Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [13160-13180]

IDΛήμμαΕρμηνεία
12290διαγώνισμαδι-α-γώ-νι-σμα ουσ. (ουδ.) {διαγωνίσμ-ατος | -ατα}: γραπτή συνήθ. δοκιμασία για την αξιολόγηση μαθητών και συνεκδ. το ίδιο το γραπτό: επαναληπτικό/προφορικό/τελικό/ωριαίο ~. ~ Ιστορίας/στα Μαθηματικά. ~ εφ' όλης της ύλης/τριμήνου. Απαντήσεις/λύσεις στα θέματα του ~ατος. Αποτελέσματα/πρόγραμμα ~άτων. Αύριο γράφουμε/έχουμε ~. Ο φυσικός μάς έβαλε απροειδοποίητο ~. Έδωσα λευκή κόλλα/πήρα καλό βαθμό(/κάτω από τη βάση) στο ~. Πβ. διαγωνισμός, εξέταση, τεστ.|| Διορθωμένο ~. Ο καθηγητής μάς επέστρεψε τα ~ατα. ● ΣΥΜΠΛ.: πρόχειρο διαγώνισμα βλ. πρόχειρος [< πβ. μεσν. διαγώνισμα ‘αγώνας’, γαλλ. concours]
12291διαγωνισμόςδι-α-γω-νι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. δοκιμασία μεταξύ συνυποψηφίων για την ανάδειξη των καλύτερων στο πλαίσιο διοργάνωσης με συγκεκριμένους όρους και κανόνες: ετήσιος/καλλιτεχνικός/ποιητικός/τηλεοπτικός ~. Διεθνής/ευρωπαϊκός/μαθητικός ~. ~ δεξιοτήτων/ομορφιάς (= καλλιστεία)/τραγουδιού (βλ. γιουροβίζιον)/φωτογραφίας/χορού. ~ ταλέντων. Τα βραβεία/ο νικητής/οι όροι/ο τελικός του ~ού. Διεξαγωγή/διοργάνωση ~ού. Δικαίωμα συμμετοχής σε ~ό. Δεν έγινε δεκτός στον ~ό. 2. (ειδικότ.) γραπτές εξετάσεις: εισαγωγικός ~. ~ για την πρόσληψη εκπαιδευτικών (βλ. ΑΣΕΠ). Τα αποτελέσματα/οι επιτυχόντες/τα θέματα/οι υποψήφιοι του ~ού.|| Προετοιμασία των μαθητών για τους ~ούς (: τις σχολικές εξετάσεις). 3. διαδικασία κατάθεσης προσφορών από εταιρείες για την ανάθεση έργου ή τη μεταβίβαση δικαιώματος εκμετάλλευσης ή ιδιοκτησίας σε εκείνη που θα κάνει την πιο συμφέρουσα προσφορά: μειοδοτικός/πλειοδοτικός ~. Ανοιχτός (δημόσιος)/κλειστός ~. Προκήρυξη ~ού. Βλ. απευθείας ανάθεση (έργου/προμήθειας), -ισμός. ● ΣΥΜΠΛ.: πρόχειρος διαγωνισμός βλ. πρόχειρος [< μτγν. διαγωνισμός ‘μεγάλη προσπάθεια ή ένταση’, γαλλ. concours]
12292διαγωνιστικός, ή, ό δι-α-γω-νι-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον διαγωνισμό: ~ή: διαδικασία. ~ό: μέρος/πρόγραμμα. Διεθνές ~ό φεστιβάλ κινηματογράφου.
12293διαδανεισμόςδι-α-δα-νει-σμός ουσ. (αρσ.): δανεισμός βιβλιογραφικού υλικού από μία βιβλιοθήκη σε μία άλλη για λογαριασμό των μελών τους: εξωτερικός/εσωτερικός/ηλεκτρονικός ~ βιβλίων. Παραγγελία άρθρων/περιοδικών μέσω της υπηρεσίας ~ού. [< αγγλ. interlibrary loan, 1928]
12294διαδεδομένος, η, ο δι-α-δε-δο-μέ-νος επίθ.: που χρησιμοποιείται ή εμφανίζεται συχνά, έχει απήχηση, ευρεία διάδοση: ~ος: ιός/όρος/τύπος. ~η: γλώσσα/έκφραση/μέθοδος θεραπείας/μορφή ψυχαγωγίας/χρήση. ~ο: όνομα/πρόγραμμα/φαινόμενο/φάρμακο. ~οι: μύθοι/χοροί. ~ες: αντιλήψεις/ασθένειες/εφαρμογές. ~α: έθιμα/προϊόντα. Ευρέως/ευρύτατα ~η άποψη. Πβ. γνωστός, δημοφιλής, κοινός, συνήθης. [< μτγν. διαδεδομένος, γαλλ. répandu]
12295διαδερμικός, ή, ό δι-α-δερ-μι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που πραγματοποιείται διαμέσου του δέρματος, αναφέρεται ή εφαρμόζεται σε αυτό: ~ή: αγγειοπλαστική/βιοψία/θεραπεία/παρακέντηση/χορήγηση φαρμάκων. ~ό: έμπλαστρο/επίθεμα (πβ. πατς). ~ές: επεμβάσεις. ● επίρρ.: διαδερμικά [< αγγλ. transdermal, 1944]
12296διαδέχομαιδι-α-δέ-χο-μαι ρ. (μτβ.) {διαδέ-χτηκε (λόγ.) -χθηκε, διαδεχ-θείς, μτχ. ενεστ. διαδεχ-όμενος}: γίνομαι διάδοχος σε θέση ή αξίωμα: ~ κάποιον στη διεύθυνση/στην εξουσία/στην ηγεσία του κόμματος/στον θρόνο/στην προεδρία.διαδέχεται: ακολουθεί χρονικά ή σπανιότ. τοπικά: Η μέρα ~ τη νύχτα. Οι ερωτήσεις και οι απαντήσεις ~ονταν η μία την άλλη (= εναλλάσσονταν). Την αρχική μας περιέργεια ~χτηκε η έκπληξη. Βλ. έπομαι.|| Τον προηγούμενο ομιλητή ~χτηκε στο βήμα ο ... [< αρχ. διαδέχομαι]
12297διαδηλώνωδι-α-δη-λώ-νω ρ. (μτβ.) {διαδήλω-σε, -θηκε, διαδηλών-οντας} 1. κάνω διαδήλωση ή συμμετέχω σε αυτή: ~ κατά της ανεργίας. ~ ειρηνικά. Χιλιάδες ~σαν χθες στους δρόμους ενάντια στον πόλεμο (= βγήκαν/κατέβηκαν στους δρόμους). 2. καθιστώ κάτι ευρύτερα γνωστό, διακηρύσσω: ~ την αγανάκτησή/τις πεποιθήσεις/την πίστη μου. Ο κόσμος ~σε την αντίθεσή του στην κυβερνητική πολιτική. Πβ. βροντοφωνάζω, διαλαλώ, διατυμπανίζω. [< μτγν. διαδηλῶ, γαλλ. manifester]
12298διαδήλωσηδι-α-δή-λω-ση ουσ. (θηλ.): μαζική συγκέντρωση και πορεία με σκοπό τη δημόσια προβολή μιας άποψης, ενός αιτήματος· συνεκδ. το πλήθος που συμμετέχει σε αυτή: αντιπολεμική/αντιρατσιστική/ειρηνική/εργατική/μαθητική/σκόρπια/φοιτητική ~. ~ αλληλεγγύης/διαμαρτυρίας/συμπαράστασης. ~ εκπαιδευτικών/εργαζομένων. ~ώσεις για/ενάντια σε/κατά/υπέρ ... Διαλύθηκε/οργανώθηκε/πραγματοποιήθηκε μια ~. Η ~ εξελίχθηκε ήρεμα, χωρίς έκτροπα/επεισόδια. Στη ~ συμμετείχαν πάνω από ... άτομα. Βλ. αντι~, κινητοποίηση.|| Ηλεκτρονική ~ (: μέσω του διαδικτύου).|| Δυναμική/ογκώδης ~ (πβ. ~-μαμούθ). ΣΥΝ. συλλαλητήριο [< γαλλ. manifestation]
12299διαδηλωτήςδι-α-δη-λω-τής ουσ. (αρσ.) {σπανιότ. θηλ. διαδηλώτρια, συνηθέστ. στον πληθ.}: πρόσωπο που παίρνει μέρος σε διαδήλωση: ειρηνικοί ~ές. Επιθέσεις/ομάδα/συγκρούσεις/συλλήψεις ~ών. Ο κύριος όγκος/η πορεία των ~ών. Σε κλοιό ~ών η χώρα. Εκατοντάδες ~ές και ~τριες κατέβηκαν στους δρόμους φωνάζοντας συνθήματα εναντίον ... [< γαλλ. manifestant]
12300διάδημαδι-ά-δη-μα ουσ. (ουδ.): ταινία ή στέμμα που φοριόταν στο κεφάλι ως κόσμημα ή ως σύμβολο εξουσίας: βασιλικό ~. Ένα χρυσό ~ κοσμούσε το άγαλμα της θεάς. Πβ. κορόνα. Βλ. τιάρα. [< αρχ. διάδημα, γαλλ. diadème, αγγλ. diadem]
18509Διάδημα

, η, ο [ἐσπευσμένος] ε-σπευ-σμέ-νος επίθ. (λόγ.): που γίνεται με βιασύνη και συχνά με προχειρότητα: ~ος: γάμος. ~η: αποχώρηση/ενέργεια/κίνηση.|| ~α: μέτρα/συμπεράσματα.|| (λογιότ., ως ουσ.) Το ~ο των διαδικασιών/των εκλογών. Πβ. βεβιασμένος. ΣΥΝ. βιαστικός (2) ● επίρρ.: εσπευσμένα & (λόγ.) εσπευσμένως ● βλ. σπεύδω [< μτγν. ἐσπευσμένος, μτχ. παθ. παρακ. του ρ. σπεύδω]

12301διαδημοτικός, ή, ό δι-α-δη-μο-τι-κός επίθ.: που οργανώνεται από δύο ή περισσότερους δήμους ή σχετίζεται με αυτούς: ~ός: φορέας. ~ή: επιτροπή/συγκοινωνία/συνεργασία. ~ό: δίκτυο/έργο/ραδιόφωνο/φεστιβάλ. ~οί: αγώνες. ~ό Πληροφοριακό Σύστημα Εξυπηρέτησης Πολιτών. [< αγγλ. intermunicipal]
12302διαδίδωδι-α-δί-δω ρ. (μτβ.) {διέδω-σε, διαδώ-σει, διαδό-θηκε, διαδο-θεί, διαδεδομένος, διαδίδ-οντας}: καθιστώ κάτι ευρύτερα γνωστό, κοινοποιώ: ~ μια είδηση/ένα νέο. ~ κάτι από στόμα σε στόμα. Οι πληροφορίες ~ονται ταχύτατα μέσω του διαδικτύου. Θρησκεία/μόδα/συνήθεια που ~θηκε σε όλο τον κόσμο (πβ. διεισδύω, προωθώ). Ευρέως διαδεδομένη άποψη. Η φήμη του έχει ~θεί σε όλη τη χώρα.|| ~ ένα μυστικό. Γιατί ~εις ψέματα για μένα; Αποστόμωσε όσους ~ουν ανακρίβειες/συκοφαντίες. ● Παθ.: διαδίδεται 1. μεταδίδεται: Η ασθένεια/η νόσος μπορεί να ~θεί από μολυσμένες περιοχές προς άλλες. Ο πανικός δεν πρέπει να ~θεί στο πλήθος.|| (ΦΥΣ.) Μέσα από τα μέταλλα ~ εύκολα η θερμότητα (βλ. καλός αγωγός). Ο ήχος δεν ~ στο κενό. 2. ακούγεται, φημολογείται: ~ ότι θα παραιτηθεί. Πβ. λέγεται, ψιθυρίζεται, συζητιέται. [< 1: γαλλ. se propager] [< μτγν. διαδίδω < αρχ. διαδίδωμι ‘διανέμω, μεταδίδω’]
12303διαδικασίαδι-α-δι-κα-σί-α ουσ. (θηλ.) {διαδικασιών} 1. μέθοδος προσέγγισης, σειρά ενεργειών που οδηγούν σε ορισμένο αποτέλεσμα: αργή/βασανιστική/(δια)νοητική/εξελικτική (βλ. προτσές)/πολυσύνθετη/τελετουργική/τυπική/φυσική ~. Ειρηνευτική/εκλογική/παραγωγική ~. Αδιαφανείς/εσωτερικές/πνευματικές/ύποπτες/χρονοβόρες ~ες. Η όλη ~. Ο ρόλος του παιχνιδιού στην εκπαιδευτική ~. ~ έκδοσης αποτελεσμάτων/εξετάσεων/πρόσληψης. Ακολουθείται ~ αξιολόγησης. ~ που πραγματοποιείται σε πολλά στάδια. Oλοκληρώθηκε η ~ υποβολής αιτήσεων. Ξεκίνησαν/προχωρούν με γρήγορους ρυθμούς οι ~ες του συνεδρίου. Επιταχύνουν/καθυστερούν/μπλοκάρουν τη ~ των διαπραγματεύσεων.|| ~ αποσύνθεσης/γήρανσης. Η ~ της πέψης.|| (αρνητ. συνυποδ.) Η έκδοση διαβατηρίου είναι ολόκληρη ~ (: απαιτεί χρόνο, έχει φασαρία). 2. ΝΟΜ. σύνολο θεσμοθετημένων ή τυποποιημένων πρακτικών που πρέπει να ακολουθηθούν στο δικαστήριο για την έκδοση και εφαρμογή μιας απόφασης ή σε υπηρεσίες για την έκδοση διοικητικής πράξης: ανακριτική/αποδεικτική/νομοθετική ~. ~ αδειοδότησης/διαζυγίου/ιδιωτικοποίησης/πιστοποίησης. 3. ΤΕΧΝΟΛ. σύνολο ενεργειών που απαιτούνται κατά τη διάρκεια πολύπλοκης λειτουργίας και ειδικότ. εκτέλεση εντολών από συγκεκριμένο πρόγραμμα, διεργασία: ~ απογείωσης/προσγείωσης αεροσκάφους.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ αναζήτησης πληροφοριών/αντιγραφής/αποθήκευσης/σάρωσης. ● ΣΥΜΠΛ.: με τη διαδικασία του κατεπείγοντος: ΝΟΜ. για περιπτώσεις με επείγοντα χαρακτήρα: Το νέο νομοσχέδιο κατατέθηκε/ψηφίστηκε ~ ~. Υποθέσεις που εκδικάζονται ~ ~., ακροαματική διαδικασία βλ. ακροαματικός ● ΦΡ.: με συνοπτικές διαδικασίες: χωρίς χρονοτριβή ή/και παρακάμπτοντας τον κανονισμό, το τυπικό: ~ ~ οι άδειες για νέες επιχειρήσεις. Διαγραφή ~ ~. Απορρίφθηκαν ~ ~ τα αιτήματα/οι προτάσεις. Τον απέλυσαν/τον έβγαλαν από τη μέση ~ ~.|| (ΝΟΜ., εκδίκαση ποινικών υποθέσεων χωρίς χρονοβόρες τυπικότητες:) Τον καταδίκασαν ~ ~/κατόπιν ~ής ~ας. [< αρχ. διαδικασία ‘δίκη, δικαστική κρίση ή απόφαση’, γαλλ. procédure, γερμ. Prozess, αγγλ. procedure]
12304διαδικαστικός, ή, ό δι-α-δι-κα-στι-κός επίθ. & διαδικασιακός: που αναφέρεται στον τρόπο με τον οποίο γίνεται κάτι: ~ός: έλεγχος. ~ή: Αρχή. ~ό: πλαίσιο. ~ές: λεπτομέρειες. ~ά: κείμενα (: με οδηγίες)/προβλήματα. Πράξη ~ού χαρακτήρα. ~ά και οργανωτικά θέματα.|| Ο διαχωρισμός είναι ~ (= τυπικός) και όχι ουσιαστικός.|| (ΝΟΜ.) ~ός: κανονισμός. ~ές: αρχές/ενέργειες (πβ. διοικητικός)/ρυθμίσεις. ~ά: δικαιώματα/έγγραφα/έξοδα. Οι ~ές προϋποθέσεις της δίκης.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ός: προγραμματισμός (: βάσει αλγορίθμου, με χρήση διαδικασιακής γλώσσας).|| (ΨΥΧΟΛ.) ~ή: γνώση (: αφορά στο πώς θα εκτελεστεί μια ενέργεια)/μνήμη. Βλ. δηλωτικός. ● Ουσ.: διαδικαστικά (τα): διαδικασίες σχετικές με έναν στόχο: Ήταν πολύ απασχολημένοι με τα ~ του αγώνα/του γάμου/του συνεδρίου. Μάθε τι ~ χρειάζονται για την υποβολή της αίτησης. ● επίρρ.: διαδικαστικά [< πβ. γερμ. prozedural, αγγλ. procedural, γαλλ. procédural]
12305διάδικοιδι-ά-δι-κοι ουσ. (αρσ. + θηλ.) (οι) {διαδίκ-ων, -ους, σπανιότ. στον εν. διάδικος}: ΝΟΜ. τα πρόσωπα που λαμβάνουν μέρος σε μια δικαστική διαμάχη είτε ως ενάγοντες είτε ως εναγόμενοι. Βλ. αντί-/ομό-δικος, κατήγορος, κατηγορούμενος.|| (ως επίθ.) ~α: κράτη/μέρη. [< μτγν. διάδικος]
12306διαδικτυακός, ή, ό δι-α-δι-κτυ-α-κός επίθ.: ΔΙΑΔΙΚΤ. που σχετίζεται με το διαδίκτυο: ~ός: ακτιβισμός/διαγωνισμός/εκφοβισμός/κόμβος/φίλος. ~ή: αγορά/διάλεξη/διαφήμιση/εκπαίδευση/επικοινωνία/εφημερίδα/κοινότητα/μηχανή αναζήτησης/παρουσίαση/πλατφόρμα/πύλη (= πόρταλ)/σελίδα (= ιστοσελίδα)/συζήτηση/συνάντηση/συνέντευξη/τηλεόραση/τηλεφωνία (βλ. σκάιπ). ~ό: έγκλημα/περιβάλλον/περιοδικό/ραδιόφωνο. ~οί: σύνδεσμοι (= λινκς)/χρήστες. ~ές: εφαρμογές/παραπομπές/υπηρεσίες. ~ά: εργαλεία/παιχνίδια/προϊόντα. Πβ. δικτυακός, ηλεκτρονικός, ιντερνετικός, η-. ● επίρρ.: διαδικτυακά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: διαδικτυακό σεξ βλ. σεξ, διαδικτυακό/ηλεκτρονικό ημερολόγιο βλ. ημερολόγιο, δικτυακός τόπος/χώρος βλ. δικτυακός [< αγγλ. internet, 1974]
12307διαδίκτυοδι-α-δί-κτυ-ο ουσ. (ουδ.) {διαδικτύ-ου}: ΔΙΑΔΙΚΤ. παγκόσμιο ηλεκτρονικό δίκτυο μέσω του οποίου συνδέονται μεταξύ τους υπολογιστές για τη μετάδοση πληροφοριών και την παροχή υπηρεσιών, ίντερνετ: ασύρματο/ασφαλές/γρήγορο/ευρυζωνικό ~. Εφαρμογές/κυβερνητική πύλη/(ιστο)σελίδες/σύνδεσμοι/τεχνολογίες/χρήστες (πβ. κυβερνοναύτης) ~ου. Υπερφόρτωση του ~ου. Απάτη/διάθεση (προϊόντων)/εργασία/έρευνα/συναλλαγές μέσω ~ου. Αγγελίες/αγορές/αναζήτηση/ανωνυμία/δημοσίευση υλικού/διαφήμιση/εθισμός/ενημέρωση/λεξικά/λογοτεχνία/περιήγηση/πρόσβαση/χρήσιμες διευθύνσεις στο ~. ~ και εκπαίδευση/πολυμέσα. Αποσυνδέομαι από το/συνδέομαι στο ~. Κάνω τσατ/μπαίνω/σερφάρω/συνομιλώ στο ~. Εγκαθιστώ/κατεβάζω/φορτώνω προγράμματα από το ~. Ανεβάζω φωτογραφίες στο ~. Πβ. κυβερνοχώρος, παγκόσμιος ιστός. Βλ. τηλεματική. [< αμερικ. internet, 1986, < inter + net(work), γαλλ. ~, διαδόθηκε περ. το 1995]
12308διαδικτυογραφίαβλ. δικτυογραφία

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.