| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 12408 | διακλαδωτής | δι-α-κλα-δω-τής ουσ. (αρσ.) & διακλαδωτήρας: ΗΛΕΚΤΡ. συσκευή σχήματος Τ, σταυρού ή γωνίας για τη σύνδεση καλωδίων και ειδικότ. εξάρτημα που πετυχαίνει διακλάδωση στη γραμμή τροφοδοσίας ηλεκτρικού ρεύματος: ~ δικτύου/κεραίας. Ενισχυτής-~. | |
| 12409 | διακλαδωτός | , ή, ό δι-α-κλα-δω-τός επίθ. (σπάν.): που σχηματίζει διακλαδώσεις: ~ό: σύστημα. Βλ. γραμμικός. ● επίρρ.: διακλαδωτά | |
| 12410 | διάκλαση | δι-ά-κλα-ση ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΛ. ρηξιγενής επιφάνεια της οποίας τα τμήματα δεν έχουν υποστεί σημαντική μετατόπιση: ρήγματα και ~άσεις. Βλ. πτυχές. [< μτγν. διάκλασις 'θρυμματισμός', γαλλ. diaclase, αγγλ. diaclasis] | |
| 12411 | διακοινοβουλευτικός | , ή, ό δι-α-κοι-νο-βου-λευ-τι-κός επίθ.: ΠΟΛΙΤ. που αναφέρεται ή συντελείται ανάμεσα σε κοινοβουλευτικές ομάδες δύο ή περισσότερων χωρών: ~ή: διάσκεψη/επιτροπή/συνεργασία. ~ό: συνέδριο. ● επίρρ.: διακοινοβουλευτικά [< γαλλ. interparlementaire] | |
| 12412 | διακοινοτικός | , ή, ό δι-α-κοι-νο-τι-κός επίθ.: που αναφέρεται ή συντελείται ανάμεσα σε κοινότητες ή μέλη μιας κοινότητας (κυρ. μεταξύ των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης): ~ός: διάλογος. ~ή: διαφορά/συνεργασία. ~ό: εμπόριο. ~ές: σχέσεις. ~ά: έργα. Πβ. ενδοκοινοτικός. Βλ. διαδημοτικός, διακρατικός. ● επίρρ.: διακοινοτικά [< γαλλ. intercommunal, αγγλ. ~, 1909, γαλλ. intracommunautaire, 1960] | |
| 12413 | διακοινώνω | δι-α-κοι-νώ-νω ρ. (μτβ.) {διακοίνω-σε, -θηκε, -μένος} (επίσ.): στέλνω διακοίνωση ή γενικότ. κοινοποιώ κάτι με επίσημο έγγραφο: ~ αναφορά/έκθεση/τελεσίγραφο. Ο πρέσβης ~σε στις Αρχές την ανησυχία του για ... ~μένος: οργανισμός. Βλ. ανακοινώνω, γνωστοποιώ. | |
| 12414 | διακοίνωση | δι-α-κοί-νω-ση ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. διπλωματικό έγγραφο που διαβιβάζεται σε κυβέρνηση ή πρεσβεία ξένης χώρας, για την κοινοποίηση σημαντικών θέσεων ή κρίσιμων αποφάσεων: ~ διαμαρτυρίας. Υπογεγραμμένη ~ (: σε α' πρόσ. με υπογραφή· ΑΝΤ. ρηματική ~). Το Υπουργείο Εξωτερικών απέστειλε ~ προς ... Πβ. μεμοράντουμ. Βλ. διάβημα. ΣΥΝ. νότα2 ● ΣΥΜΠΛ.: ταυτόσημη διακοίνωση: ΝΟΜ. που επιδίδεται από διαφορετικά κράτη, με το ίδιο περιεχόμενο., ρηματική διακοίνωση βλ. ρηματικός [< γαλλ. note] | |
| 12415 | διακομιδή | δι-α-κο-μι-δή ουσ. (θηλ.) (επίσ.): μεταφορά: άμεση ~ των ασθενών. Βλ. αερο~, αποκομιδή. [< αρχ. διακομιδή] | |
| 12416 | διακομίζω | δι-α-κο-μί-ζω ρ. (μτβ.) {διακόμι-σε (λόγ.) διεκόμισε, διακομί-στηκε (λόγ.) διεκομίσθη, συνηθέστ. στην παθ. φωνή} (επίσ.) 1. μεταφέρω ασθενή ή τραυματία σε νοσοκομείο ή σχετικό χώρο: ~στηκε με ασθενοφόρο στην κλινική. Πβ. προσκομίζω. 2. ΠΛΗΡΟΦ. (σπάν.) μεταφέρω: Ο εξυπηρετητής ~ει τα αρχεία της ιστοσελίδας στον υπολογιστή. [< 1: αρχ. διακομίζω 2: αγγλ. serve] | |
| 12417 | διακομιστής | δι-α-κο-μι-στής ουσ. (αρσ.): ΠΛΗΡΟΦ. υπολογιστής ή γενικότ. ηλεκτρονική συσκευή που παρέχει υπηρεσίες (πρόσβαση σε αρχεία, διανομή δεδομένων) σε δίκτυο υπολογιστών: ~ ηλεκτρονικού ταχυδρομείου/ιστοσελίδων.|| ~ εκτύπωσης. ΣΥΝ. εξυπηρετητής, σέρβερ ● ΣΥΜΠΛ.: διακομιστής μεσολάβησης βλ. μεσολάβηση [<πβ. μτγν. διακομιστής 'αυτός που μεταφέρει', αγγλ. server, 1972] | |
| 12418 | διακομματικός | , ή, ό δι-α-κομ-μα-τι-κός επίθ.: ΠΟΛΙΤ. που συντελείται με τη συμμετοχή περισσότερων του ενός ή όλων των πολιτικών κομμάτων: ~ός: διάλογος. ~ή: επιτροπή/συμφωνία/συναίνεση. ~ό: αίτημα/όργανο. ~ές: συμμαχίες/συσκέψεις. Σε ~ό επίπεδο. ● επίρρ.: διακομματικά | |
| 12419 | διακονεύω | δια-κο-νεύ-ω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {διακόνε-ψε} (λαϊκό): ζητιανεύω. | |
| 12420 | διακόνημα | δι-α-κό-νη-μα ουσ. (ουδ.): ΕΚΚΛΗΣ. καθορισμένη υπηρεσία που εκτελείται κυρ. από μοναχό στο πλαίσιο της μοναστικής ή/και της εκκλησιαστικής ζωής. Πβ. διακονία. [< αρχ. διακόνημα ‘έργο του υπηρέτη’] | |
| 12421 | διακονιά | δια-κο-νιά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): ζητιανιά, επαιτεία. [< μεσν. διακονία] | |
| 12422 | διακονία | δι-α-κο-νί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. προσφορά υπηρεσίας στον συνάνθρωπο από τους πιστούς και ειδικότ. από τους εκκλησιαστικούς λειτουργούς: εθελοντική/ποιμαντική/φιλανθρωπική ~ ασθενών. 2. (κατ' επέκτ.) αφοσιωμένη ενασχόληση με ένα έργο, έναν σκοπό: ~ της δικαιοσύνης. Αφιέρωσε τη ζωή του στη ~ του Ευαγγελίου. Πβ. υπηρέτηση. 3. ΕΚΚΛΗΣ. αξίωμα και λειτούργημα του διακόνου. Πβ. διακόνημα. ● ΣΥΜΠΛ.: Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος βλ. αποστολικός [< μτγν. διακονία] | |
| 12423 | διακονιάρης | δια-κο-νιά-ρης ουσ. (αρσ.) {κ. σπανιότ. πληθ. αρσ. διακονιαραίοι | σπάν. θηλ. διακονιάρ-α} (λαϊκό) 1. ζητιάνος. 2. (κατ' επέκτ.) πάμφτωχος. Βλ. -ιάρης. [< μεσν. διακονιάρης] | |
| 12424 | διακονικό | δι-α-κο-νι-κό ουσ. (ουδ.) ΕΚΚΛΗΣ. 1. ΑΡΧΙΤ. η δεξιά κόγχη του Αγίου Βήματος, όπου στέκεται ο διάκονος κατά τη Θεία Λειτουργία. Βλ. πρόθεση. 2. τμήμα του Αγίου Βήματος όπου τοποθετούνται ιερά βιβλία, άμφια και σκεύη. Βλ. σκευοφυλάκιο. ● διακονικά (τα): οι δεήσεις που αναπέμπει ο διάκονος κατά την ιερή ακολουθία. [< μτγν. διακονικόν] | |
| 12425 | διακονικός | , ή, ό δι-α-κο-νι-κός επίθ.: ΕΚΚΛΗΣ. που αναφέρεται στον διάκονο και το έργο του: ~ά: άμφια. [< μτγν. διακονικός] | |
| 12426 | διακόνισσα | δι-α-κό-νισ-σα ουσ. (θηλ.) {διακονισσών}: γυναίκα που προσφέρει υπηρεσίες στην εκκλησία. Βλ. -ισσα. [< μτγν. διακόνισσα] | |
| 12427 | διάκονος | δι-ά-κο-νος ουσ. (αρσ.) {διακόν-ου | -ων, -ους} 1. ΕΚΚΛΗΣ. ιερωμένος που βρίσκεται στον κατώτερο βαθμό ιεροσύνης. Βλ. αρχι~, ιερο~, πρωτο~. ΣΥΝ. διάκος 2. (σπάν.-μτφ.) αυτός που υπηρετεί έναν σκοπό με αφοσίωση. [< 1: μτγν. διάκονος 2: αρχ. ~] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ