Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [13180-13200]

IDΛήμμαΕρμηνεία
12309διαδικτυώνωδι-α-δι-κτυ-ώ-νω (μτβ. κ. αμτβ.) {διαδικτύω-σε, διαδικτυώ-σει, -θηκε, -θεί, διαδικτυών-οντας, διαδικτυω-μένος}: συνδέω με το διαδίκτυο, κάνω χρήση του: οι νέες τεχνολογίες ~ουν τον πλανήτη. ~μένη: κοινωνία.
12310διαδικτύωσηδι-α-δι-κτύ-ω-ση ουσ. (θηλ.): ΤΗΛΕΠ.-ΠΛΗΡΟΦ. σύνδεση ψηφιακών συστημάτων διαφορετικών φυσικών δικτύων, ώστε να αποτελούν ένα ευρύτερο δίκτυο: ~ βιβλιοθηκών/επιχειρήσεων. [< αγγλ. internetworking, 1975]
12311διάδοσηδι-ά-δο-ση ουσ. (θηλ.) 1. κοινοποίηση, γνωστοποίηση: ευρεία ~. ~ αποτελεσμάτων/απόψεων/(ψευδών) ειδήσεων. Πβ. κοινολόγηση.|| ~ ενός αθλήματος/γνώσεων/της επιστήμης/της ευρυζωνικότητας/ιδεών/μιας θεωρίας/μιας θρησκείας/του πολιτισμού/μιας συνήθειας/της τεχνολογίας. Προβολή και ~ μιας γλώσσας. Πβ. διείσδυση, προώθηση. 2. μετάδοση: ~ της ασθένειας/του ιού. Πβ. εξάπλωση.|| (ΦΥΣ.) ~ του ήχου/της θερμότητας/του σήματος/του φωτός. Μεταφορά και ~ ραδιοκυμάτων.διαδόσεις (οι): ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες, φήμες: ανυπόστατες/συκοφαντικές/ψευδείς ~. Ο εκπρόσωπος Τύπου διέψευσε τις ~. Πβ. φημολογία. ΣΥΝ. θρυλούμενα [< γερμ. Verbreitung] [< 1: μτγν. διάδοσις 2: γαλλ. propagation]
12312διαδοσίαςδι-α-δο-σί-ας ουσ. (αρσ.): πρόσωπο που διαδίδει ανεξακρίβωτες ή ψευδείς πληροφορίες. Βλ. συκοφάντης.
12313διαδοχήδι-α-δο-χή ουσ. (θηλ.) 1. μεταβίβαση εξουσίας (θέσης ή αξιώματος) σε τρίτο πρόσωπο: η ~ του προέδρου/του πρωθυπουργού. ~ στην ηγεσία του κόμματος/στον θρόνο. 2. συνεχής, αλλεπάλληλη σειρά γεγονότων, στοιχείων, καταστάσεων, φαινομένων: ιστορική (= των ιστορικών περιόδων) ~. ~ αριθμών/εικόνων. ~ των γενεών. Η ~ μέρας και νύχτας. Η ~ των εποχών/των μηνών. Αρμονική ~ χρωμάτων. Πβ. ακολουθία, συνέχεια. Βλ. αλληλο~.|| (ΜΟΥΣ.) ~ές συγχορδιών. 3. ΝΟΜ. μεταφορά δικαιώματος από τον δικαιοπάροχο στον δικαιοδόχο. ● ΣΥΜΠΛ.: αποστολική διαδοχή: ΕΚΚΛΗΣ. αδιάκοπη συνέχεια του επισκοπικού αξιώματος στην ιστορική πορεία της Εκκλησίας, μέσω του μυστηρίου της ιεροσύνης (χειροτονίας)., κληρονομική διαδοχή: ΝΟΜ. μεταβίβαση της περιουσίας εκείνου που πέθανε στους κληρονόμους του: αναγκαστική ~ ~ (: από τον νόμο). ~ ~ εκ διαθήκης/εξ αδιαθέτου (: χωρίς διαθήκη)., κούρσα διαδοχής: αγώνας μεταξύ των υποψηφίων για την ανάληψη θέσης ή αξιώματος: ~ ~ για την καρέκλα. Οι υποψήφιοι μπαίνουν στην ~ της ~., οικολογική διαδοχή: το σύνολο των προβλέψιμων συνήθ. μεταβολών που γίνονται σε ένα οικοσύστημα, καθώς αυτό ωριμάζει ή εξελίσσεται προς μια σταθερή κατάσταση, κυρ. μετά από διαταραχή (φωτιά, θύελλα, δασική εκμετάλλευση). [< αγγλ. ecological succession] ● ΦΡ.: το δαχτυλίδι της διαδοχής/της εξουσίας (μτφ.): το χρίσμα της διαδοχής: Πήρε ~ ~ στην ηγεσία του κόμματος. [< αρχ. διαδοχή, γαλλ. succession]
12314διαδοχικός, ή, ό δι-α-δο-χι-κός επίθ. {συνηθέστ. στον πλήθ.} 1. που ανήκει σε μια χρονική κυρ. ακολουθία, σε μια σειρά, αλλεπάλληλος, συνεχόμενος: ~ός: έλεγχος. (ΝΟΜ.) ~ή: ασφάλιση. ~ό: πάτημα (κουμπιού). ~οί: γύροι. ~ές: γενιές/ήττες/κληρώσεις/νίκες/(ΝΟΜ.) συμβάσεις εργασίας (: χωρίς να μεσολαβεί μεγάλο χρονικό διάστημα μεταξύ τους)/συσκέψεις/φάσεις. ~ά: βήματα/πλήγματα/στάδια. ~ές εκρήξεις βομβών. ~ές συναντήσεις έχει από το πρωί ο πρόεδρος. Πβ. αλυσιδωτός, απανωτός, επάλληλος.|| (ΜΑΘ.) ~οί: αριθμοί/όροι. ~ά: σημεία.|| (ΓΕΩΜ.) Δύο ~ές κορυφές ενός πολυγώνου. 2. (σπάν.) που σχετίζεται με τη διαδοχή ή τον διάδοχο: ~ή: βασιλεία. ● επίρρ.: διαδοχικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: ΣΥΝ. αλληλοδιαδόχως ● ΣΥΜΠΛ.: διαδοχικές γωνίες: ΓΕΩΜ. περισσότερες από δύο γωνίες, που βρίσκονται στο ίδιο επίπεδο και καθεμιά από αυτές είναι εφεξής γωνία με την προηγούμενη ή την επόμενή της. [< πβ. μεσν. διαδοχικός 'που ανήκει σε φιλοσοφική σχολή', γαλλ. successif]
12315διαδοχικότηταδι-α-δο-χι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του διαδοχικού· αλληλουχία: ~ των γεγονότων. Βλ. -ότητα. [< γαλλ. successivité]
12316διαδοχολογίαδι-α-δο-χο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): παρασκηνιακές συζητήσεις, διαπραγματεύσεις σχετικά με τη διαδοχή κάποιου σε υψηλό αξίωμα. Βλ. -λογία.
12317διάδοχοςδι-ά-δο-χος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {διαδόχ-ου | -ων, -ους} 1. πρόσωπο που αναλαμβάνει τη θέση ή το αξίωμα του προκατόχου του: άξιος/επίδοξος (πβ. δελφίνος)/νόμιμος ~. Ο ~ του θρόνου. Ο ~ του διευθυντή (βλ. αντικαταστάτης).|| (ΝΟΜ.) Ειδικός/καθολικός ~ (: αποδέκτης περιουσίας). Πβ. κληρονόμος. 2. (μτφ.) απόγονος, συνεχιστής: ~ της παράδοσης των μεγάλων δημιουργών. Πβ. επίγονος. 3. {στο αρσ.} (οικ.) πρωτότοκος γιος. [< μτγν. διάδοχος]
12318διάδοχος, η, ο δι-ά-δο-χος επίθ. (λόγ.): που διαδέχεται, ακολουθεί κάποιον ή κάτι: ~η: κυβέρνηση/συμφωνία. ~ο: πρόγραμμα. Δεν βρέθηκε ~η κατάσταση για την ηγεσία του κόμματος (: αντικαταστάτης). Η νέα εταιρεία δεν θα αποτελέσει ~ο σχήμα (: συνέχεια) της σημερινής. [< αρχ. διάδοχος]
12319διαδραματίζωδι-α-δρα-μα-τί-ζω ρ. (μτβ.) {διαδραμάτι-σε, διαδραματί-στηκε, διαδραματιζ-όμενος, διαδραματίζ-οντας} (λόγ.): συμμετέχω ενεργά στην εξέλιξη μιας υπόθεσης: Καλείται να ~σει αποφασιστικό/εποικοδομητικό/σημαντικό πολιτικό ρόλο. ~ει καθοριστικό ~ στην οικονομία. Πβ. παίζω. ● Παθ.: διαδραματίζεται: συμβαίνει, λαμβάνει χώρα, εκτυλίσσεται: Η δράση/το έργο ~ σε ένα νησί. Τα έκτροπα/τα επεισόδια που ~στηκαν ... ~στηκαν σκηνές απείρου κάλλους. Πβ. ξεδιπλώνεται, ξετυλίγεται.|| (ως ουσ.) Τα ~όμενα (ενν. γεγονότα). Πβ. τεκταινόμενα. [< πβ. μτγν. διαδραματίζω ‘ολοκληρώνω την παράσταση’, γαλλ. jouer un rôle]
12320διαδραμάτισηδι-α-δρα-μά-τι-ση ουσ. (θηλ.) (επιστ.): η ενέργεια ή το απότελεσμα του διαδραματίζω: χρόνος/χώρος ~ης ενός γεγονότος.|| (ΨΥΧΟΛ.) ~ ρόλων (= παιχνίδι ρόλων).
12321διάδρασηδι-ά-δρα-ση ουσ. (θηλ.) (επιστ.): αμοιβαία δράση ή επίδραση: καλλιτεχνική/κοινωνική ~. ~ δασκάλου-μαθητών/εταιρειών-καταναλωτών/χρήστη-υπολογιστή.|| ~ ήχου και εικόνας. Πβ. αλληλεπίδραση, διαντίδραση. ΣΥΝ. αλληλόδραση, διεπίδραση [< πβ. μτγν. διάδρασις 'διαφυγή', αγγλ.-γαλλ. interaction]
12322διαδραστικός, ή, ό δι-α-δρα-στι-κός επίθ. ΣΥΝ. αλληλεπιδραστικός 1. ΤΗΛΕΠ.-ΠΛΗΡΟΦ. που σχετίζεται με τις τεχνολογίες και τις υπηρεσίες οι οποίες επιτρέπουν στον χρήστη να επεμβαίνει στις πληροφορίες που λαμβάνει: ~ός: διάλογος/δικτυακός τόπος/πίνακας (βλ. μαυροπίνακας)/χάρτης. ~ή: επικοινωνία/οθόνη (αφής)/περιήγηση/συζήτηση. ~ό: βιβλίο/εργαλείο/παιχνίδι/περιβάλλον/πρόγραμμα/σεμινάριο. ~ές: ασκήσεις/εφαρμογές/κατασκευές. ~ά: εκθέματα/μαθήματα/(πολυ)μέσα. 2. (επιστ.) αμφίδρομος, αμοιβαίος: ~ή: μάθηση. ~ή σχέση δασκάλου-μαθητή. ● επίρρ.: διαδραστικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: διαδραστική τηλεόραση & αμφίδρομη/αλληλεπιδραστική τηλεόραση: ΤΕΧΝΟΛ. λειτουργία της ψηφιακής τηλεόρασης που επιτρέπει μεταφορά δεδομένων από και προς τον τηλεθεατή: εικονοδιασκέψεις/ιμέιλ/τηλεαγορές/τραπεζικές συναλλαγές μέσω ~ής ~ης. Βλ. τελετέξτ. [< αγγλ. interactive television (iTV), 21ός αι.] [< αγγλ. interactive, γαλλ. interactif, περ. 1980]
12323διαδραστικότηταδι-α-δρα-στι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΠΛΗΡΟΦ. δυνατότητα αμφίδρομης επικοινωνίας μεταξύ χρήστη υπολογιστικού συστήματος και μηχανήματος μέσω οθόνης: ~ µεταξύ διαδικτυακών υπηρεσιών. Μεγάλος βαθμός ~ας χαρακτηρίζει την εξ αποστάσεως μάθηση. Πβ. διάλογος. [< αγγλ. interactivity, γαλλ. interactivité, περ. 1980]
12324διαδρομήδι-α-δρο-μή ουσ. (θηλ.) 1. μετακίνηση προς συγκεκριμένη κατεύθυνση, κάλυψη απόστασης· συνεκδ. το διάστημα, χρονικό ή τοπικό, ανάμεσα σε δυο μέρη: καθημερινή/κυκλική ~ (= δρομολόγιο). Κάρτα απεριορίστων ~ών (: με τις αστικές συγκοινωνίες).|| ~ Αθήνα-Θεσσαλονίκη. ~ δέκα χλμ./λίγων λεπτών (πβ. απόσταση, δρόμος). ~ γεμάτη στροφές. Χάρτης ~ής. Ελκυστικές/ορεινές/πεζοπορικές/περιπετειώδεις ~ές. Η ~ ακολουθεί τα παράλια/διαρκεί μία ώρα/ξεκινά από ... ~ με αυτοκίνητο/με τα πόδια.|| (ΑΘΛ.) ~ ποδηλασίας. Ειδική/χωμάτινη ~ (: σε ράλι). Ο δρομέας τρέχει στη δεύτερη ~ (= διάδρομος, κουλουάρ). 2. (μτφ.) εξελικτική πορεία: εικαστική/επαγγελματική/καλλιτεχνική/πολιτική ~. Ιστορική ~ του κινήματος/της περιοχής. Μουσικές/φωτογραφικές ~ές. Πόλη με ~ αιώνων (= ιστορία). Σε αυτή τη ~ των είκοσι χρόνων/στα είκοσι χρόνια της ~ής της η εταιρεία ... 3. ΠΛΗΡΟΦ. πορεία που ακολουθεί ένα μήνυμα από την πηγή προς τον τελικό του προορισμό: ~ αρχείου. Αναζήτηση/εύρεση ~ής. Βλ. μονοπάτι. [< 1,2: αρχ. διαδρομή, γαλλ. course, parcours, couloir 3: αγγλ. route]
12325διαδρομιστήςδι-α-δρο-μι-στής ουσ. (αρσ.): πρόσωπο που ανήκει σε ομάδα πίεσης με παρασκηνιακή δράση: ~ές των υπουργείων. ΣΥΝ. λομπίστας
12326διάδρομοςδι-ά-δρο-μος ουσ. (αρσ.) {-ου (συνηθέστ. λόγ.) -όμου} 1. μακρόστενος χώρος που ενώνει τα δωμάτια ενός οικοδομήματος ή επιτρέπει τη διέλευση και πρόσβαση σε άλλο σημείο (συνήθ. στο εσωτερικό των μέσων μεταφοράς)· συνεκδ. το στενόμακρο χαλί που τον καλύπτει: μακρύς/σκοτεινός/φαρδύς ~. Δαιδαλώδεις ~οι. Ο κεντρικός ~ του κτιρίου. Ο ~ του θεάτρου. Συζητήσεις στους ~όμους της Βουλής/του υπουργείου (: με ανεπίσημο και εμπιστευτικό χαρακτήρα). Ο ~ οδηγεί στα υπνοδωμάτια. Πβ. οφίς. Βλ. -δρομος, χολ.|| (για θέση στο αεροπλάνο:) ~ο ή παράθυρο;|| Έστρωσαν καινούργιο ~ο. 2. πίστα προσγείωσης και απογείωσης αεροσκαφών. Βλ. αερο~. 3. (κατ' επέκτ.) μακρόστενη κατασκευή που κατευθύνει και περιορίζει την πορεία κινούμενου συνήθ. εξαρτήματος: ~ καλωδίων. Ο ~ του κουρτινόξυλου. Ράφια με ~όμους. Πβ. σιδηρόδρομος. 4. (μτφ.) στενή γεωγραφική έκταση που διευκολύνει την επικοινωνία και συνεργασία μεταξύ κρατών ή αποτελεί διέξοδο μιας περιοχής σε μια άλλη: εμπορικός/ενεργειακός/θαλάσσιος ~. Οδικός ~ διασύνδεσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τις βαλκανικές χώρες. 5. ΑΘΛ. (κυρ. στον στίβο) μία από τις παράλληλες ζώνες όπου κινούνται οι αθλητές ή οι κολυμβητές. Πβ. διαδρομή, κουλουάρ. 6. ΠΛΗΡΟΦ. σύνολο αγωγών μέσω των οποίων γίνεται η διακίνηση της πληροφορίας μεταξύ του επεξεργαστή και των περιφερειακών του μονάδων: ~ δεδομένων και μονάδα ελέγχου. ● ΣΥΜΠΛ.: ανθρωπιστικός διάδρομος: συγκεκριμένη διαδρομή σε εμπόλεμη ζώνη που έχει συμφωνηθεί από τα αντιμαχόμενα μέρη για τη διαφυγή του άμαχου πληθυσμού και για τη μεταφορά από ανθρωπιστικές οργανώσεις τροφίμων και φαρμάκων. [< αγγλ. humanitarian corridor] , κυλιόμενος διάδρομος 1. κινούμενος ιμάντας μεταφοράς: ~ ~ αεροδρομίου. ~οι ~οι και σκάλες. 2. ΓΥΜΝ. & διάδρομος: όργανο γυμναστικής με ρυθμιζόμενη ταχύτητα για βάδισμα ή τρέξιμο. [< γαλλ. trottoir roulant, 1900] [< μτγν. διάδρομος ‘πέρασμα’, γαλλ. corridor 2,5: γαλλ. couloir 6: αγγλ. bus, 1930]
12327διαδρώ[διαδρῶ] δι-α-δρώ ρ. (αμτβ.) {διαδρά-σει}: αλληλεπιδρώ: Όλο και περισσότεροι χρήστες ~ούν μέσω του διαδικτύου. [< αγγλ. interact]
2208διαδρώ

[ἀλληλεπιδρῶ] αλ-λη-λε-πι-δρώ ρ. (αμτβ.) {αλληλεπιδρ-ά, -ώντας | αλληλεπίδρ-ασε, -άσει} & αλληλοεπιδρώ: ασκώ αμοιβαία επίδραση σε κάποιον ή κάτι: Ο άνθρωπος ~ά με το περιβάλλον στο οποίο ζει. Οι µαθητές ~ούν µεταξύ τους/με τον εκπαιδευτικό.|| (ΦΑΡΜΑΚ.) Το οινόπνευμα ~ά σχεδόν με όλα τα φάρμακα.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Η οθόνη αφής επιτρέπει στους χρήστες να ~ούν άμεσα με το λογισμικό. ΣΥΝ. διαδρώ [< γερμ. wechselwirken, γαλλ. interagir, 1966, αγγλ. interact]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.