| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 12328 | διαειδικός | , ή, ό δι-α-ει-δι-κός επίθ.: ΒΙΟΛ. που προκύπτει ή συμβαίνει μεταξύ διαφορετικών ειδών: ~ές: αλληλεπιδράσεις/διασταυρώσεις. ΑΝΤ. ενδοειδικός ● ΣΥΜΠΛ.: διαειδικός ανταγωνισμός: σύγκρουση ατόμων διαφορετικών ειδών για την εκμετάλλευση κοινών φυσικών πόρων που βρίσκονται σε περιορισμένη έκταση ή σε έλλειψη. [< αγγλ. trans-specific, 1963] | |
| 12329 | διαζευγμένος | , η, ο δι-α-ζευγ-μέ-νος επίθ. (επίσ.): που έχει πάρει διαζύγιο, έχει χωρίσει: ~ο: ζευγάρι. ~οι: γονείς.|| (ως ουσ.) ~ ή σε διάσταση; Πβ. ζωντοχήρος, χωρισμένος. Βλ. έγγαμος. [< μεσν. διεζευγμένος, γαλλ. divorcé] | |
| 12330 | διαζευγνύομαι | δι-α-ζευ-γνύ-ο-μαι ρ. {διαζευ-χθεί, διαζευγμένος} (λόγ.): χωρίζω, λύνω τον γάμο μου με διαζύγιο: Σύζυγοι που τελούν σε διάσταση ή έχουν ~χθεί. ΑΝΤ. συζεύγνυμαι (1) [< μεσν. διαζεύγνυμι] | |
| 12331 | διαζευκτήριο | δι-α-ζευ-κτή-ρι-ο ουσ. (ουδ.): ΝΟΜ. έγγραφο που πιστοποιεί το διαζύγιο. Βλ. -τήριο. [< μεσν. επίθ. διαζευκτήριος] | |
| 12332 | διαζευκτικός | , ή, ό δι-α-ζευ-κτι-κός επίθ.: που συντελεί στη διάζευξη ή σχετίζεται με αυτή: ~ή: διατύπωση/επιλογή (μεταξύ εναλλακτικών)/λογική. ΑΝΤ. συζευκτικός ● Ουσ.: διαζευκτικό (το): ΓΡΑΜΜ. διαζευκτικός σύνδεσμος. ● επίρρ.: διαζευκτικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: διαζευκτικοί σύνδεσμοι: ΓΡΑΜΜ. σύνδεσμοι (ή - ή, είτε - είτε) που εισάγουν διάζευξη μεταξύ προτάσεων ή όρων μιας πρότασης., ερωτήσεις σωστού-λάθους/διαζευκτικής απάντησης βλ. ερώτηση [< μτγν. διαζευκτικός] | |
| 12333 | διάζευξη | δι-ά-ζευ-ξη ουσ. (θηλ.) 1. (λόγ.) διαχωρισμός, διάκριση: ~ μεταξύ σωστού και λάθους. Πβ. διαφοροποίηση. ΑΝΤ. σύζευξη (1) 2. ΓΡΑΜΜ. είδος παρατακτικής σύνταξης προτάσεων ή όρων πρότασης, που αντιδιαστέλλονται ή/και αλληλοαποκλείονται: π.χ. Θα έρθω ή με τους γονείς μου ή με την αδελφή μου. 3. (επίσ.) διαζύγιο. [< αρχ. διάζευξις] | |
| 12334 | διαζύγιο | δι-α-ζύ-γι-ο ουσ. (ουδ.) {διαζυγί-ου} 1. λύση του γάμου που επικυρώνεται με αμετάκλητη δικαστική απόφαση και συνεκδ. η ίδια η απόφαση: Ζήτησε/πήραν ~. Βγήκε το ~ό τους (= εκδόθηκε). Αίτηση/αιτία ~ου. Κατ’ αντιδικία ~. Πβ. χωρισμός. 2. (μτφ.) διακοπή οποιασδήποτε σχέσης: φιλικό ~ του παίκτη με την ομάδα του. Οριστικό ~ επήλθε στις σχέσεις των δύο εταιρειών. Πήρε ~ από τη δημοσιότητα. ● ΣΥΜΠΛ.: αυτόματο διαζύγιο: ΝΟΜ. που εκδίδεται όταν οι σύζυγοι βρίσκονται σε διάσταση για χρονικό διάστημα τουλάχιστον τεσσάρων χρόνων., συναινετικό διαζύγιο & κοινή συναινέσει: ΝΟΜ. που εκδίδεται με κοινή αίτηση των δύο συζύγων, μετά την πάροδο ενός τουλάχιστον χρόνου έγγαμου βίου. [< γαλλ. divorce par consentement mutuel, 1975] [< μεσν. διαζύγιον] | |
| 12335 | διάζωμα | δι-ά-ζω-μα ουσ. (ουδ.) {διαζώμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. καθένα από τα τμήματα θεάτρου, σταδίου, γηπέδου, που χωρίζονται μεταξύ τους με διάδρομο και προορίζονται για τους θεατές: άνω/κάτω/μεσαίο ~.|| (ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ.) Κερκίδες και ~ατα του αρχαίου θεάτρου (: διάδρομος που χώριζε τις σειρές των εδωλίων σε δύο ή περισσότερα τμήματα).|| (κατ' επέκτ., σε εθνική οδό) Προστατευτικό ~ (= διαχωριστικό κιγκλίδωμα). 2. ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. τμήμα του θριγκού των αρχαίων ναών, πάνω από το επιστύλιο και κάτω από το γείσο, το οποίο ήταν διακοσμημένο με τρίγλυφα και μετώπες ή με τη ζωφόρο. [< μτγν. διάζωμα] | |
| 12336 | διαθεματικός | , ή, ό δι-α-θε-μα-τι-κός επίθ.: ΠΑΙΔΑΓ. που συνδυάζει δύο ή περισσότερα θέματα ή γνωστικούς τομείς: ~ή: εκπαίδευση. ~ό: αναλυτικό πρόγραμμα μαθημάτων/πλαίσιο σπουδών. ~ές: εφαρμογές. Πβ. διεπιστημονικός. Βλ. ΔΕΠΠΣ. ● ΣΥΜΠΛ.: διαθεματική διδασκαλία: διδακτικό μοντέλο το οποίο ξεπερνά τις διαχωριστικές γραμμές μεταξύ των επιμέρους γνωστικών αντικειμένων, συσχετίζοντας ποικίλες διαστάσεις του αναλυτικού προγράμματος σε μια λογική σύνδεση, με σκοπό την εστίαση του ενδιαφέροντος σε ευρύτερους τομείς μελέτης: ~ ~ των μαθηματικών μέσω της μουσικής. Οι νέες τεχνολογίες στη ~ ~ των φιλολογικών μαθημάτων. Βλ. συνδιδασκαλία., διαθεματική προσέγγιση: παιδαγωγική αντίληψη και εκπαιδευτική πρακτική κατά την οποία διαφορετικά γνωστικά πεδία διαπλέκονται στη μαθησιακή διαδικασία σε ένα ενιαίο γνωστικό σύνολο με στόχο τη διερεύνηση ενός κεντρικού θέματος, από το οποίο και ξεκινά ο σχεδιασμός: ~ ~ με συνεργατική μάθηση. Η εικονική πραγματικότητα στη ~ ~. Βλ. ολιστική προσέγγιση. [< αγγλ. interdisciplinary, 1926, γαλλ. interdisciplinaire, πριν από το 1959] | |
| 12337 | διαθεματικότητα | δι-α-θε-μα-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΠΑΙΔΑΓ. προσέγγιση ενός θέματος μέσα από δύο ή περισσότερους γνωστικούς τομείς και ειδικότ. διδακτική αντίληψη σύμφωνα με την οποία το περιεχόμενο της διδασκαλίας λαμβάνεται από περισσότερες της μίας γνωστικές περιοχές, για να επικεντρωθεί σε ένα συγκεκριμένο θέμα: ~ και βιωματική μάθηση. ~ ενός προγράμματος σπουδών. Η αρχή/το μοντέλο της ~ας στο σύγχρονο σχολείο/στη σχολική πράξη. Σχεδιασμός των βιβλίων στο πλαίσιο της ~ας. Πβ. διεπιστημονικότητα. Βλ. ευέλικτη ζώνη, ολυμπιακή παιδεία, περιβαλλοντική εκπαίδευση, -ότητα. [< αγγλ. interdisciplinarity, 1970, γαλλ. interdisciplinarité, περ. 1968] | |
| 12338 | διαθερμία | δι-α-θερ-μί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. θεραπευτική μέθοδος που χρησιμοποιεί υψίσυχνο ηλεκτρικό ρεύμα για την παραγωγή θερμότητας στους ιστούς του σώματος: χειρουργική ~. ~ μικροκυμάτων. Μασάζ, υπέρηχοι και ~ες (: στη φυσιοθεραπεία). ~ες για τη βελτίωση της κυκλοφορίας του αίματος. Βλ. θερμοθεραπεία, κρυοπηξία. [< γαλλ. diathermie, 1922, αγγλ. diathermy, 1909] | |
| 12339 | διάθεση | διά-θε-ση & (επίσ.) δι-ά-θε-ση ουσ. (θηλ.) 1. συναισθηματική κατάσταση· ειδικότ. κέφι: αισιόδοξη/ανέμελη/άσχημη/ερωτική/ευχάριστη/εχθρική/κακή/καλή/μελαγχολική/φιλική ~. Γεγονός που επηρέασε τη ~ή της. Μην ξεκινάς με αρνητική ~ για τη δουλειά. -Θα έρθεις; -Δεν έχω ~. Μου χάλασε η ~ μ' αυτά που άκουσα. Ξαναβρήκα τη ~ή (= όρεξη) μου. Μου έφτιαξες τη ~ με τα αστεία σου!|| (ΨΥΧΟΛ.) Αλλαγές στην ψυχική ~.|| (ΨΥΧΙΑΤΡ.) Διαταραχές (της) ~ης (: συναισθηματικές διαταραχές). Βλ. κυκλοθυμία, μανιοκατάθλιψη. 2. παραχώρηση, παροχή, χορήγηση δικαιώματος χρήσης: δωρεάν ~ της αίθουσας. ~ περιουσίας/χρημάτων (σε κοινωφελή ιδρύματα). ~ προς πώληση.|| Αποσπάσεις-~έσεις προσωπικού. Βλ. μετάθεση. 3. διανομή, διακίνηση, πώληση: αποκλειστική/κεντρική/λιανική/χονδρική ~ τροφίμων. ~ κεφαλαίων/μετοχών. Εμπορία/προώθηση και ~. Απαγόρευση της ~ης του σκευάσματος. Τα σημεία ~ης του προϊόντος στην αγορά. Άρχισε η ~ των εισιτηρίων στο κοινό.|| Επεξεργασία και ~ τοξικών αποβλήτων. Πβ. απόρριψη. 4. ΓΡΑΜΜ. ιδιότητα του ρήματος που δηλώνει ότι το υποκείμενο δρα ή πάσχει ή βρίσκεται σε μία κατάσταση: ενεργητική (π.χ. τρέχω)/μέση (π.χ. χτενίζομαι)/ουδέτερη (π.χ. ηρεμώ)/παθητική (π.χ. ανατρέφομαι) ~. 5. ΙΑΤΡ. προδιάθεση: συγγενική αιμορραγική ~ (= αιμορροφιλία). ● διαθέσεις (οι): (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) προθέσεις, σκοποί: Οι επεκτατικές ~ ενός κράτους. Κινήθηκε με απειλητικές ~ προς το μέρος του. Ποιες είναι οι ~ της απέναντί του; Έδειξε αμέσως τις ~ του. Θα εξαρτηθεί από τις ~ του καιρού.|| (στον εν.) Επικρατεί διάθεση συνεργασίας. Βλ. κλίμα. ● ΦΡ.: (με) άγριες διαθέσεις: με όρεξη για καβγά ή με έντονη επιθυμία για κάτι: Ήρθε με ~ ~, έτοιμος να βάλει τις φωνές.|| Οι παίκτες μπήκαν στον αγώνα με ~ ~., βρίσκομαι/είμαι/παραμένω/τίθεμαι/στη διάθεση κάποιου 1. είμαι πρόθυμος να προσφέρω βοήθεια, τις υπηρεσίες μου σε κάποιον: Το προσωπικό μας είναι ~ ~ή σας για ό,τι/οτιδήποτε χρειαστείτε. 2. (για υπάλληλο) βρίσκομαι σε διαθεσιμότητα: Έχει τεθεί ~ ~ της υπηρεσίας του. 3. {συνήθ. στο γ' πρόσ.} για κάτι που παραχωρείται για αξιοποίηση, χρήση: Το υλικό είναι ~ ~ της Αστυνομίας., έχω στη διάθεσή μου: έχω τη δυνατότητα να αξιοποιήσω κάτι: ~εις στη ~ή σου αρκετό χρόνο για να αποφασίσεις., θέτω κάτι στη διάθεση κάποιου: παραχωρώ σε κάποιον το δικαίωμα να χρησιμοποιήσει κάτι: Έθεσε τα πορίσματα της έρευνας στη ~ των αρμοδίων., αποκομιδή και διάθεση απορριμμάτων βλ. απορρίμματα [< 1: αρχ. διάθεσις 2,3,5: γαλλ. disposition, γερμ. Verfügung 4: μτγν. διάθεσις] | |
| 30097 | διάθεση | με-λά-νη ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. μελάνι: αμπούλες ~ης. ● ΣΥΜΠΛ.: αόρατη/συμπαθητική μελάνη & αόρατο/συμπαθητικό μελάνι: που είναι άχρωμη και δεν φαίνεται παρά μόνο με ειδική επεξεργασία ή κατάλληλο τρόπο (θέρμανση, φως, χημικά): στιλό με ~ ~. Γράφω/σφραγίζω με ~ ~., σινική μελάνη: ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. ρευστό ή στερεό μείγμα αιθάλης, πηκτίνης και καμφοράς για ζωγραφική, σχεδίαση. ● ΦΡ.: έχει χυθεί/χύθηκε πολύ μελάνι/πολλή μελάνη βλ. χύνω, πριν στεγνώσει η μελάνη/το μελάνι ... βλ. μελάνι [< μτγν. μελάνη < μελανός] | |
| 12340 | διαθέσιμος | , η, ο δι-α-θέ-σι-μος επίθ. 1. που μπορεί να διατεθεί, να χρησιμοποιηθεί, που βρίσκεται στη διάθεση κάποιου: ~ος: εξοπλισμός/χρόνος. ~οι: πόροι/χώροι στάθμευσης. ~α: εισιτήρια. Άμεσα/ευρέως/μη ~. Αξιοποίηση ~ου υλικού. Προϊόντα ~α στην αγορά. Μελέτες ~μες στο διαδίκτυο. Ανεπαρκές ~ο ποσό στον λογαριασμό του πελάτη. Σύμφωνα με τις ~ες πληροφορίες ... Βασιζόμαστε στις ~ες γνώσεις/λύσεις. Πρόσβαση στις ~ες υπηρεσίες. Υπάρχουν ακόμη θέσεις ~ες (= άδειες, ελεύθερες). Μείωση των ~ων (= υπαρχουσών) πηγών ενέργειας. Ανάλογα με τα/με όλα τα ~α μέσα. Δεν υπάρχει ~ο απόθεμα, έχει εξαντληθεί. Επιλέξτε ένα από τα ~α χρώματα. 2. (για πρόσ.) εύκαιρος, πρόθυμος: Για τους φίλους είμαι πάντα ~. Θα είμαι ~ για ό,τι χρειαστείτε.|| Ποιες ώρες είναι ~ ο γιατρός (: δέχεται); ● Ουσ.: διαθέσιμα (τα): ΟΙΚΟΝ. αξίες και περιουσιακά στοιχεία που μπορούν να ρευστοποιηθούν αμέσως. [< γαλλ. disponible] | |
| 12341 | διαθεσιμότητα | δι-α-θε-σι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. προσωρινή παύση υπαλλήλου ή αξιωματικού από την υπηρεσία του: προσυνταξιοδοτική ~. Θέση σε ~. Τέθηκε σε ~ λόγω ασθένειας. Βλ. απόλυση, απομάκρυνση. 2. δυνατότητα διάθεσης ή χρήσης: ~ δικτύου/προϊόντων/υπηρεσιών. Έλεγχος ~ας. Κρατήσεις γίνονται κατόπιν ~ας του ξενοδοχείου (: εφόσον έχει διαθέσιμα δωμάτια). Ο ιστοχώρος βρίσκεται εκτός ~ας. Βλ. βιο~, -ότητα. ● ΣΥΜΠΛ.: πολεμική/τιμητική διαθεσιμότητα: ΣΤΡΑΤ. αποστράτευση αξιωματικού από την υπηρεσία λόγω τραυματισμού, με πλήρεις αποδοχές και κανονική προαγωγή. [< γαλλ. disponibilité] | |
| 12342 | διαθεσμικός | , ή, ό δι-α-θε-σμι-κός επίθ.: που έχει σχέση με περισσότερους από έναν θεσμούς: ~ός: διάλογος. ~ή: συμφωνία (για τη βελτίωση της νομοθεσίας). ~ό: όργανο. [< αγγλ. interinstitutional] | |
| 12343 | διαθέτης | δι-α-θέ-της ουσ. (αρσ.), διαθέτιδα & διαθέτρια (η) 1. ΝΟΜ. πρόσωπο που παραχωρεί περιουσιακά του στοιχεία με διαθήκη ή δωρητήριο: η βούληση/η υπογραφή του ~η. Ο ~ κληροδοτεί την περιουσία του στα παιδιά του. 2. (σπάν.) πάροχος: (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ δεδομένων/(ονλάιν) πληροφοριών/υπηρεσιών. Αποκλειστικός εκδότης και ~. Βλ. -θέτης. [< αρχ. διαθέτης 'αυτός που διευθετεί' 1: γαλλ. disposant 2: αγγλ. provider] | |
| 12344 | διαθέτω | δι-α-θέ-τω ρ. (μτβ.) {διέθε-σα (προφ.) διάθε-σα, διαθέ-σω, διατίθ-εται, -ενται (προφ. διαθέτ-εται, -ονται), διατέ-θηκε (λόγ. διετέθ-η, -ησαν, μτχ. διατεθ-είς, -είσα, -έν), διατε-θεί, διαθέτ-οντας, διατιθέ-μενος, διατε-θειμένος} (λόγ.) 1. με διακρίνει κάτι, έχω κάτι στην κατοχή μου· ειδικότ. προσφέρω κάτι σε άλλους για εκμετάλλευση ή χρήση: ~ει αντίληψη/αρετές/γνωριμίες/γνώσεις/δύναμη/εμπειρία/εξυπνάδα/ικανότητες/τα μέσα/μυαλό/προσόντα/φαντασία. ~ εισόδημα/κεφάλαιο/πόρους.|| Το ξενοδοχείο ~ει αίθουσα συνεδριάσεων/(άνετα) δωμάτια/κλιματισμό/πισίνα. Η πόλη ~ει αεροδρόμιο.|| Ο υπολογιστής ~ει (: είναι εξοπλισμένος με) επεξεργαστή ... Tο αυτοκίνητο ~ει συναγερμό. Διατίθεται διαμέρισμα/κατάστημα προς ενοικίαση/πώληση. Τα ~μενα ποσά. Βλ. προ~. ΑΝΤ. στερούμαι 2. παραχωρώ, δίνω, μεταβιβάζω σε κάποιον το δικαίωμα εκμετάλλευσης ή χρήσης αγαθού, συνήθ. έναντι χρηματικού ποσού: Η εταιρεία ~σε (στην αγορά/στο εμπόριο) τη νέα σειρά τηλεοράσεων (βλ. λανσάρω). Η τράπεζα ~σε δάνεια ύψους ... ευρώ. Σας παρακαλώ να μου ~σετε λίγο χρόνο. Το προϊόν ~εται (= προσφέρεται) δωρεάν/κατόπιν παραγγελίας/σε καταστήματα λιανικής πώλησης. Ο κατάλογος ~εται σε έντυπη/ηλεκτρονική μορφή. Η συσκευή ~εται αποκλειστικά από την αντιπροσωπεία/σε ποικιλία χρωμάτων. Ακίνητα που ~ενται προς πώληση. Έχουν ~θεί (= πουληθεί) ... εισιτήρια διαρκείας. Τα έσοδα από τη συναυλία θα ~θούν για φιλανθρωπικούς σκοπούς.|| ~σε (= προσέφερε) όλη του την περιουσία για την ίδρυση σχολείων. ● Παθ.: διατίθεμαι 1. (επίσ.) έχω τη διάθεση, προτίθεμαι να κάνω κάτι: Δεν ~εται να εξετάσει το ζήτημα. 2. έχω συγκεκριμένη στάση προς κάποιον ή κάτι: ~εται ευνοϊκά απέναντί τους. ~ενται θετικά στο ενδεχόμενο να ... Πβ. διάκειμαι. ● βλ. διατεθειμένος [< αρχ. διατίθημι, μεσν. διαθέτω, γαλλ. disposer] | |
| 12345 | διαθήκη | δι-α-θή-κη ουσ. (θηλ.) {διαθηκών} 1. ΝΟΜ. έγγραφο με το οποίο δηλώνεται η βούληση κάποιου για τον τρόπο διάθεσης της περιουσίας του μετά θάνατον: γνήσια ~. Δημόσια ~ (: συντάσσεται ενώπιον συμβολαιογράφου με παρόντες τρεις μάρτυρες ή δεύτερο συμβολαιογράφο και έναν μάρτυρα). Μυστική (: γράφεται και υπογράφεται ιδιωτικά, σφραγίζεται και παραδίδεται σε δικηγόρο ή συμβολαιογράφο, για να αναγνωστεί μετά τον θάνατο του διαθέτη) ~. Ιδιόγραφη ή ιδιόχειρη ~. Ανάκληση/άνοιγμα/προσβολή/σύνταξη ~ης. Ορίστηκε διαχειριστής της ~ης του θείου του. Με τη ~ του καθιστά τον γιο του γενικό κληρονόμο της περιουσίας του. Πέθανε χωρίς να αφήσει ~. Βλ. κληρονομιά, συν~. ΣΥΝ. διάταξη τελευταίας βούλησης 2. (μτφ.) παρακαταθήκη που κληροδοτούν οι παλαιότερες γενιές ή ειδικότ. μια προσωπικότητα στους μεταγενέστερους: πνευματική/πολιτική ~. Το έργο του είναι η ~ του στις επερχόμενες γενιές. Βλ. υποθήκη. ● ΣΥΜΠΛ.: Καινή Διαθήκη (συντομ. ΚΔ): ΕΚΚΛΗΣ. το δεύτερο μέρος των βιβλίων της Αγίας Γραφής (είκοσι επτά βιβλία: Ευαγγέλια, Πράξεις των Αποστόλων, Επιστολές, Αποκάλυψη), που αναφέρεται στα μετά τη γέννηση του Ιησού γεγονότα και στη νέα συμφωνία του Θεού με το ανθρώπινο γένος., Παλαιά Διαθήκη (συντομ. ΠΔ): ΕΚΚΛΗΣ. το πρώτο μέρος της Αγίας Γραφής, συλλογή σαράντα εννέα βιβλίων, γραμμένων κυρ. στην Εβραϊκή, τα οποία αναφέρονται στη δημιουργία του κόσμου, στην ιστορία και τη θρησκεία του ιουδαϊκού λαού: μετάφραση της ~άς ~ης στην Ελληνιστική Κοινή (: μετάφραση των Εβδομήκοντα)., εκτελεστής διαθήκης βλ. εκτελεστής [< 1: αρχ. διαθήκη 2: μτγν. ~] | |
| 12346 | διαθλά | [διαθλᾷ] δι-α-θλά ρ. (μτβ.) {διέθλα-σε, διαθλ-άσει, διαθλ-άται, -άστηκε, διαθλ-ώμενος, -ασμένος}: ΦΥΣ. προκαλεί διάθλαση: Το φως ~άται, καθώς διέρχεται από ένα μέσο σε άλλο.|| ~ώμενη: ακτίνα. ~ώμενο: κύμα. [< μτγν. διαθλῶ, γαλλ. réfracter] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ