| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 12270 | διαγκωνίζομαι | δι-α-γκω-νί-ζο-μαι ρ. (αμτβ.) {διαγκωνί-στηκε, -στεί} (λόγ.) 1. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) ανταγωνίζομαι με ένταση διεκδικώντας κάτι: ~ονται για τα αξιώματα/για μια θέση. 2. (σπάν.) προσπαθώ να περάσω σπρώχνοντας με τους αγκώνες μου. Βλ. στριμώχνομαι, συνωστίζομαι. [< μτγν. διαγκωνίζομαι ‘στηρίζομαι στον αγκώνα’] | |
| 12271 | διαγκωνισμός | δι-α-γκω-νι-σμός ουσ. (αρσ.) (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.-λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του διαγκωνίζομαι: κομματικός ~. Σκληρή μάχη και ~ (μεταξύ) των υποψηφίων για μια θέση στο πανεπιστήμιο. Βλ. ανταγων-, διαγων-ισμός. [< μτγν. διαγκωνισμός 'στήριγμα στον αγκώνα'] | |
| 12272 | διαγνώσει | βλ. διαγιγνώσκω | |
| 12273 | διάγνωση | δι-ά-γνω-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. προσδιορισμός της φύσης και της αιτίας μιας νόσου με ιατρική ή/και εργαστηριακή εξέταση βάσει των συμπτωμάτων της και του ιστορικού του ασθενή: γενετική/κλινική/προγεννητική/ψυχιατρική ~. ~ διαβήτη/καρκίνου. ~ και αντιμετώπιση/θεραπευτική αγωγή. Κέντρο/μέθοδοι ~ης. Η έγκαιρη ~ σώζει ζωές. Βλ. ακτινο~, αυτο~, τηλε~.|| Τεστ ~ης δυσκολιών μάθησης. 2. εξαγωγή ενός συμπεράσματος μετά από έρευνα: ~ κινδύνου/προβλήματος. ~ σφαλμάτων και βλαβών. Εργαλείο ~ης. ● ΣΥΜΠΛ.: διαφορική διάγνωση: ΙΑΤΡ. διαδικασία που στοχεύει στην επικρατέστερη διάγνωση της νόσου του ασθενή, με αποκλεισμό άλλων πιθανών παθήσεων. ΣΥΝ. διαφοροδιάγνωση [< αγγλ. differential diagnosis] [< αρχ. διάγνωσις, γαλλ. diagnose, αγγλ. diagnosis, γερμ. Diagnose] | |
| 12274 | διαγνώσιμος | , η, ο δι-α-γνώ-σι-μος επίθ.: ΙΑΤΡ. που μπορεί να διαγνωστεί: ~η: ασθένεια/διαταραχή. [< αγγλ. diagnosable] | |
| 12275 | διαγνώστης | δι-α-γνώ-στης ουσ. (αρσ.): πρόσωπο (σπάν. μηχάνημα) που κάνει διάγνωση για μία ασθένεια ή γενικότ. για ένα πρόβλημα με βάση ορισμένες ενδείξεις ή συμπτώματα: ~ ιατρός. Βλ. -γνώστης, πραγματογνώμονας.|| Ηλεκτρονικός ~ βλαβών αυτοκινήτου. [< μτγν. διαγνώστης 'δικαστής που εξετάζει και αποφασίζει, ανακριτής', αγγλ. diagnostician] | |
| 12276 | διαγνωστικός | , ή, ό δι-α-γνω-στι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που συντελεί στη διάγνωση ή σχετίζεται με αυτή: ~ός: έλεγχος/εξοπλισμός/τομέας. ~ή: απεικόνιση/έκθεση/εξέταση/έρευνα/μέθοδος/προσέγγιση/συσκευή/τεχνική. ~ό: λάθος/μηχάνημα/τεστ. ~ά: εργαστήρια/κριτήρια/συστήματα. ~ό και θεραπευτικό κέντρο υγείας. Βλ. κυτταρο~, ορο~, ψυχο~. ● Ουσ.: διαγνωστική (η): ΙΑΤΡ. (με κεφαλ. το Δ) κλάδος της Ιατρικής που ασχολείται με τη διάγνωση των ασθενειών: μοριακή ~. Βλ. ακτινο~. ● ΣΥΜΠΛ.: διαγνωστικά εργαλεία: κάθε μέσο ή όργανο που χρησιμοποιείται για την ανίχνευση προβλημάτων ή αδυναμιών: εξειδικευμένα/σύγχρονα ~ ~.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ ~ υπολογιστή.|| (ΙΑΤΡ.) ~ ~ (π.χ. υπέρηχος).|| ~ ~ για εκπαιδευτικούς (π.χ. ερωτηματολόγια, γλωσσικά τεστ). [< μτγν. διαγνωστικός ‘ικανός να ξεχωρίζει’, γαλλ. diagnostique, αγγλ. diagnostic] | |
| 12277 | διαγονιδιακός | , ή, ό δι-α-γο-νι-δι-α-κός επίθ.: ΒΙΟΛ. που αναφέρεται σε οργανισμό του οποίου το γονιδίωμα έχει τροποποιηθεί με μεταφορά γονιδίου ή γονιδίων από άλλο είδος ή φυλή· που σχετίζεται με τη μελέτη αυτών των οργανισμών: ~ό: ζώο/φυτό. ~ά ποντίκια ως βιοϊατρικά μοντέλα.|| ~ή: τεχνολογία. Βλ. γενετική μηχανική, μεταλλαγμένος, χίμαιρα. ΣΥΝ. διαγενετικός (2) [< αγγλ. transgenic, 1982, γαλλ. transgenique, 1984] | |
| 12278 | διαγουμίζω | δι-α-γου-μί-ζω ρ. (μτβ.) {διαγούμι-σε, -στηκε} (σπάν.-λαϊκό): λεηλατώ, αρπάζω κάτι ως λεία: ~σαν τις περιουσίες τους. Πβ. κουρσεύω, λαφυραγωγώ, πλιατσικολογώ. [< μεσν. διαγουμίζω] | |
| 27726 | Διαγούμισμα | λα-φυ-ρα-γώ-γη-ση ουσ. (θηλ.) & λαφυραγωγία (λόγ.): αρπαγή λαφύρων ή γενικότ. κλοπή: ~ αρχαίων μνημείων/ιερών (= σύληση)/μουσείων.|| (κατ' επέκτ.) ~ του δημοσίου χρήματος/του Κράτους/των ταμείων. Πβ. διαγούμισμα, διαρπαγή, λεηλασία, πλιάτσικο. [< μεσν. λαφυραγώγησις· μτγν. λαφυραγωγία] | |
| 12279 | διαγούμισμα | δια-γού-μι-σμα ουσ. (ουδ.) (σπάν.-λαϊκό): λεηλασία. Πβ. λαφυραγώγηση, πλιάτσικο.|| (μτφ.) Το ~ του κράτους. | |
| 12280 | διάγραμμα | δι-ά-γραμ-μα ουσ. (ουδ.) 1. σχηματική αναπαράσταση ενός αντικειμένου, της λειτουργίας μιας συσκευής, σχεδιάγραμμα: κτηματολογικό/υψομετρικό ~. Τοπογραφικό ~ σε κλίμακα ένα προς χίλια. ~ διαδρομής/κυκλώματος. Πίνακες/χάρτες και ~ατα. Πβ. περίγραμμα, πλάνο, σχέδιο. Βλ. χρονο~. 2. γραφική παράσταση της εξέλιξης ενός φαινομένου, της σχέσης μεταξύ των μερών ενός συνόλου ή μεταξύ μεταβλητών που αντιστοιχούν σε ένα μέγεθος· γράφημα: γενεαλογικό/ιστορικό/λειτουργικό ~. ~ δραστηριοτήτων (επιχείρησης)/πορείας (προγράμματος). Ημερήσιο ~ τιμών μετοχής. Ερμηνεία ~άτων. Στο ~ απεικονίζεται η σχέση μεταξύ ...|| (ΜΑΘ., για αλγεβρική ή γεωμετρική σχέση:) ~ συνάρτησης.|| (ΣΤΑΤΙΣΤ.) Ακιδωτό (πβ. ραβδόγραμμα)/κυκλικό (= πίτα) ~. Βλ. ιστόγραμμα.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ ακολουθίας/συνεργασίας. 3. συνοπτική απόδοση, σκελετός: ~ διδασκαλίας/ομιλίας/ύλης. Πβ. περίληψη. ● ΣΥΜΠΛ.: διάγραμμα ροής/λογικό διάγραμμα: ΠΛΗΡΟΦ. σχηματική αναπαράσταση μιας ακολουθίας λειτουργιών σε ένα υπολογιστικό πρόγραμμα με ειδικά σύμβολα και σχήματα. [< αγγλ. flowchart, 1920] , μιμικό διάγραμμα βλ. μιμικός [< αρχ. διάγραμμα, γαλλ. diagramme, αγγλ. diagram, γερμ. Diagramm] | |
| 12281 | διαγραμμίζω | δι-α-γραμ-μί-ζω ρ. (μτβ.) {διαγράμμι-σα, -στηκε, -σμένος} 1. χαράζω, τραβώ διαχωριστικές γραμμές σε μια επιφάνεια: Συνεργείο που ~ει θέσεις στάθμευσης σε δημόσιους χώρους. Μετά την ασφαλτόστρωση η οδός θα σημανθεί και θα ~στεί. ~σμένη: διάβαση πεζών. 2. (κατ' επέκτ.) τραβώ γραμμή ή "χι", τσεκάρω: Ο φορολογούμενος πρέπει να ~σει τα αντίστοιχα τετράγωνα του εντύπου. [< μτγν. διαγραμμίζω, γερμ. linieren] | |
| 12282 | διαγράμμιση | δι-α-γράμ-μι-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του διαγραμμίζω: ~ γηπέδων/διαβάσεων/δρόμων/οδικού δικτύου. Βλ. σήμανση.|| Διπλή/κίτρινη/λευκή ~. ~ πλάτους ... εκατοστών.|| ~ επιταγής (: χάραξη δύο παράλληλων γραμμών διαγωνίως για λόγους ασφαλείας). Βλ. δίγραμμη επιταγή. [< γερμ. Linierung] | |
| 12283 | διαγραφή | δι-α-γρα-φή ουσ. (θηλ.) 1. σβήσιμο, απαλοιφή και κατ' επέκτ. κατάργηση: ~ λέξεων.|| (σε ηλεκτρονικό κείμενο:) Αυτόματη/οριστική ~ αρχείων/μηνυμάτων. Εικονίδιο/κουμπί/πλήκτρο ~ής. Δεν είναι δυνατή η ~ της προεπιλεγμένης σελίδας. Πβ. απάλειψη.|| ~ διάταξης/ποινών. (ΟΙΚΟΝ.) ~ δανείων/μετοχών/χρεών. Πβ. παραγραφή.|| (μτφ.) ~ του παρελθόντος. 2. αποκλεισμός από θέση, ομάδα: αίτηση/πρόταση ~ής. ~ στελεχών από ένα κόμμα/σωματείο. Πβ. αποπομπή, εξαίρεση. Βλ. εγγραφή. 3. σχεδίαση: Στο σημείο όπου αρχίζει η ~ του κύκλου, εκεί και τελειώνει. 4. σκιαγράφηση: Μυθιστόρημα με αδρή ~ χαρακτήρων. [< αρχ. διαγραφή, αγγλ. deletion] | |
| 12284 | διαγράφω | δι-α-γρά-φω ρ. (μτβ.) {διέγρα-ψα, διαγρά-ψει, -φ(τ)ηκε (λόγ. διεγράφ-η, -ησαν, μτχ. διαγραφ-είς, -είσα, -έν), -φ(τ)εί, διαγραφ-όμενος, διαγρα-μμένος (σπάν.-λόγ. διαγεγραμμένος), διαγράφ-οντας} 1. εξαλείφω κάτι γραμμένο, ακυρώνοντας την ισχύ του· σβήνω: ~ψε το κείμενο/την παράγραφο/την πρόταση.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~φηκαν οι οφειλές/τα χρέη. Η μετοχή ~φηκε από το Χρηματιστήριο. Πβ. παραγράφω.|| (μτφ.) Δεν θα ~ψουμε (από τη μνήμη) την ιστορία μας. Τον ~ψε από τη ζωή της (βλ. ντιλίτ).|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ αρχεία/φακέλους (από τον σκληρό δίσκο). Η πληροφορία έχει ~φεί. ~μμένη: εγγραφή. Βλ. καταχωρώ.|| (: σε κινητό τηλέφωνο) Το μήνυμα διεγράφη. 2. (για πρόσ.) αποβάλλω, διώχνω: Ο Πρόεδρος ~ψε (= απομάκρυνε) σημαντικά στελέχη της παράταξης. Εταιρεία που ~φηκε από το μητρώο. Ο παίκτης ~φηκε από την ομάδα. Ο φοιτητής ~φηκε από τη Σχολή. Πβ. αποκλείω, εξαιρώ, ξεγράφω.|| (ως ουσ.) Οι ~μμένοι από το κόμμα. ΑΝΤ. εγγράφω (1) 3. (σπάν.) αναλύω, παρουσιάζω κάτι σε γενικές γραμμές: ~ψε (στον λόγο του) τους βασικούς άξονες της πολιτικής του. Οι ανάγκες που ~ονται στον εργασιακό κλάδο. Οι ~όμενες προοπτικές. ● διαγράφει 1. σχηματίζει (κυκλική τροχιά): Κάθε πλανήτης ~ ελλειπτική τροχιά γύρω από τον Ήλιο. Το ελικόπτερο ~ (= κάνει) κύκλους πάνω από το νησί. 2. παρουσιάζω θετική συνήθ. εξελικτική πορεία: Η εταιρεία έχει ~ψει μία εντυπωσιακή πορεία.|| (μτφ.) Ο δείκτης του Χρηματιστηρίου ~ψε ανοδική τροχιά. ● Παθ.: διαγράφεται 1. προβλέπεται, διαφαίνεται: Η νέα εποχή/πραγματικότητα που ~ (μπροστά μας). Το μέλλον του ~ δυσοίωνο/ευοίωνο/λαμπρό. Πβ. προδιαγράφεται. 2. γίνεται ορατός: Φόρεμα που αφήνει να ~φούν οι καμπύλες. 3. σχηματίζεται: Πέρα στο βάθος ~φηκε η σιλουέτα/φιγούρα του. Ένα χαμόγελο ~φηκε στο πρόσωπό του. [< αρχ. διαγράφω, γαλλ. décrire , αγγλ. delete] | |
| 12286 | διαγωγή | δι-α-γω-γή ουσ. (θηλ.): τρόπος συμπεριφοράς: ανάρμοστη/εξαιρετική ~ υπαλλήλου. Πιστοποιητικό καλής ~ής. Διαταραχή/προβλήματα ~ής. Η άριστη ~ του συνέβαλε στη μείωση της ποινής του. ● ΣΥΜΠΛ.: διαγωγή κοσμία/κοσμιοτάτη: (κυρ. σε έλεγχο προόδου ή απολυτήριο μαθητή) χαρακτηρισμός συμπεριφοράς καλής/άριστης: Αποφοίτησε με/επέδειξε ~ ~. [< αρχ. διαγωγή, γαλλ. conduite] | |
| 12287 | διαγωνίζομαι | δι-α-γω-νί-ζο-μαι ρ. (αμτβ.) {διαγωνί-στηκε (λόγ. μτχ. -σθείς), -στεί, διαγωνιζ-όμενος}: συμμετέχω σε διαγωνισμό, εξετάσεις: ~εται για το βραβείο/την εισαγωγή στο πανεπιστήμιο/την κατάκτηση της πρώτης θέσης/το μετάλλιο/την πρόκριση/το πρωτάθλημα/τον τίτλο (ομορφιάς). Η χώρα μας ~εται στον (ημι)τελικό. Η τρίτη λυκείου ~εται στο μάθημα της Φυσικής (= δίνει εξετάσεις, εξετάζεται). Θα ~στούν στα εκατό μέτρα (= αγωνιστούν)/στο τραγούδι. Η ελληνική ομάδα ~στηκε με άλλες τρεις (= παραβγήκε, συναγωνίστηκε). Οι ταινίες που ~στηκαν στο φεστιβάλ (= πήραν μέρος, μετείχαν). Οι υποψήφιοι θα ~στούν προφορικά και γραπτά. Οι ~όμενοι σε τηλεπαιχνίδι (= παίκτες). Οι ~σθέντες εκπαιδευτικοί. [< αρχ. διαγωνίζομαι ‘αγωνίζομαι, μάχομαι’] | |
| 12288 | διαγώνιος | δι-α-γώ-νι-ος ουσ. (θηλ.) {διαγωνί-ου | -ων, -ους}: ΓΕΩΜ. ευθύγραμμο τμήμα που συνδέει δύο μη συνεχόμενες κορυφές πολυγώνου ή πολύεδρου: ~ ρόμβου/τετραγώνου. Σε κάθε ορθογώνιο οι ~οι είναι ίσες. [< μτγν. διαγώνιος, γαλλ. diagonale , αγγλ. diagonal, γερμ. Diagonale] | |
| 12289 | διαγώνιος | , α/ος, ο δι-α-γώ-νι-ος επίθ.: που έχει την κατεύθυνση της διαγωνίου: ~α: διάταξη/κίνηση.|| (ΜΑΘ.) ~ος: πίνακας (: τετραγωνικός με τα στοιχεία που δεν ανήκουν στην κύρια διαγώνιό του μηδενικά). (ΑΣΤΡΟΝ.) ~ο: κάτοπτρο (τηλεσκοπίου). || ~α: ματιά (= πλάγια, πρόχειρη). Βλ. -γώνιος. ● επίρρ.: διαγώνια & (λόγ.) διαγωνίως [< μτγν. διαγώνιος, γαλλ.-αγγλ. diagonal, γερμ. diagonale] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ