Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [13240-13260]

IDΛήμμαΕρμηνεία
12368διαιτησίαδι-αι-τη-σί-α ουσ. (θηλ.) {διαιτησιών} 1. ΑΘΛ. επίβλεψη της εφαρμογής των κανονισμών αθλητικού αγώνα από πρόσωπο αρμόδιο γι' αυτό τον σκοπό· συνεκδ. διαιτητής: αντικειμενική/δίκαιη/κακή ~. ~ ποδοσφαίρου.|| Αιχμές κατά της ~ας. Οι παίχτες έχουν παράπονα από τη/είναι ευχαριστημένοι με τη ~. 2. ΝΟΜ. διευθέτηση διαφορών μεταξύ ενδιαφερόμενων μερών (κρατών, ατόμων ή φορέων) με τη διαμεσολάβηση τρίτων, συνήθ. κατόπιν κοινής συμφωνίας: διεθνής ~. Οργανισμός Μεσολάβησης και ~ας (ακρ. ΟΜΕΔ). Διεθνές Δικαστήριο/Επιτροπή ~ας. Παραπομπή/προσφυγή (των δύο πλευρών) σε ~. Οι υπό ~ διαφορές. Βλ. επι~. ● ΣΥΜΠΛ.: παρατηρητής διαιτησίας (στο ποδόσφαιρο): ΑΘΛ. πρόσωπο το οποίο βαθμολογεί τους διαιτητές ενός αγώνα. [< γαλλ. arbitrage]
12369διαιτητεύωδι-αι-τη-τεύ-ω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {διαιτήτευ-σε} 1. ΑΘΛ. είμαι διαιτητής σε αθλητικό αγώνα: ~ει ποδοσφαιρικά παιχνίδια. Το ντέρμπι ~σε με επιτυχία ο ... 2. (λόγ.) μεσολαβώ για την επίλυση διαφορών μεταξύ αντίπαλων πλευρών. [< γαλλ. arbitrer]
12370διαιτητήςδι-αι-τη-τής ουσ. (αρσ. + θηλ.) {σπάν. θηλ. διαιτήτρια} 1. ΑΘΛ. πρόσωπο εξουσιοδοτημένο για την τήρηση των κανονισμών σε αθλητικό αγώνα: διεθνής ~. Βοηθοί ~ή (Α΄και Β΄, πβ. επόπτης (γραμμών)). Ο ~ έδωσε κόκκινη κάρτα/τεχνική ποινή στον ... Ο ~ σφύριξε τη λήξη του αγώνα/πέναλτι/φάουλ. Πβ. διαιτησία, ρέφερι. 2. ΝΟΜ. πρόσωπο ή φορέας στον οποίο έχει ανατεθεί η επίλυση διαφοράς μεταξύ αντίπαλων πλευρών: φορολογικός ~. Πβ. μεσολαβητής. Βλ. επι~.|| Κάνω τον ~ή. Πβ. τροχονόμος. ● ΣΥΜΠΛ.: τέταρτος διαιτητής: υποβοηθεί το έργο του διαιτητή, τον οποίο (ή και τους βοηθούς) αντικαθιστά άμεσα σε περίπτωση τραυματισμού και εποπτεύει την εκτός αγωνιστικού χώρου περιοχή από τη θέση του μεταξύ των δύο πάγκων: Ο ~ ~ δείχνει τρία λεπτά καθυστέρηση/σηκώνει το ταμπελάκι για αλλαγή. Με υπόδειξη του ~ου ~ή. [< 1: γαλλ. arbitre 2: αρχ. διαιτητής]
12371διαιτητικός1, ή, ό δι-αι-τη-τι-κός επίθ.: που στοχεύει στη δίαιτα ή αναφέρεται σε αυτή: ~ή: αγωγή/αντιμετώπιση/θεραπεία/πρόσληψη (ασβεστίου). ~ό: μενού/συμπλήρωμα. ~ές: ανάγκες/οδηγίες/συνήθειες (= διατροφικές)/συνταγές/τροφές. ~ά: προϊόντα. ● Ουσ.: διαιτητική (η): ΙΑΤΡ. διαιτολογία. Βλ. διατροφολογία. ● ΣΥΜΠΛ.: φυτικές/διαιτητικές ίνες: ουσίες φυτικής προέλευσης που δεν μετασχηματίζονται κατά την πέψη και βοηθούν στη διατήρηση της καλής λειτουργίας του πεπτικού συστήματος: Οι ~ ~ βρίσκονται στα δημητριακά, όσπρια, φρούτα και λαχανικά. Βλ. κυτταρίνη, λιγνίνη, πηκτίνη. [< αρχ. διαιτητικός, γαλλ. diététique, αγγλ. dietetic]
12372διαιτητικός2, ή, ό δι-αι-τη-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη διαιτησία: ~ή: απόφαση (ακρ. ΔΑ)/εύνοια/ρήτρα. ~οί: κανόνες. ● ΣΥΜΠΛ.: Διαιτητικό Δικαστήριο βλ. δικαστήριο [< μτγν. διαιτητικός]
12373διαιτολογίαδι-αι-το-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. επιστήμη που ασχολείται με τη διατροφή των ανθρώπων και ειδικότ. ομάδων με συγκεκριμένες ανάγκες ή στόχους (αθλητών, ασθενών, εγκύων, υπέρβαρων): εφαρμοσμένη/κλινική ~. Κέντρο αδυνατίσματος και ~ας. Βλ. διατροφολογία, θερμίδα, -λογία. ΣΥΝ. διαιτητική [< γαλλ. diététique, αγγλ. dietetics]
12374διαιτολογικός, ή, ό δι-αι-το-λο-γι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τη διαιτολογία: ~ή: αγωγή/παρακολούθηση/υποστήριξη. ~ό: γραφείο/κέντρο. [< αγγλ. dietologic(al)]
12375διαιτολόγιοδι-αι-το-λό-γι-ο ουσ. (ουδ.): πρόγραμμα διατροφής που ρυθμίζει το είδος και την ποσότητα των τροφών τις οποίες πρέπει να λαμβάνει ο οργανισμός και συνεκδ. το σχετικό βιβλίο: εβδομαδιαίο/εξατομικευμένο/υγιεινό ~. ~ πλούσιο σε θρεπτικές αξίες. Οι πρωταθλητές ακολουθούν αυστηρό ~. Το καθημερινό ~ πρέπει να περιλαμβάνει βιταμίνες, ανόργανα άλατα και ιχνοστοιχεία. Βλ. -λόγιο. [< γαλλ. régime]
12376διαιτολόγοςδι-αι-το-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας ειδικευμένος στη διαιτολογία: κλινικός~-διατροφολόγος. Βλ. -λόγος. [< γαλλ. diététicien, αγγλ. dietitian]
12377διαιωνίζωδι-αι-ω-νί-ζω ρ. (μτβ.) {διαιώνι-σε, διαιωνί-σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, διαιωνιζ-όμενος, διαιωνι-σμένος, διαιωνίζ-οντας} 1. συμβάλλω ώστε να διαρκέσει κάτι για εξαιρετικά μεγάλο χρονικό διάστημα ή για πάντα: ~εται το είδος.|| (μτφ.) Παλιά ενθύμια για να ~εται η μνήμη. 2. (μτφ.) παρατείνω απεριόριστα αρνητική κατάσταση ή πρόβλημα: η κατάσταση αυτή ~εται μέχρι σήμερα. Ο κοινωνικός αποκλεισμός ~ει το καθεστώς ανισότητας. ~όμενες: συγκρούσεις. ΣΥΝ. αναπαράγω (2) [< 1: μτγν. διαιωνίζω 2: γερμ. verewigen]
12378διαιώνισηδι-αι-ώ-νι-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του διαιωνίζω: ~ του (ανθρώπινου) είδους/της ζωής.|| ~ της παράδοσης. Πβ. διατήρηση.|| (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) ~ της αδικίας/της βίας. [< γερμ. Verewigung]
12379διακαής, ής, ές δι-α-κα-ής επίθ. {διακα-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (λόγ.): φλογερός, θερμός. ● επίρρ.: διακαώς [-ῶς] (λόγ.) ● ΣΥΜΠΛ.: διακαής πόθος: έντονη επιθυμία: Είχε ~ή ~ο να ... Πβ. ακατανίκητος, ακατασίγαστος, διάπυρος, σφοδρός, φλογερός. [< μτγν. διακαής ‘καυτός’]
12380ΔιακαινήσιμοςΔι-α-και-νή-σι-μος ουσ. (θηλ.) {Διακαινησίμου}: ΕΚΚΛΗΣ. η εβδομάδα από την Κυριακή του Πάσχα ως την Κυριακή του Θωμά. [< μεσν. διακαινήσιμος]
12381διακαναλικός, ή, ό δι-α-κα-να-λι-κός επίθ.: ΜΜΕ που πραγματοποιείται και μεταδίδεται ταυτόχρονα από δύο ή περισσότερα κανάλια: ~ός: τηλεμαραθώνιος. ~ή: εκπομπή/συζήτηση. ~ή συνέντευξη Τύπου του πρωθυπουργού. [< αγγλ. interchannel]
12382διακανονίζωδι-α-κα-νο-νί-ζω ρ. (μτβ.) {διακανόνι-σε, -σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, -σμένος, διακανονίζ-οντας}: διευθετώ, τακτοποιώ οικονομικό ή άλλο θέμα, συνήθ. συναινετικά, ακολουθώντας συγκεκριμένη διαδικασία: ~ (φορολογικές) απαιτήσεις/αποζημιώσεις/υποχρεώσεις. Η συνθήκη ~σε τα ζητήματα της ανταλλαγής των πληθυσμών. Υποθέσεις που ~ονται εξωδίκως. Η εξόφληση του ποσού ~στηκε σε ... δόσεις. Χρέη ~σμένα για τα επόμενα ... χρόνια. Πβ. ρυθμίζω. [< γαλλ. régler, réglementer]
12383διακανονισμόςδι-α-κα-νο-νι-σμός ουσ. (αρσ.): διευθέτηση, τακτοποίηση: άτοκος/πολιτικός/χρηματικός ~. ~ διαζυγίου/διαφορών/ζημιών/λογαριασμών/οφειλών/πληρωμών/συναλλαγών. Ήρθε/κατέληξε/προέβη σε ~ό. Πβ. ρύθμιση. ● ΣΥΜΠΛ.: φιλικός διακανονισμός/φιλική δήλωση (τροχαίου ατυχήματος): εύκολος και γρήγορος τρόπος αποζημίωσης του ανυπαίτιου οδηγού από την ασφαλιστική του εταιρεία: έντυπο ~ού ~ού/~ής ~ης., Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών βλ. τράπεζα [< γαλλ. règlement, réglementation]
12384διακανονιστήςδι-α-κα-νο-νι-στής ουσ. (αρσ.): επαγγελματίας που εξετάζει τις ασφαλιστικές διεκδικήσεις ή τις απαιτήσεις για ζημίες και προτείνει διακανονισμό: ~ αποζημιώσεων. Βλ. εμπειρογνώμονας. [< αγγλ. adjuster]
12385διακατέχειδι-α-κα-τέ-χει ρ. (μτβ.) {διακατ-είχε, διακατεχ-όμενος}: (συνήθ. για συναισθήματα) καταλαμβάνει, κυριεύει: Τον ~ το άγχος/η αγωνία/η ανασφάλεια/η ανησυχία για το μέλλον/ενθουσιασμός/μίσος/οργή. Με ~ (απ)αισιοδοξία. Πανικός ~ την αγορά. ΣΥΝ. κατέχει (2) ● Παθ.: διακατέχομαι: κυριαρχούμαι από έντονα συναισθήματα: ~ από αγάπη για την πατρίδα/διάθεση για μάθηση/εμπάθεια/προκαταλήψεις. ~εται από πνεύμα ανταγωνισμού. ~όμενος από υπερβάλλοντα ζήλο ... ΣΥΝ. διαπνέομαι, εμφορούμαι, κατέχομαι [< μτγν. διακατέχω ‘αναχαιτίζω, κατέχω’]
12386διακαώςβλ. διακαής
12387διάκειμαιδι-ά-κει-μαι ρ. (αμτβ.) {-εισαι, -ειται, -είμεθα, -εισθε, -εινται, μτχ. διακείμενος, -η, -ο} (λόγ.): τηρώ ορισμένη στάση, έχω συγκεκριμένη διάθεση απέναντι σε κάποιον ή κάτι: ~ειται δυσμενώς/ευμενώς/ευνοϊκά/εχθρικά/θετικά απέναντί τους. ● ΦΡ.: φιλικά/φίλα διακείμενος/προσκείμενος βλ. φίλα [< αρχ. διάκειμαι ‘βρίσκομαι σε μια κατάσταση, τακτοποιούμαι]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.