| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 12428 | διακονώ | [διακονῶ] δι-α-κο-νώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {διακον-είς ... | διακόν-ησα, μτχ. διακον-ών} 1. (λόγ.) υπηρετώ ένα έργο, έναν σκοπό με αφοσίωση: ~εί την επιστήμη/την πολιτική για είκοσι χρόνια. Ο κλήρος ~εί το ποίμνιό του. 2. ΕΚΚΛΗΣ. είμαι διάκονος, εκτελώ καθήκοντα διακόνου. [< 1: αρχ. διακονῶ 2: μτγν. ~] | |
| 12429 | διακοπάρω | δι-α-κο-πά-ρω ρ. (αμτβ.) {συνήθ. στον ενεστ.} (προφ.): διακοπεύω. | |
| 12430 | διακοπές | δι-α-κο-πές ουσ. (θηλ.) (οι) 1. χρονική περίοδος κατά την οποία ένα άτομο διακόπτει την εργασία του, παίρνει την άδειά του και συνήθ. μετακινείται από τον τόπο μόνιμης κατοικίας του για να ξεκουραστεί, να διασκεδάσει· συνεκδ. ταξίδι αναψυχής: Οργανώνω/προγραμματίζω τις ~ μου. Κάνω ~ (= διακοπάρω, διακοπεύω, παραθερίζω).|| Εναλλακτικές/θεματικές/καλοκαιρινές/οικογενειακές/οικονομικές/σπαστές ~. ~ στο βουνό/στη θάλασσα. Κόστος/οδηγός/προσφορές/προτάσεις ~ών.|| (ως ευχή) Καλές ~! Βλ. βραχιολάκι, διακοποδάνειο, (κοινωνικός) τουρισμός. 2. το χρονικό διάστημα κατά το οποίο δημόσιοι ή ιδιωτικοί φορείς, εκπαιδευτικά ιδρύματα παραμένουν κλειστά: σχολικές ~. Οι ~ του Πάσχα/των Χριστουγέννων. Το κατάστημα θα παραμείνει κλειστό λόγω ~ών. Αύγουστος, ο μήνας των ~ών. ● ΣΥΜΠΛ.: τμήμα (θερινών) διακοπών της Βουλής: κοινοβουλευτικό σώμα, με περιορισμένο αριθμό βουλευτών, που συνεδριάζει τους μήνες Ιούλιο, Αύγουστο και Σεπτέμβριο: Α'/Β'/Γ' ~ ~. [< γαλλ. vacances] | |
| 12431 | διακοπεύω | δι-α-κο-πεύ-ω ρ. (αμτβ.) {συνήθ. στον ενεστ.} (προφ.): παραθερίζω. ΣΥΝ. διακοπάρω. | |
| 12432 | διακοπή | δι-α-κο-πή ουσ. (θηλ.) 1. σταμάτημα διαδικασίας, δραστηριότητας, ενέργειας, λειτουργίας· παύση: άμεση/έκτακτη/μόνιμη/οριστική/περιοδική/προγραμματισμένη ~. ~ (της) άδειας/της αναβολής (από τον στρατό)/των διαπραγματεύσεων/της δίκης/των εργασιών (πβ. στάση)/του καπνίσματος/της καταβολής (ενός επιδόματος)/(της) κυκλοφορίας/της λήψης (μηνυμάτων, φαρμάκου)/του συμβολαίου (πβ. ακύρωση)/της συνεργασίας/των συνομιλιών/της σύνταξης/των (διπλωματικών) σχέσεων (βλ. ρήξη)/του ταξιδιού/της φοίτησης. Σύντομη ~ για διαφημίσεις (πβ. διάλειμμα). Τεχνητή ~ εγκυμοσύνης/κύησης (πβ. έκτρωση). Δουλεύουν χωρίς ~ (= ακατάπαυστα). Κάνω (μια) ~ (= διακόπτω). Βλ. θερμο~.|| Η ομιλία/συζήτηση θα διεξαχθεί χωρίς ~ές από το κοινό. Βλ. παρέμβαση. 2. βλάβη, δυσλειτουργία σε δίκτυο ή μηχανισμό: γενική/προσωρινή ~ (της παροχής) νερού/(ηλεκτρικού) ρεύματος/της τηλεφωνικής σύνδεσης. [< μτγν. διακοπή] | |
| 12433 | διακοποδάνειο | δι-α-κο-πο-δά-νει-ο ουσ. (ουδ.): (παλαιότ.) δάνειο που χορηγούν οι τράπεζες για να καλύψουν οι πελάτες τους τα έξοδα των διακοπών τους. Βλ. εορτοδάνειο. | |
| 12434 | διακόπτης | δι-α-κό-πτης ουσ. (αρσ.): ΗΛΕΚΤΡ. διάταξη που διακόπτει ή αποκαθιστά τη ροή ενός κυκλώματος, κυρ. σταματά ή επιτρέπει την παροχή ηλεκτρικού ρεύματος ή νερού· συνεκδ. το αντίστοιχο εξάρτημα: αυτόματος/γενικός/κεντρικός/περιστροφικός ~. ~ες εναλλαγής (πβ. αλέ-ρετούρ). Βλ. ασφαλειο~, ποδο~, πολυ~, ρελέ, χρονο~.|| Ανεβάζω/ανοίγω/γυρίζω/κατεβάζω/κλείνω τον ~η. Πβ. κουμπί, μπουτόν. ● Υποκ.: διακοπτάκι (το) ● ΦΡ.: κατεβάζει τους διακόπτες (μτφ.): (για εταιρεία, εργαζόμενο) κόβει την παροχή ρεύματος εξαιτίας απεργίας· γενικότ. σταματά κάθε εργασία. Πβ. κατεβάζει (τα) ρολά. [< γερμ. Unterbrecher] | |
| 11560 | διακόπτω | δά-κρυ ουσ. (ουδ.) {δακρύ-ου | δάκρυ-α, δακρύ-ων} & (λογοτ.) δάκρυο 1. διαυγές αλατούχο υγρό που εκκρίνεται από τους δακρυϊκούς αδένες λόγω συγκίνησης ή εξωτερικού ερεθισμού στα μάτια: ~α λύπης/χαράς. Συγκινήθηκε μέχρι ~ων (= υπέρμετρα). Αναλύθηκε/ξέσπασε σε ~α. Δεν μπορούσε να συγκρατήσει τα ~ά του. Κυλούσαν τα ~α βροχή/ποτάμι στα μάγουλά της. Τα μάτια της πλημμύρισαν με/είναι γεμάτα ~α. 2. (μτφ.) σταγόνα που μοιάζει με δάκρυ: το ~ του πεύκου (= ρετσίνι). ● ΣΥΜΠΛ.: τεχνητά δάκρυα & φυσικά δάκρυα: ΦΑΡΜΑΚ. ειδικό κολλύριο που υγραίνει την επιφάνεια των ματιών. Βλ. ξηροφθαλμία, σταγόνες, φυσιολογικός ορός., κροκοδείλια δάκρυα βλ. κροκοδείλιος ● ΦΡ.: έχει τα δάκρυα/το δάκρυ στο τσεπάκι/στην τσέπη (ειρων.): κλαίει πολύ εύκολα, με ασήμαντη αφορμή., κλαίω με μαύρο δάκρυ & χύνω μαύρο/πικρό δάκρυ: κλαίω πολύ και κατ΄επέκτ. μετανιώνω πικρά για κάτι που έκανα., κοιλάδα των δακρύων & (λόγ.) κοιλάδα του κλαυθμώνος (ΠΔ): για χώρο όπου επικρατούν εξαιρετικά άσχημες συνθήκες ή για δυσάρεστη κατάσταση. Βλ. κόλαση., με πήραν τα δάκρυα/κλάματα (προφ.): άρχισα να κλαίω., στεγνώνω τα δάκρυα κάποιου: τον παρηγορώ: Ο χρόνος στέγνωσε ~ ~ά της κι επούλωσε τις πληγές της.|| Ακόμη δεν έχουν στεγνώσει ~ ~ά τους (: είναι νωπός ο πόνος). [< γαλλ. sécher les larmes] , (πάει/πέφτει/τρέχει) το δάκρυ κορόμηλο/κορόμηλο το δάκρυ βλ. κορόμηλο, γελάω με την καρδιά μου/με την ψυχή μου/μέχρι δακρύων βλ. γελώ, ξένος πόνος, ξένα δάκρυα βλ. ξένος, χύνω δάκρυα βλ. χύνω [< αρχ. δάκρυ] | |
| 12435 | διακόπτω | δι-α-κό-πτω ρ. (μτβ.) {διέκο-ψα, διακό-ψει, -πηκε (λόγ.) διεκόπη, διακο-πεί, διακοπτ-όμενος, διακεκο-μμένος, διακόπτ-οντας} 1. σταματώ διαδικασία ή ενέργεια που βρίσκεται σε εξέλιξη, παύω: ~ την (φαρμακευτική) αγωγή/το κάπνισμα (πβ. κόβω)/την κύηση (= κάνω έκτρωση)/τις σπουδές/τη συνδρομή/τη συνεργασία. ~εται (: λύεται) η συνεδρίαση. ~ψαν τις εργασίες (πβ. αναστέλλω). Η δίκη ~πηκε στη μέση.|| (προφ.) Σας ~ από κάτι; Μην τον ~εις, όταν δουλεύει (πβ. αποσπώ).|| Μη με ~εις, όταν μιλάω. Βλ. παρεμβαίνω. 2. εμποδίζω τη λειτουργία, τη ροή (σε δίκτυο ή μηχανισμό): Η κυκλοφορία/η παροχή (ηλεκτρικού ρεύματος/νερού) ~πηκε προσωρινά.|| (σε ραδιοφωνική ή τηλεοπτική εκπομπή) ~ουμε για διαφημίσεις. ● ΣΥΜΠΛ.: διακεκομμένη/διακοπτόμενη συνουσία βλ. συνουσία ● ΦΡ.: σπάω/διακόπτω τη σιωπή (μου) ● βλ. διακεκομμένος [< αρχ. διακόπτω, γαλλ. interrompre] | |
| 12436 | διακόρευση | δι-α-κό-ρευ-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ρήξη του παρθενικού υμένα της γυναίκας. Πβ. ξεπαρθένεμα. [< μτγν. διακόρευσις] | |
| 12437 | διακορευτής | δι-α-κο-ρευ-τής ουσ. (αρσ.) (λόγ.) 1. περφορατέρ. Πβ. τρυπητήρι. 2. αυτός που διακορεύει γυναίκα. | |
| 12438 | διακορεύω | δι-α-κο-ρεύ-ω ρ. (μτβ.) {διακόρευ-σε} (λόγ.): ξεπαρθενεύω. [< αρχ. διακορεύω] | |
| 12439 | διάκος | διά-κος ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): ΕΚΚΛΗΣ. διάκονος. [< μεσν. διάκος] | |
| 12440 | διακοσάευρο | δια-κο-σά-ευ-ρο (προφ.): χαρτονόμισμα των διακοσίων ευρώ. Πβ. διακοσάρα. ΣΥΝ. διακοσάρι (2) | |
| 12441 | διακοσάρα | δια-κο-σά-ρα ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. μηχανή διακοσίων κυβικών. 2. ποσό διακοσίων ή σπανιότ. διακοσίων χιλιάδων ευρώ: Η ζημιά θα κοστίσει μια ~. Βλ. τρακοσάρα. | |
| 12442 | διακοσάρης | δια-κο-σά-ρης ουσ. (αρσ.) (προφ.): δρομέας των διακοσίων μέτρων. Βλ. κατοστάρης. | |
| 12443 | διακοσάρι | δια-κο-σά-ρι ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. ΑΘΛ. (στον στίβο) αγώνας δρόμου ή (στην κολύμβηση) απόσταση διακοσίων μέτρων. Βλ. κατοστάρι, πεντακοσάρι. 2. & διακοσάρικο: χαρτονόμισμα ή χρηματικό ποσό διακοσίων ή διακοσίων χιλιάδων ευρώ: Θα μου στοιχίσει κανά ~.|| (ως επίθ.) Ένα ~ χιλιάδες. Βλ. πενηντάρι, τρακοσάρι. | |
| 12444 | διακοσαριά | βλ. -αριά1 | |
| 12445 | διακόσια | δια-κό-σια αριθμητ. απόλ. {άκλ.} 1. ο ακέραιος φυσικός αριθμός 200 ή το σύνολο διακοσίων μονάδων. 2. (ως αριθμητ. τακτ., προφ.) διακοσιοστός: στη σελίδα ~. Στο ~ χιλιόμετρο της εθνικής οδού. | |
| 12446 | διακόσιοι | , ες, α δια-κό-σι-οι αριθμητ. επίθ. απόλ. {διακοσίων} & (προφ.) διακόσοι: που αποτελούν σύνολο διακοσίων μονάδων: ~α: ευρώ. [< αρχ. διακόσιοι] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ