Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [13120-13140]

IDΛήμμαΕρμηνεία
12250διάβολοςδιά-βο-λος ουσ. (αρσ.) {διαβόλ-ου} & (λαϊκό) διάολος 1. ΘΕΟΛ. (συχνά με κεφαλ. Δ) προσωποποίηση του πνεύματος του κακού, συνήθ. με κέρατα και ουρά, ο αντίπαλος του Θεού που έχει βασίλειό του την κόλαση, σατανάς: η μάχη με τον ~ο. Όργανο/παγίδες του ~ου. Αποφεύγω/φοβάμαι (κάποιον/κάτι) σαν τον ~ο. ΣΥΝ. Βεελζεβούλ, Εωσφόρος (1), Σατανάς. 2. (μτφ.) άνθρωπος μοχθηρός και σκληρός: αληθινός/σκέτος/σωστός ~.|| (για οδηγό αυτοκινήτου) Έτρεχε σαν ~. Βλ. φτωχο~. 3. (λαϊκό-υβριστ.) σε ερωτήσεις και αναφωνήσεις, ως έκφραση εκνευρισμού, δυσαρέσκειας ή απογοήτευσης: Τι ~ο θέλεις;|| (ως επιφών.) (Που/φτου) να πάρει ο ~! ● ΣΥΜΠΛ.: δια(β)όλου κάλτσα βλ. κάλτσα, διάβολος της Τασμανίας βλ. Τασμανία, δικηγόρος/συνήγορος του διαβόλου βλ. δικηγόρος ● ΦΡ.: άι/α/άντε στο διά(β)ολο/διάλο! & να πας/πήγαινε στο διά(β)ολο/διάλο! (υβριστ.): ως έκφραση αγανάκτησης, οργής, όταν θέλουμε να ξεφορτωθούμε κάποιον ή για να δηλωθεί μεγάλη έκπληξη: άι ~ ~ όλοι τους.|| Α ~ ~, δεν το πιστεύω!, βάζει ο διά(β)ολος την ουρά του: για αρνητική εξέλιξη που οφείλεται σε εξωγενή παράγοντα: Έβαλε ~ και τσακωθήκαμε! , βρήκα τον διάολό μου (μτφ.) 1. έμπλεξα, βρήκα τον μπελά μου: Προσπάθησα να τον βοηθήσω και ~ ~. 2. βρήκα τον δάσκαλό μου: Ήθελε να έχει το πάνω χέρι, αλλά μαζί της έχει βρει ~ ~ του., διά(β)ολοι/δια(β)όλοι και τρίβολοι/τριβόλοι: όταν υπάρχουν πολλοί πειρασμοί και ενοχλητικοί άνθρωποι τριγύρω., έσπασε/σπάει ο διά(β)ολος το ποδάρι του (προφ.): για κάτι αναπάντεχο, αρνητικό ή (ειρων.) θετικό: Έσπασε ~ ~ και τρέχαμε στο νοσοκομείο!, έχει το(ν) διά(β)ολο μέσα του & έχει τον δαίμονα μέσα του: για πονηρό, δόλιο ή πολύ ευφυή, δαιμόνιο άνθρωπο., μπήκε ο διάολος μέσα του: δαιμονίστηκε ή συμπεριφέρεται σαν δαιμονισμένος, τον κυρίευσε ο σατανάς: Ούρλιαζε και χτυπιόταν σαν να ~ ~., ο διά(β)ολος έχει πολλά ποδάρια (λαϊκό): για να εκφραστεί ότι είναι πιθανόν να συμβεί αναπάντεχα κάτι αρνητικό, παρά τις όποιες προφυλάξεις: Καλό είναι να έχεις ένα δεύτερο κλειδί μαζί σου· ποτέ δεν ξέρεις, ~ ~ ... , όπως ο διά(β)ολος το λιβάνι & σαν τον διάολο το λιβάνι (λαϊκό-εμφατ.): λέγεται σε περιπτώσεις που κάποιος αποστρέφεται ή φοβάται κάτι σε πολύ μεγάλο βαθμό: Αποφεύγει, ~ ~, τις κοσμικές συναθροίσεις., όταν γεράσει ο διά(β)ολος, καλογερεύει (παροιμ.): λέγεται για κάποιον που εγκαταλείπει παλιές κακές συνήθειες., πάει κατά δια(β)όλου (προφ.-εμφατ.): για πολύ αρνητική εξέλιξη: Η επιχείρηση/η κοινωνία/ο κόσμος/η ομάδα ~ ~ (: από το κακό στο χειρότερο)., πάει στον διά(β)ολο/διάλο (λαϊκό): για δήλωση συγκατάβασης, ας είναι: Δεν μου αρέσει το φαγητό, αλλά, ~ ~, θα το δοκιμάσω., στέλνω κάποιον στον διά(β)ολο/στον αγύριστο/από εκεί που ήρθε (προφ.-υβριστ.): διαολοστέλνω: Αγανάκτησε και τον έστειλε ~., στου δια(β)όλου τη μάνα/το κέρατο (μτφ.-προφ., για δήλωση δυσαρέσκειας ή αγανάκτησης): πάρα πολύ μακριά: ταξίδι ~ ~. Με έστειλαν ~ ~. Πού να τραβιέμαι τώρα ~ ~; Βλ. στην άκρη/στα πέρατα του κόσμου/της γης., τραβώ το(ν) διά(β)ολό μου (λαϊκό-εμφατ.): αντιμετωπίζω μεγάλη δυσκολία, ταλαιπωρούμαι: Τραβήξαμε ~ μας, για να τον ξεφορτωθούμε. ΣΥΝ. τραβώ τον αδόξαστο, δουλειά δεν είχε ο διά(β)ολος και ... βλ. δουλειά, θα τον πάρει (ο διάβολος) και θα τον σηκώσει βλ. παίρνω, πουλάω (και) την ψυχή μου στον διά(β)ολο βλ. πουλώ [< αρχ. διάβολος ‘συκοφάντης’, μτγν. ~ ‘σατανάς’, γαλλ. diable]
12251διαβολοσκορπίσματαδια-βο-λο-σκορ-πί-σμα-τα ουσ. (ουδ.) (τα) & (λαϊκό) διαολοσκορπίσματα: εύκολη απώλεια αγαθών, μόνο στη ● ΦΡ.: ανεμομαζώματα, ανεμοσκορπίσματα/διαβολοσκορπίσματα βλ. ανεμομάζωμα
12252διαβολοστέλνωβλ. διαολοστέλνω
12253διαβουλεύομαιδι-α-βου-λεύ-ο-μαι ρ. (αμτβ.) {διαβουλεύ-εται, -τηκε κ. -θηκε} (λόγ.): ΠΟΛΙΤ. συσκέπτομαι και ανταλλάσσω απόψεις: Η κυβέρνηση ~εται με τους κοινωνικούς φορείς για/σχετικά με ... Πβ. διασκέπτομαι. [< αρχ. διαβουλεύομαι ‘συζητώ, αποφασίζω’]
12254διαβούλευσηδι-α-βού-λευ-ση ουσ. (θηλ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} (επίσ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του διαβουλεύομαι: ανοιχτή/δημόσια/ευρεία/ηλεκτρονική/κοινωνική/υβριδική ~. ~ της επιτροπής/του Κοινοβουλίου/του οργανισμού/του συμβουλίου. Δημοτική/περιφερειακή επιτροπή ~ης. Διπλωματικές/μαραθώνιες/μυστικές/πολιτικές/πυρετώδεις ~εύσεις. Εβδομάδα/νέος κύκλος ~εύσεων. Γίνονται ~εύσεις επί ~εύσεων για ... Μετά από πολύωρες ~εύσεις αποφασίστηκε ... Συνεχίζονται οι ~εύσεις (πβ. διαπραγματεύσεις, συζητήσεις). Σε ~ τίθεται το νομοσχέδιο του υπουργείου ...|| (μτφ.) Πυρετός ~εύσεων. [< γαλλ. consultation]
12255διαβουλευτικός, ή, ό δι-α-βου-λευ-τι-κός επίθ. (επίσ.): που σχετίζεται με τη διαβούλευση: ~ή: δημοκρατία/δημοσκόπηση/διαδικασία. Περιφερειακά ~ά όργανα. [< γαλλ. délibératif]
12256διαβούλιοδι-α-βού-λι-ο ουσ. (ουδ.) {διαβουλί-ου, συνήθ. στον πληθ.} (επίσ.): μυστική σύσκεψη με αδιαφανείς συνήθ. σκοπούς. Πβ. κονκλάβιο.|| (εμφατ.) Συμβούλια και ~α. [< μτγν. διαβούλιον ‘απόφαση, διαβούλευση’]
12257διαβρέκτηςδι-α-βρέ-κτης ουσ. (αρσ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. ουσία που διαβρέχει, διαποτίζει ένα υλικό ή βελτιώνει την αποτελεσματικότητα διαλύματος: ψεκαστικό υγρό με ~ες. [< αγγλ. wetting agent, 1927]
12258διαβρεκτικός, ή, ό δι-α-βρε-κτι-κός επίθ.: ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. (για ουσία) που όταν αναμειχθεί με υγρό έχει την ιδιότητα να διαβρέχει ή να απολυμαίνει καλύτερα κάτι: διάλυμα με ~ό παράγοντα.|| Καθαριστικό με ~ές ιδιότητες. [< αγγλ. wetting]
12259διαβρέχωδι-α-βρέ-χω ρ. (μτβ.) {διέβρε-ξε, διαβρέ-ξει, διαβρά-χηκε, διαβρα-χεί} (λόγ.): διαπερνώ με υγρό, διαποτίζω: Πριν από την εφαρµογή του υλικού πρέπει να ~χεί η επιφάνεια. Πβ. μουλιάζω, μουσκεύω.|| Δυο ποτάμια ~ουν την πεδιάδα (= ποτίζουν). [< αρχ. διαβρέχω]
12260διαβροχήδι-α-βρο-χή ουσ. (θηλ.) 1. (λόγ.) βρέξιμο, διαπότιση: ~ εδάφους/επιφάνειας/φυτών. Βλ. πότισμα.|| (σε πλυντήριο) Σύστημα ~ής των ρούχων. 2. ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. βύθιση, εμποτισμός τροφίμου σε υγρό: ~ σπόρων (γλυκάνισου). [< μτγν. διαβροχή ‘ύγρανση, μούσκεμα’, αγγλ. wetting]
12261διαβρώνωδι-α-βρώ-νω ρ. (μτβ.) {διέβρω-σε, διαβρώ-θηκε, -μένος, διαβρών-οντας} 1. {στο γ' πρόσ.} προκαλώ διάβρωση σε μια επιφάνεια: Μέταλλα που ~ονται από οξέα. Πβ. αποσαθρώνω.|| ~μένο: έδαφος (ΑΝΤ. αδιάβρωτο). 2. (μτφ.) αλλοιώνω, διαφθείρω: Η αύξηση του πληθωρισμού ~ει τα θεμέλια της οικονομίας. Πβ. αλλοτριώνω, εξαχρειώνω, καταστρέφω, υπονομεύω, υποσκάπτω.|| ~μένη: κοινωνία. ~μένο: πολιτικό σύστημα. ~μένοι: θεσμοί. [< γαλλ. éroder, corroder]
12262διάβρωσηδι-ά-βρω-ση ουσ. (θηλ.) 1. σταδιακή, φυσική ή χημική, φθορά, αποσάθρωση, κονιορτοποίηση ουσίας ή επιφάνειας και ειδικότ. αποικοδόμηση, εκσκαφή του εδάφους λόγω του νερού ή του αέρα: υδατική ~. Προστασία κατά της ~ης των υδραυλικών εγκαταστάσεων (βλ. φάγωμα). O χαλκός είναι ένα μέταλλο ανθεκτικό στη ~. Βλ. ηλεκτρο~.|| (ΓΕΩΜΟΡΦ.) ~ του εδάφους/πετρωμάτων/υλικών.|| (ΙΑΤΡ.) ~ του δέρματος/των δοντιών. Βλ. αποτριβή. 2. (μτφ.) προοδευτική φθορά, διαφθορά: ηθική ~. ~ της προσωπικότητας. Πβ. εξαχρείωση. Βλ. αποσύνθεση, σαπίλα. ● ΣΥΜΠΛ.: αιολική διάβρωση/αποσάθρωση βλ. αιολικός2 [< 1: μτγν. διάβρωσις ‘φάγωμα, εξέλκωση’, γαλλ. érosion, corrosion 2: γαλλ. corruption]
12263διαβρωτικός, ή, ό δι-α-βρω-τι-κός επίθ. 1. που προκαλεί διάβρωση, φθορά: ~ή: δράση. ~ό: περιβάλλον/υγρό. ~ά: οξέα.|| (ΙΑΤΡ.) ~ή: γαστρίτιδα.|| (ως ουσ.) ~ό (ενν. υγρό) για την αφαίρεση παλαιών χρωμάτων από επιφάνειες (βλ. αφαιρετικό). Βλ. αντι~. 2. (μτφ.) καταστροφικός, υπονομευτικός: ~ή επιρροή των καταναλωτικών προτύπων. ~ό: χιούμορ. ● επίρρ.: διαβρωτικά [< 1: μτγν. διαβρωτικός, γαλλ. érosif 2: γαλλ. corrupteur]
12264διαγαλαξιακός, ή, ό δι-α-γα-λα-ξι-α-κός επίθ. (συνήθ. σε κείμενα, ταινίες επιστημονικής φαντασίας): που υπάρχει ή γίνεται σε χώρο ανάμεσα στους γαλαξίες: ~ή: ύλη. ~ό: διάστημα. ~ά: νέφη.|| ~ός: πόλεμος. ~ό: ταξίδι. Βλ. διαστρικός. [< αγγλ. intergalactic, 1928, intergalactique, 1963]
12265διάγγελμαδι-άγ-γελ-μα ουσ. (ουδ.): επίσημο μήνυμα, συνήθ. του Προέδρου της Δημοκρατίας ή του πρωθυπουργού, προς τον λαό ή τη Βουλή για ένα κρίσιμο θέμα ή μια επέτειο: ετήσιο/τηλεοπτικό ~. ~ του Πατριάρχη. Απευθύνω ~. [< μτγν. διάγγελμα ‘μήνυμα, αναγγελία’]
12266διαγενεακός, ή, ό δι-α-γε-νε-α-κός επίθ. (επιστ.): που αφορά τη σχέση ανάμεσα στις προηγούμενες, τις σημερινές και τις επόμενες γενιές: ~ή: αλληλεγγύη/δικαιοσύνη/ισότητα/κινητικότητα. ~ό: ζήτημα. [< αγγλ. intergenerational, 1902, γαλλ. intergénérationnel, 1980]
12267διαγένεσηδι-α-γέ-νε-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΓΕΩΛ. το σύνολο των φυσικών, χημικών και βιολογικών διεργασιών που υφίσταται ένα ίζημα, από τη στιγμή της απόθεσης μέχρι τη μετατροπή του σε συνεκτικό πέτρωμα: Ο ψαμμίτης προκύπτει από ~ της άμμου. Βλ. αποσάθρωση, εξαλλοίωση. 2. ΒΙΟΛ. δημιουργία ζωντανού οργανισμού με τεχνικές της γενετικής μηχανικής, δηλ. με μεταφορά φυσικού ή συνθετικού γενετικού υλικού από ένα είδος σε άλλο. Βλ. βιοηθική, κλωνοποίηση, μετάλλαξη, -γένεση. [< 1: αγγλ. diagenesis 2: αγγλ. transgenesis, γαλλ. transgenèse, 1985]
12268διαγενετικός, ή, ό δι-α-γε-νε-τι-κός επίθ. 1. ΓΕΩΛ. που σχετίζεται με τη διαγένεση: ~ές: διεργασίες. 2. ΒΙΟΛ. διαγονιδιακός. Βλ. κλωνοποιημένος. [< 1: αγγλ. diagenetic 2: αγγλ. transgenic, 1982, γαλλ. transgénique, 1984]
12269διαγιγνώσκωδι-α-γι-γνώ-σκω ρ. (μτβ.) {διέγνω-σα, διαγνώ-σει, -στηκε κ. -σθηκε (λόγ.) διεγνώ-σθη (μτχ. λόγ. διαγνωσ-θείς, -θείσα, -θέν), διαγνω-στεί κ. -σθεί, -σμένος} 1. ΙΑΤΡ. κάνω διάγνωση: Ο γιατρός ~σε συντριπτικό κάταγμα. ~στηκε ότι πάσχει από ... Ασθένειες που είναι δύσκολο να ~στούν. 2. (λόγ.) συμπεραίνω βάσει ενδείξεων: ~σε τον κίνδυνο/το ταλέντο (της). Πβ. διαβλέπω, εικάζω, συμπεραίνω. [< μτγν. διαγιγνώσκω]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.