Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [1300-1320]

IDΛήμμαΕρμηνεία
312αγιο- & αγιό-& αγι-: α' συνθετικό ουσιαστικών και επιθέτων με αναφορά σε Άγιο ή γενικότ. στην Εκκλησία: αγιο-βασιλόπιτα/~γραφία/~δημητριάτικος. Αγιό-νερο. Αγι-ωνύμιο.
313αγιοβασιλιάτικος, η, ο [ἁγιοβασιλιάτικος] α-γιο-βα-σι-λιά-τι-κος επίθ. 1. που αναφέρεται στον Άγιο Βασίλειο ή στη γιορτή του: ~ος: μπουναμάς. ~η: πίτα. ~ο: δώρο. ~α: κάλαντα. Βλ. -ιάτικος. ΣΥΝ. πρωτοχρονιάτικος 2. (προφ.-μειωτ.) (για αντικείμενα) ευτελής, ψεύτικος: Καλά, το δαχτυλίδι που σου αγόρασε είναι ~ο! ● Ουσ.: αγιοβασιλιάτικα (τα) (συνήθ. παλαιότ.): δώρα, κυρ. χρήματα, που προσφέρονται την Πρωτοχρονιά για το καλό του νέου χρόνου. ● επίρρ.: αγιοβασιλιάτικα
314αγιοβασιλόπιτα βλ. βασιλόπιτα
315αγιογδύτης[ἁγιογδύτης] α-γιο-γδύ-της ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. αγιογδύτισσα}: (μτφ.) στυγνός εκμεταλλευτής, άτομο που χρησιμοποιεί κάθε τρόπο, για να πάρει χρήματα από άλλους (από την εικόνα του ιερόσυλου που γδύνει ακόμη και το λείψανο ενός Αγίου παίρνοντας τα άμφια, τα τιμαλφή και τα αφιερώματα): Στις συναλλαγές του είναι σκέτος/σωστός ~. Μας έφαγε ένα σωρό λεφτά, ο ~ (= απατεώνας)! || Κάποιος ~ έκλεψε τα ιερά σκεύη από την εκκλησία (πβ. ιερόσυλος).
316αγιογράφηση[ἁγιογράφηση] α-γι-ο-γρά-φη-ση ουσ. (θηλ.) 1. ζωγραφικός διάκοσμος χριστιανικού ναού και η σχετική διαδικασία: (μετα)βυζαντινή/πλούσια ~. ~ αψίδας ιερού/εικόνων τέμπλου. ~ αγιορείτικης τεχνοτροπίας. Ξυλόγλυπτες ~ήσεις. Έκαναν έρανο για την ~ της εκκλησίας. Πβ. εικονογράφηση. Βλ. -γράφηση. 2. (μτφ.) εξιδανίκευση, αγιοποίηση: πρωτοφανής ~ γνωστού πολιτικού.
317αγιογραφία[ἁγιογραφία] α-γι-ο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.) 1. η τέχνη της απεικόνισης προσώπων ή σκηνών της χριστιανικής παράδοσης και (συνεκδ. κυρ. στον πληθ.) η ίδια η παράσταση: (μετα)βυζαντινή ~. ~ της Παναγίας. Έκθεση/εργαστήριο ~ας.|| Ψηφιδωτές ~ες. ~ες προφητών/στρατιωτικών αγίων. Ο διάκοσμος της εκκλησίας αποτελείται από εξαιρετικές ~ες. Πβ. εικονογραφία. Βλ. -γραφία. 2. (μτφ.) υπερβολικά επαινετική βιογραφία, εγκώμιο: ~ ηγέτη/ήρωα. Κάνω την ~ κάποιου. Βλ. αγιοποίηση. ● ΦΡ.: σαν βυζαντινή αγιογραφία (προφ.): πολύ χλομός και αδύνατος. [< 2: γαλλ. hagiographie, αγγλ. hagiography]
318αγιογραφικός, ή, ό [ἁγιογραφικός] α-γι-ο-γρα-φι-κός επίθ. 1. που έχει σχέση με την αγιογραφία: ~ός: διάκοσμος. ~ή: παράδοση/παράσταση/τέχνη. ~ό: εργαστήρι.|| (μτφ.) ~ή: βιογραφία (= εγκωμιαστική· πβ. αγιογραφία). 2. που αναφέρεται στην Αγία Γραφή: ~ή: γλώσσα/κατήχηση. ~ό: χωρίο. ~ή θεμελίωση της θεολογίας. Τα ~ά αναγνώσματα της Θείας Λειτουργίας. ΣΥΝ. βιβλικός ● επίρρ.: αγιογραφικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< γαλλ. hagiographique, αγγλ. hagiographic]
319αγιογράφος[ἁγιογράφος] α-γι-ο-γρά-φος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ζωγράφος εικόνων ή διακοσμητικών παραστάσεων με πρόσωπα ή σκηνές από τη χριστιανική παράδοση: συντηρητής-~. (Μετα)βυζαντινοί/σύγχρονοι ~οι. Έκθεση ~ων.|| (ως επίθ.) ~οι: μοναχοί. Βλ. -γράφος. [< γαλλ. hagiographe]
320αγιογραφώ[ἁγιογραφῶ] α-γι-ο-γρα-φώ ρ. (μτβ.) {αγιογραφ-εί ... | αγιογράφ-ησε, -είται, -ήθηκε, -ημένος} 1. ζωγραφίζω εικόνες Αγίων ή παραστάσεις της θρησκευτικής ζωής ή διακοσμώ ναούς με αυτές: ~εί με βυζαντινή τεχνοτροπία. Ο τρούλος ~ήθηκε με προφήτες και ευαγγελιστές. ~ημένη: αψίδα/εκκλησία. ~ημένο: τέμπλο. ~ημένα: βημόθυρα. Βλ. -γραφώ. ΣΥΝ. ανιστορώ (2), ιστορώ (1) 2. (σπάν.-μτφ.) επαινώ υπερβολικά: Τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης ~ούν την πολιτική του.
321αγιοδημητριάτικος, η, ο [ἁγιοδημητριάτικος] α-γιο-δη-μη-τρι-ά-τι-κος επίθ. & (σπάν.-λαϊκό) αϊδημητριάτικος: που αναφέρεται στη γιορτή του Αγίου Δημητρίου. Βλ. -ιάτικος. ● Ουσ.: αγιοδημητριάτικο & (λαϊκό) αϊδημητριάτικο (το): ΒΟΤ. χρυσάνθεμο.
58743αγιοκατάταξη[ἁγιοκατάταξη] α-γι-ο-κα-τά-τα-ξη ουσ. (θηλ.) {-ης (λόγ.) -άξεως | (σπανιότ.) -άξεις, -άξεων} 1. η τάξη και η σειρά αγιογράφησης ορθόδοξου ναού: βυζαντινή/επίσημη/παραδοσιακή ~. 2. αγιοποίηση: ~ μαρτύρων/νεομαρτύρων.
322αγιοκέρι[ἁγιοκέρι] α-γιο-κέ-ρι ουσ. (ουδ.) (λογοτ.): κερί ή λαμπάδα από καθαρό κερί μέλισσας: αγιορείτικο ~. Μυρίζει λιβάνι και ~. Ανάβουν τα ~ια.|| (μτφ.) Το ~ της μνήμης/της πίστης. ● ΦΡ.: σαν αγιοκέρι (έγινε): λιπόσαρκος, πολύ αδύνατος, σβήνει/λιώνει σαν αγιοκέρι: αργοπεθαίνει. [< μεσν. αγιοκέρι]
323αγιόκλημα[ἁγιόκλημα] α-γιό-κλη-μα ουσ. (ουδ.) & (λόγ.) αιγόκλημα: ΒΟΤ. καλλωπιστικό αναρριχώμενο ή θαμνώδες φυτό με λευκά στην αρχή της άνθισης  και αργότερακιτρινωπά ευωδιαστά άνθη σε σχ΄ξμα σάλπιγγας (επιστ. ονομασ. Lonicera caprifolium, etrusca, japonica): Μοσχοβολά/φούντωσε τ' ~. Βλ. γιασεμί. [< μεσν. αγιόκλημα < αιγόκλημα, παρετυμολογική σύνδεση με το επίθ. άγιος]
324αγιοκωνσταντινάτοβλ. κωνσταντινάτο
325αγιολογία[ἁγιολογία] α-γι-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. το αρχικό Α): ΘΕΟΛ. κλάδος ο οποίος μελετά τη γραμματεία και γενικότ. την εκκλησιαστική παράδοση που αναφέρεται στους Αγίους: βυζαντινή/τοπική ~. ~ της Ορθοδόξου Εκκλησίας.|| (καταχρ. στον πληθ., βίοι των Αγίων:) Το περιεχόμενο των ύμνων ήταν παρμένο από ~ες. Βλ. -λογία. [< γαλλ. hagiologie, αγγλ. hagiology]
326αγιολογικός, ή, ό [ἁγιολογικός] α-γι-ο-λο-γι-κός επίθ.: που αναφέρεται στην αγιολογία ή στο αγιολόγιο ή (καταχρ.) στους Aγίους: ~ή: γραμματεία/παράδοση. ~ό: έργο. ~οί: κατάλογοι. ~ά: θέματα. [< γαλλ. hagiologique, αγγλ. hagiologic(al)]
327αγιολόγιο[ἁγιολόγιο] α-γι-ο-λό-γι-ο ουσ. (ουδ.) 1. ΕΚΚΛΗΣ. το σύνολο των Αγίων της χριστιανικής Εκκλησίας και ο αντίστοιχος κατάλογος: επίσημο/τοπικό (: οι Άγιοι μιας περιοχής) ~. Νεομάρτυρες που κατατάχθηκαν στο ~ της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Βλ. μαρτυρολόγιο.|| Εορτολόγιο-~ (: το σύνολο των Αγίων που εορτάζουν). Αλφαβητικό ~. ~-ημερολόγιο. 2. βιβλίο με αφηγήσεις του βίου Αγίων. Βλ. -λόγιο. ΣΥΝ. συναξάρι
328αγιολόγος[ἁγιολόγος] α-γι-ο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.) (σπάν.) 1. επιστήμονας ειδικευμένος στην αγιολογία. Βλ. -λόγος. 2. συγγραφέας βίων Αγίων. [< πβ. αγγλ. hagiologist]
329αγιονορείτικος, η, ο βλ. αγιορείτικος
330αγιοποίηση[ἁγιοποίηση] α-γι-ο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΕΚΚΛΗΣ. επίσημη ανακήρυξη ιερωμένου ως Αγίου από την Εκκλησία μετά τον θάνατό του. ΣΥΝ. αγιοκατάταξη. 2. (μτφ.) απόδοση υπερβολικών αρετών σε κάποιον ή κάτι, εξιδανίκευση: ~ ευεργέτη. ~ του κυβερνητικού έργου. Βλ. αγιογραφία, -ποίηση. ΑΝΤ. δαιμονοποίηση [< 1: γαλλ. sanctification]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.