΛ.: συναπτική διαβίβαση: ΦΥΣΙΟΛ. νευροδιαβίβαση. [< μεσν. διαβίβασις, γαλλ. transmission] | |
| 12231 | διαβιβαστής | δι-α-βι-βα-στής ουσ. (αρσ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. σύστημα, ειδικότ. ηλεκτρονική συσκευή, που μεταφέρει σήματα σε έναν αποδέκτη: ~ εντολών. Διαδικτυακός ~ μηνυμάτων (βλ. διακομιστής). 2. ΦΥΣΙΟΛ. {συνήθ. στον πληθ.} νευροδιαβιβαστής. 3. ΣΤΡΑΤ. στρατιώτης που υπηρετεί στις Διαβιβάσεις: ~-ασυρματιστής. ~ πεζικού. [< 1,3: γαλλ. transmetteur 2: αγγλ. transmitter, 1930] | |
| 12232 | διαβιβαστικός | , ή, ό δι-α-βι-βα-στι-κός επίθ.: που συντελεί στη διαβίβαση ή σχετίζεται με αυτή: ~ή: επιστολή. ~ό: σημείωμα.|| (ΤΗΛΕΠ.) ~ή: κίνηση. ~ές: υπηρεσίες τηλεφωνικού δικτύου. Βλ. νευρο~. ● Ουσ.: διαβιβαστικό (το): ενν. έγγραφο: ~ για άδειες/υπερωρίες. Το τιμολόγιο θα σταλεί ταχυδρομικά συνοδευόμενο από ~. [< μτγν. διαβιβαστικός] | |
| 12233 | διαβιώνω | δι-α-βι-ώ-νω ρ. (αμτβ.) {διαβίω-σε} & (λόγ.) διαβιώ {-οίς κ. -είς, -οί κ. -εί ..., διαβιών-οντας}: περνώ τη ζωή μου, ζω με συγκεκριμένο τρόπο: Πολίτες που ~ουν κάτω από το όριο της φτώχειας. Πβ. διάγω.|| Ζώα/πτηνά που ~ουν σε ορεινές περιοχές. [< αρχ. διαβιῶ] | |
| 12234 | διαβίωση | δι-α-βί-ω-ση ουσ. (θηλ.): τρόπος ζωής, ζωή: άνετη/ανθρώπινη/ασφαλής/πολυτελής/υγιεινή ~. ~ στην πόλη/στο σπίτι/στη φύση. Δαπάνες/έξοδα ~ης (πβ. κόστος ζωής). Άθλιες/αξιοπρεπείς/δύσκολες συνθήκες ~ης. Βλ. επιβίωση.|| (ΟΙΚΟΝ.) Τεκμήρια ~ης. ● ΣΥΜΠΛ.: βιοτικό επίπεδο & επίπεδο ζωής/διαβίωσης βλ. βιοτικός [< μτγν. διαβίωσις] | |
| 12236 | διαβλητός | , ή, ό δι-α-βλη-τός επίθ. (λόγ.): που είναι δυνατόν να του καταλογιστούν σφάλματα ή παρατυπίες και να θεωρηθεί αναξιόπιστος ή άκυρος: ~ός: διαγωνισμός. ~ές: διαδικασίες/εξετάσεις. ~ά: αποτελέσματα/κριτήρια. Η εκλογή του θεωρήθηκε ~ή και ακυρώθηκε. Πβ. διάτρητος. ΑΝΤ. αδιάβλητος ● επίρρ.: διαβλητά | |
| 12237 | διαβλητότητα | δι-α-βλη-τό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του διαβλητού: ~ των εξετάσεων/του συστήματος. Βλ. -ότητα. | |
| 12238 | διαβόητος | , η, ο δι-α-βό-η-τος επίθ.: που έχει πολύ κακή φήμη: ~ος: δραπέτης/εγκληματίας/κακοποιός/ληστής/τρομοκράτης. ~η: συμμορία/υπόθεση. ~ο: άρθρο/βιβλίο. Πβ. περιβόητος. Βλ. διάσημος, φημισμένος. [< πβ. μτγν. διαβόητος ‘περίφημος, διάσημος’, γαλλ. notoire] | |
| 12239 | διαβολάκι | δια-βο-λά-κι ουσ. (ουδ.) ΑΝΤ. αγγελάκι 1. (μτφ.-οικ.) ζωηρό, δραστήριο και έξυπνο παιδί. Πβ. ζιζάνιο, πειραχτήρι. 2. μικρός διάβολος: Ντύθηκε ~ τις απόκριες. | |
| 12240 | διαβολέας | δι-α-βο-λέ-ας ουσ. (αρσ.) {διαβολ-είς, -έων} (λόγ.): συκοφάντης. Πβ. λασπολόγος, ψιθυριστής. [< μεσν. διαβολεύς] | |
| 12241 | διαβολεμένος | , η, ο δια-βο-λε-μέ-νος επίθ. & διαολεμένος 1. (προφ.-επιτατ.) που εμφανίζεται ή εκδηλώνεται σε εξαιρετικά μεγάλο βαθμό ή με μεγάλη ένταση: ~ος: αέρας/θόρυβος/πόνος. ~η: ζέστη (= ανυπόφορη)/όρεξη/τύχη. ~ο: κέφι/χιούμορ. Έβρεχε κι έκανε ~ο κρύο. ΣΥΝ. δαιμονισμένος (1), τρομερός (2), φοβερός (3) 2. που έχει τα χαρακτηριστικά του διαβόλου· κυρ. ως χαρακτηρισμός για υπερβολικά ευφυή, ικανό ή/και πονηρό άνθρωπο: ~η: σύμπτωση (βλ. διαβολική/σατανική).|| ~ο: μυαλό/πλάσμα. Πβ. δαιμόνιος, πανούργος, τετραπέρατος. ● επίρρ.: διαβολεμένα & διαολεμένα [< μεσν. διαβολεμένος] | |
| 12242 | διαβολή | δι-α-βο-λή ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): συκοφαντία. Πβ. δυσφήμιση, κακο-, λασπο-λογία. [< αρχ. διαβολή] | |
| 12243 | διαβόλια | βλ. διαόλια | |
| 12244 | διαβολιά | δια-βο-λιά ουσ. (θηλ.) & διαολιά: (κυρ. για παιδί) αταξία. ΣΥΝ. ζαβολιά (2), σκανδαλιά [< αρχ. διαβολία] | |
| 12245 | διαβολικός | , ή, ό δια-βο-λι-κός επίθ.: σατανικός: ~ή: ενέργεια/επινόηση. ~ό: χαμόγελο (= ειρωνικό, σαρκαστικό). Να δούμε τι άλλο θα σκαρφιστεί το ~ό μυαλό του (= μοχθηρό, πονηρό)! Ξεσκέπασαν τα ~ά του σχέδια (= δόλια, καταχθόνια, ύπουλα). Πβ. δαιμον-, εωσφορ-, μεφιστοφελ-ικός. ΑΝΤ. αγγελικός (1) ● επίρρ.: διαβολικά ● ΣΥΜΠΛ.: διαβολική/σατανική σύμπτωση βλ. σύμπτωση [< μτγν. διαβολικός, γαλλ. diabolique, αγγλ. diabolic] | |
| 12246 | διαβολικότητα | δια-βο-λι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του διαβολικού. Βλ. -ότητα. ΣΥΝ. σατανικότητα | |
| 12248 | διαβολο-/διαολο- & διαβολό- & διαβολ- | α' συνθετικό λέξεων που αναφέρονται: 1. σε πανούργο άνθρωπο ή σε ό,τι προκαλεί μεγάλη ενόχληση, δυσφορία: διαβολ-άνθρωπος. Διαβολό-παιδο.|| Διαβολό-καιρος. 2. στον διάβολο: διαολο-στέλνω. | |
| 12247 | διαβολοβδομάδα | δια-βο-λο-βδο-μά-δα ουσ. (θηλ.) 1. (προφ.) εβδομάδα γεμάτη δύσκολες ή απρόοπτες καταστάσεις. 2. (στη στρατ. αργκό) επταήμερο συνεχούς και σκληρής εκπαίδευσης. | |
| 12249 | διαβολόπαιδο | δια-βο-λό-παι-δο ουσ. (ουδ.): έξυπνο και ατίθασο παιδί: Τι σκαρώσανε πάλι, τα ~α! Πβ. πειραχτήρι. Βλ. -παιδο. ΣΥΝ. ζιζάνιο (2) | |
| 58800 | διάβολος |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ