Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [13260-13280]

IDΛήμμαΕρμηνεία
12388διακειμενικός, ή, ό δι-α-κει-με-νι-κός επίθ.: ΛΟΓΟΤ. -ΓΛΩΣΣ. που σχετίζεται με τη διακειμενικότητα: ~ή: ανάλυση/λειτουργία/προσέγγιση. ~ές: αναφορές/σχέσεις. [< γαλλ. intertextuel, αγγλ. intertextual, 1973]
12389διακειμενικότηταδι-α-κει-με-νι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΛΟΓΟΤ. -ΓΛΩΣΣ. (ως κειμενική λειτουργία) η συγχρονική και διαχρονική σχέση μεταξύ κειμένων, το σύνολο των έμμεσων και άμεσων αναφορών ενός λογοτεχνικού έργου σε άλλα και η αντίστοιχη θεωρία: εμφανής/εξωτερική/εσωτερική/συστατική ~. [< γαλλ. intertextualité, 1967, αγγλ. intertextuality, 1972]
12390διακείμενοδι-α-κεί-με-νο ουσ. (ουδ.): ΛΟΓΟΤ. -ΓΛΩΣΣ. κείμενο που σχετίζεται με άλλα, ειδικότ. που αντλεί από προγενέστερα ή ενσωματώνει μεταγενέστερα. [< γαλλ. intertexte, αγγλ. intertext, 1974]
12391διακεκαυμένος, η, ο δι-α-κε-καυ-μέ-νος επίθ.: ΓΕΩΓΡ. κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: διακεκαυμένη/τροπική ζώνη: τμήμα της Γης που βρίσκεται ανάμεσα στον τροπικό του Καρκίνου και τον τροπικό του Αιγόκερω και εκτείνεται βόρεια και νότια του Ισημερινού. [< μτγν. διακεκαυμένη ζώνη, γαλλ. zone torride/tropicale]
12392διακεκομμένος, η, ο δι-α-κε-κομ-μέ-νος επίθ.: που εμφανίζει κενά διαστήματα, διαλείμματα, διακοπές ή ασυνέχειες: ~ος: ήχος (ΑΝΤ. αδιάκοπος, ασταμάτητος)/ύπνος.|| (στο οδόστρωμα) ~η: γραμμή (: επιτρέπεται η προσπέραση). ~ο: ωράριο εργασίας (π.χ. εννιά π.μ. με δύο μ.μ., πέντε με οχτώ μ.μ.). Πβ. ασυνεχής. ΑΝΤ. συνεχής (1) ● επίρρ.: διακεκομμένα ● ΣΥΜΠΛ.: διακεκομμένη/διακοπτόμενη συνουσία βλ. συνουσία ● βλ. διακόπτω [< μτγν. διακεκομμένος, γαλλ. interrompu]
12393διακεκριμένος, η, ο δι-α-κε-κρι-μέ-νος επίθ. (λόγ.) 1. (μτφ.) που έχει διακριθεί σε έναν χώρο για τα προσόντα του ή την προσφορά του, σημαντικός: ~ος: επιστήμονας/καλλιτέχνης. ~η: προσωπικότητα. ~α: μέλη/στελέχη. Διεθνώς ~οι καθηγητές. Ένας από τους πιο ~ους συγγραφείς. Πβ. διαπρεπής, διάσημος, έγκριτος, εξέχων, επιφανής, φημισμένος.|| ~ο: έργο/ίδρυμα/πανεπιστήμιο (πβ. ονομαστός).|| Εταιρεία που παρέχει ~ες υπηρεσίες στον τομέα ... 2. που διαφέρει, ξεχωρίζει από κάποιον ή κάτι άλλο: ~ες: στήλες (πβ. διαχωρισμένες). Σαφώς ~α μεταξύ τους ζητήματα/όρια/τμήματα (πβ. διαφορετικός, ξεχωριστός). 3. ΝΟΜ. που αναφέρεται σε εξαιρετικά σοβαρή αξιόποινη πράξη: ~η: κλοπή/οπλοκατοχή. ~ες: φθορές (ξένης ιδιοκτησίας). ● επίρρ.: διακεκριμένα & (λόγ.) -ως ● ΣΥΜΠΛ.: διακεκριμένη θέση: προνομιακή θέση που εξασφαλίζεται με ακριβότερο εισιτήριο ή/και προορίζεται για τους επισήμους: (σε αεροπλάνο, πλοίο, τρένο:) ~ ~ για πτήσεις εξωτερικού. Επιβάτες/καμπίνα/σαλόνι (της) ~ης ~ης. Πβ. πρώτη θέση.|| ~ ~ σε γήπεδο/θέατρο. Βλ. βιπ. ΑΝΤ. οικονομική θέση (1) ● βλ. διακρίνω [< μτχ. παθ. παρακ. του ρ. διακρίνω, γαλλ. distingué]
12394διάκενοδι-ά-κε-νο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ένου}: κενός ενδιάμεσος χώρος: ~ αέρα/βαλβίδων/δοντιών (τρυπανιού). Τοίχος με ~. Πλάκες/πλέγμα με ~α.|| (ΤΥΠΟΓΡ.) ~ γραμμών (πβ. διάστημα, διάστιχο). Βλ. περιθώριο, χάσμα. [< μτγν. τά διάκενα, γερμ. Zwischenraum]
12395διάκεντροςδι-ά-κε-ντρος ουσ. (θηλ.): ΜΑΘ. ευθύγραμμο τμήμα που ενώνει τα κέντρα δύο κύκλων ή δύο σφαιρών.
12396διακηρυκτικός, ή, ό δι-α-κη-ρυ-κτι-κός επίθ. (λόγ.): που έχει τον χαρακτήρα διακήρυξης: ~ός: λόγος. ~ό: κείμενο. ~ές: αρχές/θέσεις. ● επίρρ.: διακηρυκτικά [< μτγν. διακηρυκτικός, γαλλ. déclaratif]
12397διακήρυξηδι-α-κή-ρυ-ξη ουσ. (θηλ.) 1. έντυπη, επίσημη ανακοίνωση αποφάσεων: ~ δημοπρασίας/διαγωνισμού/έργου. Αριθμός/τεύχος ~ης. Δημοσίευση/όροι της ~ης. Πβ. αναγγελία, γνωστοποίηση, προκήρυξη. 2. επίσημο κείμενο με το οποίο δηλώνονται θεμελιώδεις αρχές ή ανακοινώνεται και επικυρώνεται συμφωνία μεταξύ κρατών για συγκεκριμένα ζητήματα: ιδεολογική/ιδρυτική/περιβαλλοντική/πολιτική ~. Οικουμενική ~ των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Πβ. μανιφέστο.|| ~ συνεργασίας/φιλίας και καλής γειτονίας. Κοινή ~ για τα πυρηνικά.διακηρύξεις (οι): εξαγγελίες: κυβερνητικές/προεκλογικές ~ και δεσμεύσεις (= υποσχέσεις). Απάντηση στις ~ του Υπουργείου (= διαβεβαιώσεις). [< μτγν. διακήρυξις, γαλλ. proclamation]
12398διακηρύσσωδι-α-κη-ρύσ-σω ρ. (μτβ.) {διακήρυ-ξε (λόγ.) διεκήρυ-ξε, -χθηκε κ. -χτηκε, -γμένος, διακηρύσσ-οντας} & (λόγ.) διακηρύττω 1. ανακοινώνω επίσημα, εξαγγέλλω αρχές ή αποφάσεις: Το Σύνταγμα ~ει στο άρθρο ... ότι ... Ο Δήμος ~ει δημοπρασία για την κατασκευή του έργου. Η επιτροπή/ο πρωθυπουργός ~ξε ότι ... ~γμένη: πολιτική. 2. δηλώνω κατηγορηματικά, κοινοποιώ· αρνητ. συνυποδ. διατυμπανίζω, διαλαλώ: ~ει την πίστη του ... (πβ. διαδηλώνω). Ο κατηγορούμενος ~ει την αθωότητά του. ~γμένος στόχος/~γμένη (πρό)θεση της κυβέρνησης αποτελεί ... [< 1: μτγν. διακηρύσσω, γαλλ. proclamer]
12399διακινδύνευσηδι-α-κιν-δύ-νευ-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του διακινδυνεύω: ~ της ασφάλειας των τροφίμων/της δημόσιας τάξης. Πβ. διακύβευση. Βλ. κίνδυνος.|| Υψηλή ~. Κοινωνία της ~ης. Πβ. ρίσκο.|| Σεισμική ~ κατασκευών. Πβ. επικινδυνότητα.
12400διακινδυνεύωδι-α-κιν-δυ-νεύ-ω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {διακινδύνευ-σα, διακινδυνεύ-σω, -οντας} (λόγ.) 1. (εκ)θέτω σε κίνδυνο: Μην ~εις την υγεία/τα χρήματά σου! ~ει τα πάντα για κάτι αβέβαιο. ~εται η ασφάλεια της χώρας/η φήμη της εταιρείας.|| ~σε για τα πιστεύω του (: έθεσε τον εαυτό του σε κίνδυνο). Πβ. διακυβεύω, ριψοκινδυνεύω. 2. τολμώ κάτι με κίνδυνο να αποτύχω ή να υποστώ αρνητικές συνέπειες: ~ μια απάντηση/μια πρόβλεψη/κάποιο σχόλιο. Πβ. ρισκάρω. [< αρχ. διακινδυνεύω, αγγλ. endanger]
12401διακίνησηδι-α-κί-νη-ση ουσ. (θηλ.) 1. μεταφορά, διανομή αγαθών· μετακίνηση ανθρώπων: ~ εμπορευμάτων/εντύπων/προϊόντων/πρώτων υλών. Ελεύθερη ~ κεφαλαίων. Διασυνοριακές ~ήσεις.|| ~ επιβατών/φοιτητών.|| Παράνομη ~ (λαθρο)μεταναστών (βλ. λαθρο~)/όπλων (πβ. διάθεση)/(και εμπορία) παιδιών (πβ. τράφικινγκ). Κέντρο ~ης ναρκωτικών. 2. (μτφ.) διάδοση: ~ ιδεών. Πβ. εξάπλωση.|| (ΔΙΑΔΙΚΤ.) ~ πληροφοριών. Σύλληψη για ~ υλικού παιδικής πορνογραφίας. [< μτγν. διακίνησις ‘ελαφρά κίνηση’]
12402διακινητήςδι-α-κι-νη-τής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. διακινήτρια}: αυτός που διακινεί κάτι, συνήθ. προϊόντα, ανθρώπους και σπανιότ. πνευματικά αγαθά: ~ καυσίμων/τροφίμων. Πβ. μεταφορέας.|| Χρήστης και ~ ναρκωτικών (πβ. βαποράκι, ντίλερ). Δίκτυο/κύκλωμα ~ών λαθρομεταναστών. Βλ. λαθρο~, μικρο~.|| ~ βιβλίων.
12403διακινώ[διακινῶ] δι-α-κι-νώ ρ. (μτβ.) {διακιν-είς ... | διακίν-ησα, -ήσω, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ώντας, -ούμενος} 1. (για ανθρώπους ή αγαθά) διανέμω, μεταφέρω: ~ εμπορεύματα/καύσιμα. Οι επιβάτες ~ούνται (= μετακινούνται) με πλοία της γραμμής. ~ήθηκαν κεφάλαια/χρήματα. ~ήθηκαν όλα τα έντυπα (πβ. κυκλοφορώ)/ερωτηματολόγια (= μοιράστηκαν). ~ούμενα: προϊόντα.|| ~ούν ναρκωτικά (πβ. πλασάρω)/όπλα. 2. (μτφ.) διαδίδω, προωθώ: ~ούνται νέες ιδέες. Πβ. εξαπλώνω. ● ΣΥΜΠΛ.: διακινούμενος εργαζόμενος βλ. εργαζόμενος [< αρχ. διακινῶ ‘αναστατώνω, διεγείρω’]
12404διακλαδίζεταιδι-α-κλα-δί-ζε-ται ρ. (αμτβ.) {διακλαδί-στηκε, -στεί, διακλαδιζ-όμενος, διακλαδι-σμένος} & διακλαδώνεται 1. (μτφ.) χωρίζεται σε επιμέρους τμήματα, ακολουθεί διαφορετικές κατευθύνσεις: Ο δρόμος/η σιδηροδρομική γραμμή ~. Ο ποταμός ~ στις εκβολές σχηματίζοντας δέλτα.|| Τα αγγεία/νεύρα ~ονται.|| (ΧΗΜ.) ~σμένα: πολυμερή. 2. (κυριολ., για κεντρικό τμήμα φυτού) χωρίζεται σε κλαδιά ή απλώνει ρίζες: Το αμπέλι αναρριχάται και ~ σε ορισμένο ύψος. ~σμένος: βλαστός. [< γαλλ. se ramifier, s' embrancher, γερμ. verzweigen]
12405διακλαδικός, ή, ό δι-α-κλα-δι-κός επίθ.: που συντελείται μεταξύ διαφορετικών κλάδων: ~ή: επιστήμη/έρευνα/προσέγγιση/συνεργασία. Πβ. διατομεακός. Βλ. διεπιστημον-, πολυκλαδ-ικός.|| (ΣΤΡΑΤ.) ~ή: άσκηση (: με τη συμμετοχή και των τριών κλάδων των Ενόπλων Δυνάμεων)/εκπαίδευση. ● επίρρ.: διακλαδικά [< αγγλ. interbranch]
12406διακλαδικότηταδι-α-κλα-δι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του διακλαδικού: η ~ των Ενόπλων Δυνάμεων/τεχνών. Βλ. -ότητα.
12407διακλάδωσηδι-α-κλά-δω-ση ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) διαίρεση ενός κεντρικού κορμού σε επιμέρους τμήματα και συνεκδ. το καθένα από τα τμήματα αυτά: ~ του καναλιού/κυκλώματος. Βλ. κόμβος.|| ~ώσεις του αγωγού (: σωληνώσεις)/του ποταμού (= παρακλάδια)/του σιδηροδρομικού δικτύου (: γραμμές).|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Εντολή ~ης.|| Η ~ δεξιά οδηγεί στα χωριά (πβ. διασταύρωση, διχάλα).|| (ΧΗΜ.) ~ στην ανθρακική αλυσίδα.|| (ΙΑΤΡ.) ~ των αγγείων/των βρόγχων/του DNA. 2. ΒΟΤ. διαίρεση κεντρικού τμήματος ενός φυτού σε κλαδιά: ~ώσεις του κορμού (πβ. παρακλάδι)/της ρίζας. [< γαλλ. ramification, (em)branchement, γερμ. Verzweigung]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.