Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [13220-13240]

IDΛήμμαΕρμηνεία
12347διάθλασηδι-ά-θλα-ση ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ. φαινόμενο κατά το οποίο παρατηρείται αλλαγή στην κατεύθυνση κύματος (ηλεκτρομαγνητικού, ηχητικού ή άλλου), όταν διέρχεται από ένα μέσο σε άλλο, διαφορετικών ιδιοτήτων: ~ ήχου/φωτός. Γωνία ~ης. Βλ. ανάκλαση, περίθλαση. ● ΣΥΜΠΛ.: δείκτης διάθλασης: συντελεστής ενδεικτικός της μεταβολής της ταχύτητας της ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας μέσα σε ένα μέσο, ο οποίος καθορίζει τη γωνία κατά την οποία κάμπτεται μια ακτίνα φωτός, όταν μεταβαίνει από ένα οπτικό μέσο σε ένα άλλο: απόλυτος (: στο κενό)/αρνητικός/θετικός ~ ~. [< γαλλ. réfraction]
12348διαθλασίμετροδι-α-θλα-σί-με-τρο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. όργανο υπολογισμού του δείκτη διάθλασης μιας ουσίας: οπτικό ~. Αυτόματο ~-κερατόμετρο (: για τη μέτρηση της διαθλαστικής κατάστασης του οφθαλμού). Βλ. -μετρο. [< γαλλ. réfractomètre]
12349διαθλαστικός, ή, ό δι-α-θλα-στι-κός επίθ.: ΦΥΣ. -ΤΕΧΝΟΛ. που συντελεί στη διάθλαση ή σχετίζεται με αυτή: ~ός: δείκτης/φακός. ~ό: τηλεσκόπιο (: εφοδιασμένο με σύστημα φακών, βλ. κατοπτρικό τηλεσκόπιο).|| (ΙΑΤΡ.) ~ή: ισχύς (του οφθαλμού). ~ά: προβλήματα όρασης. ● ΣΥΜΠΛ.: διαθλαστική ανωμαλία & διαθλαστικό σφάλμα: ΙΑΤΡ. αμετρωπία., διαθλαστική χειρουργική βλ. χειρουργική
12350δίαθλοδί-α-θλο ουσ. (ουδ.) {-ου κ. διάθλου} ΑΘΛ. 1. σύνθετο αγώνισμα των χειμερινών Ολυμπιακών Αγώνων που περιλαμβάνει χιονοδρομία (σκι) αντοχής και σκοποβολή με καραμπίνα, συνεχόμενα. 2. σύνθετο αγώνισμα που αποτελείται από δύο αθλήματα (συνήθ. αγώνα δρόμου αντοχής και ποδηλασία ή κολύμβηση), χωρίς διακοπή. Βλ. τρί-, πέντ-, έπτ-, δέκ-αθλο. [< 1: γαλλ.-αγγλ. biathlon, 1958, 2: αγγλ. duathlon, 1988]
12351διαθρεπτικός, ή, ό δι-α-θρε-πτι-κός επίθ.: διατροφικός.
12352διαθρέψωβλ. διατρέφω
12354διαθρυλείται[διαθρυλεῖται] δι-α-θρυ-λεί-ται ρ. {διαθρυλ-ούμενος} (σπάν.-απαιτ. λεξιλόγ.): φημολογείται, λέγεται πομπωδώς. [< αρχ. διαθρυλ(λ)ώ ‘κοινολογώ’]
12355διαιρεμένος, η, ο βλ. διαιρώ
12356διαίρεσηδι-αί-ρε-ση ουσ. (θηλ.) 1. χωρισμός ενός συνόλου σε μέρη: γεωγραφική/κοινωνική/ταξική ~. Διοικητική ~ της χώρας. ~ της ατμόσφαιρας (: σε στρώματα)/της ημέρας (: σε είκοσι τέσσερις ώρες). ~ σε ζώνες/κατηγορίες/ομάδες/περιόδους (πβ. διάκριση). Εθνικές/πολιτικές ~έσεις.|| (ΜΑΘ.-ΓΕΩΜ.) ~ γωνίας/περιφέρειας του κύκλου.|| (ΤΗΛΕΠ.) ~ συχνότητας.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ κελιών/πινάκων. ~ του σκληρού δίσκου.|| (ΒΙΟΛ.) Κυτταρική ~ (= μίτωση· πβ. διχοτόμηση). 2. ΜΑΘ. η αντίστροφη αριθμητική πράξη του πολλαπλασιασμού (σύμβ. το : ή /, «διά»): ακέραια/ευκλείδεια ~. Ατελής (: όταν υπάρχει υπόλοιπο)/τέλεια (: όταν δεν υπάρχει υπόλοιπο) ~. Βλ. αφαίρεση, πρόσθεση. 3. (μτφ.) διχασμός, διχόνοια, διασπαστικές τάσεις: ιστορική ~ των Εκκλησιών (πβ. σχίσμα). ● ΣΥΜΠΛ.: αναγωγική διαίρεση βλ. αναγωγικός [< 1: αρχ. διαίρεσις, γαλλ. partition 2,3: γαλλ. division]
12357διαιρετέος, α, ο δι-αι-ρε-τέ-ος επίθ.: που πρέπει να διαιρεθεί. Βλ. -τέος. Κυρ. στο ● Ουσ.: διαιρετέος (ο): ΜΑΘ. αριθμός που διαιρείται από τον διαιρέτη στην πράξη της διαίρεσης. [< γαλλ. dividende] [< αρχ. διαιρετέον]
12358διαιρέτηςδι-αι-ρέ-της ουσ. (αρσ.) {διαιρετών}: ΜΑΘ. αριθμός που διαιρεί τον διαιρετέο στην πράξη της διαίρεσης: Το 4 είναι ~ του 8.|| (ΗΛΕΚΤΡΟΝ.) ~ τάσης (: διάταξη δύο ή περισσότερων αντιστάσεων σε σειρά). ● ΣΥΜΠΛ.: μέγιστος κοινός διαιρέτης (ακρ. ΜΚΔ): ο μεγαλύτερος από τους διαιρέτες που είναι κοινοί για δύο ή περισσότερους αριθμούς: ~ ~ ακέραιων και πολυωνύμων. Ελάχιστο Κοινό Πολλαπλάσιο και ~ ~. [< μτγν. διαιρέτης ‘διανεμητής’, γαλλ. diviseur]
12359διαιρετικός, ή, ό δι-αι-ρε-τι-κός επίθ. (λόγ.): που προκαλεί διαίρεση, διάσπαση: ~ή: πολιτική. ~ές: τάσεις. Πβ. διχαστικός. ΑΝΤ. ενωτικός ● επίρρ.: διαιρετικά [< αρχ. διαιρετικός]
12360διαιρετός, ή, ό δι-αι-ρε-τός επίθ. 1. (λόγ.) που μπορεί να διαιρεθεί ή να μοιραστεί: κύλινδρος ~ σε δύο μέρη. ΑΝΤ. αδιαίρετος.|| (ΝΟΜ.) ~ή: παροχή. ~ά: δικαιώματα. 2. ΜΑΘ. (για αριθμό) που διαιρείται χωρίς να αφήνει υπόλοιπο. [< 1: αρχ. διαιρετός 2: γαλλ. divisible]
12361διαιρετότηταδι-αι-ρε-τό-τη-τα ουσ. (θηλ.) η ιδιότητα 1. του διαιρετού: (ΦΙΛΟΣ.) ~ της ύλης. ΑΝΤ. αδιαιρετότητα 2. ΜΑΘ. ενός αριθμού που μπορεί να διαιρεθεί από άλλον, χωρίς να μείνει υπόλοιπο. Βλ. -ότητα. [< γαλλ. divisibilité]
12362διαιρώ[διαιρῶ] δι-αι-ρώ ρ. (μτβ.) {διαιρ-είς ..., -ώντας | διαίρ-εσα, -έσει, -είται, -έθηκε, -ούμενος, -εμένος, -ώντας} 1. χωρίζω ένα σύνολο σε μέρη: Το βιβλίο ~είται σε ... ενότητες/κεφάλαια.|| Ο χρόνος ~είται σε δευτερόλεπτα/λεπτά/ώρες. Οι παίκτες ~ούνται σε δυο ομάδες. Η περιοχή ~έθηκε διοικητικά σε περιφέρειες. Πβ. κατηγοριοποιώ.|| (ΝΟΜ.) ~εμένη: ιδιοκτησία.|| ~ούμενο πίσω κάθισμα (: αναδιπλούμενο, ανακλινόμενο). ~ούμενα: ηχεία. Κλιματιστικό ~ούμενου τύπου (: που αποτελείται από μία εσωτερική και μία εξωτερική μονάδα). 2. ΜΑΘ. εκτελώ την πράξη της διαίρεσης: ~ το δέκα με το δύο (= δέκα διά δύο). Το δώδεκα ~είται διά του/με το έξι. Βλ. αφαιρώ, προσθέτω. ΑΝΤ. πολλαπλασιάζω (1) 3. (μτφ.) προκαλώ διχασμό, διχόνοια: Οι ειδικοί ~έθηκαν πάνω στο συγκεκριμένο θέμα (: υπήρξε διάσταση απόψεων). ● ΦΡ.: διαίρει και βασίλευε βλ. βασιλεύω [< 1: αρχ. διαιρῶ 2,3: γαλλ. diviser]
12363διαισθάνομαιδι-αι-σθά-νο-μαι ρ. (μτβ) {διαισθάν-θηκα, -όμενος} (λόγ.): καταλαβαίνω με τη βοήθεια της διαίσθησης, προαισθάνομαι κάτι: ~ την απειλή/τον κίνδυνο. ~ ότι κάτι καλό θα συμβεί. ~θηκε αμέσως την κρισιμότητα της κατάστασης. Πβ. διαβλέπω, διακρίνω, μαντεύω, ψυχανεμίζομαι. [< αρχ. διαισθάνομαι]
12364διαίσθησηδι-αί-σθη-ση ουσ. (θηλ.): ενορατική, μη λογική, αντίληψη, προαίσθηση: γυναικεία ~. Η ~ή μου μού λέει ότι ... Ακολουθεί/εμπιστεύεται πάντα τη ~ή του. Καθοδηγείται από τη ~. Πβ. διόραση, διορατικότητα, έκτη αίσθηση, ενόραση, ένστικτο. [< μτγν. διαίσθησις, γαλλ. intuition]
12365διαισθητικός, ή, ό δι-αι-σθη-τι-κός επίθ.: που είναι αποτέλεσμα της διαίσθησης· (για πρόσ.) που διαισθάνεται κάτι: ~ή: αντίληψη του κόσμου/γνώση (βλ. επιστημονική)/ικανότητα/σκέψη. ~ές: δυνάμεις. ~ά: όνειρα.|| (ΤΗΛΕΠ.) ~ό: μενού (πλοήγησης).|| Εξαιρετικά ~ και διορατικός. Πβ. ενορατικός. ● επίρρ.: διαισθητικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< γαλλ. intuitif]
12366διαισθητικότηταδι-αι-σθη-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ικανότητα διαίσθησης.
12367δίαιταδί-αι-τα ουσ. (θηλ.) {-ας (λόγ.) -αίτης} 1. ειδική διατροφική αγωγή που βασίζεται στον περιορισμό και την επιλογή της τροφής που καταναλώνεται με σκοπό συνήθ. την απώλεια (ή τη διατήρηση) βάρους για λόγους υγείας ή αισθητικής: αποτελεσματική/αυστηρή/εξαντλητική/(νέα) επαναστατική/θεραπευτική/θερμιδική/ισορροπημένη ~. (Υπο)θερμιδική ~. Ειδικές ~ες για αθλητές/διαβητικούς/υπερτασικούς (πβ. άναλη ~). ~-εξπρές. ~ βασισμένη/πλούσια σε πρωτεΐνες (= πρωτεϊνική ~). Πρόγραμμα ~ας. Αρχίζω/κάνω/ξεκινώ ~. Σπάω/σταματώ/συνεχίζω/τηρώ τη ~. Είναι/υποβλήθηκε σε ~. 2. διατροφική συνήθεια: η ελληνική/κρητική ~ (= διατροφή). Βλ. κουζίνα.|| Κακή ~ και καθιστική ζωή.διαίτης: με χαμηλή θερμιδική αξία ή μειωμένη περιεκτικότητα, συνήθ. σε ζάχαρη ή λιπαρά: αναψυκτικά/κουλουράκια ~. Συνταγές ~. Τσάι/χάπια ~ (= αδυνατίσματος). Πβ. λάιτ. ΣΥΝ. διαιτητικός1 ● ΣΥΜΠΛ.: χημική δίαιτα: βασισμένη στην κατανάλωση συγκεκριμένης ομάδας τροφών που συνδυάζουν τη χαμηλή περιεκτικότητα σε θερμίδες με την παροχή υψηλής ενέργειας: επικίνδυνες ~ές ~ες και δίαιτες-αστραπή., άναλος/η δίαιτα βλ. άναλος, μεσογειακή διατροφή βλ. μεσογειακός, συμπλήρωμα (διατροφής)/διατροφικό(/διαιτητικό) συμπλήρωμα βλ. συμπλήρωμα, υδρική δίαιτα βλ. υδρικός [< αρχ. δίαιτα, γαλλ. diète, αγγλ. diet, γερμ. Diät]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.