| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 12447 | διακοσιοστός | , ή, ό δια-κο-σι-ο-στός αριθμητ. τακτ. (σύμβ. 200ός, Σ' ή σ', CC): που σε μια σειρά (τυχαία, αλφαβητική, χρονολογική) αντιστοιχεί στον αριθμό 200: ~ή: επέτειος. ~ πρώτος/δεύτερος.|| (ως ουσ.) Είμαι ~ στον πίνακα κατάταξης. Το ένα ~ό (: καθένα από τα διακόσια ίσα μέρη ενός συνόλου). Βλ. -οστός. [< μτγν. διακοσιοστός] | |
| 12448 | διακόσμηση | δι-α-κό-σμη-ση ουσ. (θηλ.): διαμόρφωση χώρου με σκοπό τη δημιουργία αισθητικού αποτελέσματος και συνεκδ. τα στοιχεία που χρησιμοποιούνται για αυτό, ο διάκοσμος: κλασική/μοντέρνα ~. ~ βιτρίνας/κήπου/σπιτιού. Ζωγραφική ~ παιδικού δωματίου. Είδη/ιδέες/προτάσεις/σύμβουλος ~ης (βλ. διακοσμητής). Πβ. καλλωπ-, στολ-ισμός. Βλ. ανθο~.|| Απλή/βαριά/γιορτινή/χριστουγεννιάτικη ~. Θέλω να αλλάξω ~. Πβ. ντεκόρ. [< μτγν. διακόσμησις, γαλλ. décoration] | |
| 12449 | διακοσμητής, διακοσμήτρια | δι-α-κο-σμη-τής ουσ. (αρσ. + θηλ.) {διακοσμητών, διακοσμητριών}: πρόσωπο που ασχολείται επαγγελματικά με τη διακόσμηση: ~ καταστημάτων. ~-αρχιτέκτων εσωτερικών χώρων. Πβ. ντιζάινερ. ΣΥΝ. ντεκορατέρ [< γαλλ. décorateur] | |
| 12450 | διακοσμητική | δι-α-κο-σμη-τι-κή ουσ. (θηλ.): ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. η τέχνη της διακόσμησης, της καλλιτεχνικής διαμόρφωσης αντικειμένου ή χώρου. Βλ. αρ ντεκό, αρχιτεκτονική. | |
| 12451 | διακοσμητικός | , ή, ό δι-α-κο-σμη-τι-κός επίθ. 1. που προορίζεται για διακόσμηση ή σχετίζεται με αυτή: ~ός: φωτισμός. ~ή: επένδυση/πέτρα. ~ό: μοτίβο/πιάτο/πλαίσιο/στοιχείο/φυτό (= καλλωπιστικό). ~ές: κορδέλες/συνθέσεις λουλουδιών (βλ. ικεμπάνα). ~ά αντικείμενα και είδη δώρων. Τα κουμπιά είναι απλώς ~ά (: δεν έχουν πρακτική αξία).|| (ως ουσ.) Χειροποίητα ~ά κήπου/τοίχου. 2. (μτφ.-μειωτ., συχνά για πρόσ.) που έχει ασήμαντη ή ελάχιστη επίδραση, συμβολή, εξουσία: ~ός: ρόλος/χαρακτήρας. ~ή: παρουσία (βλ. γλάστρα). ● επίρρ.: διακοσμητικά ● ΣΥΜΠΛ.: διακοσμητικά πετρώματα βλ. πέτρωμα1, εφαρμοσμένες/διακοσμητικές τέχνες βλ. εφαρμοσμένος [< πβ. μτγν. διακοσμητικός 'ρυθμιστικός', γαλλ. décoratif] | |
| 12452 | διάκοσμος | δι-ά-κο-σμος ουσ. (αρσ.) {-ου (λογιότ.) -όσμου} (λόγ.): το σύνολο των στοιχείων που χρησιμοποιούνται για διακόσμηση, στολισμό: αρχιτεκτονικός/εικονιστικός/εορταστικός/λιτός/ψηφιδωτός ~. Ξύλινοι ~οι. Φιλοτέχνησε τον γλυπτό και γραπτό (= ζωγραφικό) ~ο του ναού. Πβ. ντεκόρ, στολίδι. ● ΣΥΜΠΛ.: σκηνικός διάκοσμος: σκηνικά, σκηνογραφία. [< αρχ. διάκοσμος ‘διάταξη, τακτοποίηση’] | |
| 12453 | διακοσμώ | [διακοσμῶ] δι-α-κο-σμώ ρ. (μτβ.) {διακοσμ-είς ... | διακόσμ-ησα, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος, -ώντας}: τοποθετώ, διατάσσω στοιχεία σε χώρο ή επιφάνεια, με στόχο τη δημιουργία αισθητικού αποτελέσματος: ~ησε το σπίτι με πίνακες. Τα δωμάτια έχουν ~ηθεί με καλαισθησία και φαντασία/σε αναγεννησιακό στιλ. Πβ. καλλωπίζω, στολίζω.|| Ναός ~ημένος με τοιχογραφίες. [< αρχ. διακοσμῶ, γαλλ. décorer] | |
| 12454 | διακράτηση | δι-α-κρά-τη-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): (συνήθ. για επενδυτική θέση) διατήρηση για ορισμένο χρονικό διάστημα: ~ αξιών/μεριδίων/μετοχών/ομολόγων.|| ~ των στελεχών μιας εταιρείας. [< μτγν. διακράτησις ‘κράτημα, σταμάτημα’, αγγλ. holding] | |
| 12455 | διακρατικός | , ή, ό δι-α-κρα-τι-κός επίθ.: που συντελείται μεταξύ δύο ή περισσότερων κρατών: ~ός: διάλογος/οργανισμός. ~ή: συμφωνία. ~ές: δραστηριότητες/σχέσεις. ~ά: προγράμματα. Σε εθνικό και ~ό επίπεδο. Συνεργασία των ~ών εταίρων. Πβ. διεθνικός. Βλ. διαπεριφερειακός. [< αγγλ. interstate, γερμ. zwischenstaatlich] | |
| 12456 | διακρατικότητα | δι-α-κρα-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του διακρατικού: ~ του προγράμματος. Δράσεις ~ας. Πβ. διεθνικότητα. Βλ. -ότητα. | |
| 12457 | διακρατώ | [διακρατῶ] δι-α-κρα-τώ ρ. (μτβ.) {διακρατ-εί ... | διακράτ-ησε, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος, -ώντας} (λόγ.): έχω υπό την κατοχή ή τον έλεγχό μου περιουσιακά συνήθ. στοιχεία για ορισμένο χρονικό διάστημα· διατηρώ: Μετοχές που ~ήθηκαν για μια τριετία. ~ούμενοι: τίτλοι. [< μτγν. διακρατῶ, αγγλ. hold] | |
| 12458 | διακριβώνω | δι-α-κρι-βώ-νω ρ. (μτβ.) {διακρίβω-σα, -θηκε, -θεί, -μένος} (επίσ.) 1. εξακριβώνω: Τα αίτια της πυρκαγιάς δεν έχουν ακόμη ~θεί. Είναι επιστημονικά ~μένο ότι ... Πβ. διαπιστώνω. 2. ελέγχω την ακρίβεια μέτρησης ή οργάνου μέτρησης. [< αρχ. διακριβῶ ‘απεικονίζω με ακρίβεια, εξετάζω σε βάθος’] | |
| 12459 | διακρίβωση | δι-α-κρί-βω-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.) 1. εξακρίβωση, διαπίστωση: ~ εγκλήματος/της τύχης των αγνοουμένων. Έρευνα για τη ~ των αιτίων του δυστυχήματος. Προσαγωγή στο Αστυνομικό Τμήμα για ~ στοιχείων. Πβ. πιστοποίηση. 2. έλεγχος της ακρίβειας μέτρησης ή οργάνου μέτρησης: ~ εξοπλισμού. [< μτγν. διακρίβωσις ‘εξακριβωμένη έρευνα’] | |
| 12460 | διακρίνουσα | δι-α-κρί-νου-σα ουσ. (θηλ.): ΜΑΘ. αριθμός που επιτρέπει τον προσδιορισμό των πραγματικών λύσεων της δευτεροβάθμιας εξίσωσης αχ2+βχ+γ=0, α≠0. [< γαλλ. discriminant] | |
| 12461 | διακρίνω | δι-α-κρί-νω ρ. (μτβ.) {διέκρι-να, διακρί-νει, -θηκα, -θεί, διακρίν-οντας, -όμενος, διακεκριμένος} (λόγ.) 1. αντιλαμβάνομαι με τις αισθήσεις ή νοητικώς: Μέσα στο σκοτάδι δεν μπορούσα να ~ τίποτα. Από μακριά ~να μια φιγούρα. Πβ. βλέπω, ξε~.|| ~ μια δόση ειρωνείας/σαρκασμού στα λόγια σου. ~εις στα μάτια της μια έντονη θλίψη. Στη φωνή του ~νες τη μεγάλη του ταραχή και αγωνία. ~ναμε (= διαισθανθήκαμε, καταλάβαμε) από την πρώτη στιγμή το μεγάλο του ταλέντο. 2. αναγνωρίζω τις διαφορές που έχει κάποιος ή κάτι σε σχέση με κάποιον ή κάτι άλλο: ~ τα διάφορα είδη/τα όργανα (της ορχήστρας)/τα χρώματα. ~ την αλήθεια από το ψέμα/το δίκαιο από το άδικο/το καλό από το κακό. Αυτό που μας ~ει (= διαφοροποιεί) από τους άλλους είναι ...|| (διαιρώ σε κατηγορίες:) ~ δύο ομάδες/τρεις περιπτώσεις. ΣΥΝ. διαχωρίζω, ξεχωρίζω (1) ΑΝΤ. ταυτίζω (1) ● διακρίνει: (για ιδιότητα) χαρακτηρίζει κάποιον ή κάτι, συνήθ. σε μεγάλο βαθμό: Τον ~ ανευθυνότητα/ευγένεια/καλοσύνη. Τη ~ πηγαίος αυθορμητισμός και χιούμορ. ● Παθ.: διακρίνομαι {κυρ. στο γ' πρόσ.} 1. υπερέχω έναντι των άλλων: (για πρόσ.) ~θηκε (= κέρδισε διάκριση) σε αθλητικό αγώνα/σε διαγωνισμό (π.χ. ζωγραφικής/φωτογραφίας). ~θηκε (= διέπρεψε) ως γιατρός/επιστήμονας/ποιητής. ~θηκε για την ερμηνεία της. Από μικρός ήθελε να ~θεί. Πβ. πρωτεύω.|| Η εταιρεία ~θηκε ως μία από τις καλύτερες στον χώρο της τεχνολογίας. 2. έχω ως χαρακτηριστικό μου: (για πρόσ.) ~εται για την εντιμότητα/τη συνέπεια/την υπομονή του. ~όμενος για το ήθος του.|| Το βιβλίο ~εται (= χαρακτηρίζεται) από συντηρητισμό. 3. γίνομαι αντιληπτός, φαίνομαι: Στο βάθος ~εται το χωριό. Τα σπίτια ~ονταν με δυσκολία εξαιτίας της ομίχλης. 4. (+ σε) χωρίζομαι: Οι υδατάνθρακες ~ονται σε απλούς και σύνθετους. [< 1: γαλλ. se distinguer] ● βλ. διακεκριμένος [< αρχ. διακρίνω] | |
| 12463 | διακρίσιμος | , η, ο δι-α-κρί-σι-μος επίθ. (επιστ.): που μπορεί να διακριθεί, να διαχωριστεί από κάτι άλλο: ~ες: καταστάσεις. Έννοιες ~ες μεταξύ τους. (ΦΥΣ.) Μη ~α σωματίδια. Πβ. διακριτός, ευδιάκριτος. Βλ. -ιμος. [< αγγλ. distinguishable] | |
| 12464 | διακριτικός | , ή, ό δι-α-κρι-τι-κός επίθ. 1. που δεν ενοχλεί, δεν προσβάλλει ή δεν προκαλεί: (για πρόσ.) Είναι άνθρωπος ~ και χαμηλών τόνων.|| (κατ' επέκτ.) ~ός: έλεγχος (: που δεν υποπίπτει στην αντίληψη κάποιου)/χειρισμός. ~ή: παρακολούθηση (π.χ. ενός προσώπου)/παρέμβαση/συμπεριφορά. ~ό: χιούμορ (βλ. ειρωνικός). ~οί: τρόποι. ~ές: κινήσεις. Η παρουσία της Αστυνομίας ήταν ~ή. ΑΝΤ. αδιάκριτος (1) 2. που διαφοροποιεί κάποιον ή κάτι από τα ομοειδή του ή χρησιμεύει για αυτό το σκοπό: ~ός: ρόλος/τίτλος (μιας εταιρείας)/χαρακτήρας. ~ή: θέση/(ΓΛΩΣΣ.) λειτουργία (π.χ. του δυναμικού τόνου της νέας Ελληνικής/των φωνημάτων). ~ό: γνώρισμα/λογότυπο/σημάδι/στοιχείο/χαρακτηριστικό. Ο ~ αριθμός ενός προϊόντος (βλ. ραβδοκώδικας). Πβ. διακριτός, διαφοροποιητικός. 3. (μτφ.) που δεν είναι πολύ έντονος, δεν ελκύει την προσοχή: ~ός: ήχος/φωτισμός/χρωματισμός (βλ. απαλός). ~ή: μυρωδιά. ~ό: άρωμα/βάψιμο/μακιγιάζ (= ανεπαίσθητο). Η ~ή πολυτέλεια (ενός ξενοδοχείου). 4. μεροληπτικός: ~ά: μέτρα (π.χ. σε βάρος κάποιου). Η αρχή της μη ~ής μεταχείρισης. ● Ουσ.: διακριτικό (το): καθετί (συνήθ. αριθμός, γράμμα ή σύμβολο) που χρησιμεύει για να διαφοροποιεί κάποιον ή κάτι από τα ομοειδή του, χαρακτηριστικό γνώρισμα: το ~ μιας αθλητικής ομάδας/ενός διαγωνιζόμενου/ενός συλλόγου.|| {συνήθ. στον πληθ.} ~ά βαθμού/των βαθμίδων (: τα σύμβολα διάκρισης των βαθμών στρατιωτικής ή άλλης ιεραρχίας. Πβ. γαλόνια, διάσημα). ~ά αξιωματικών/αστυνομικών/εκκλησιαστικών λειτουργών. ● επίρρ.: διακριτικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: με διακριτικότητα, τακτ. ΑΝΤ. αδιάκριτα (1) ● ΣΥΜΠΛ.: διακριτική ανάλυση: ΣΤΑΤΙΣΤ. μέθοδος ανάλυσης δεδομένων που στοχεύει στην εύρεση των πιθανοτήτων αποτυχίας εξόφλησης ενός δανείου., διακριτική ικανότητα: ΟΠΤ. η ικανότητα οπτικού ή φωτογραφικού οργάνου να παρουσιάζει διακριτές εικόνες αντικειμένων που έχουν μεταξύ τους μικρή γωνιακή απόσταση: ενεργειακή/φασματική/χρονική/χωρική ~ ~. ~ ~ μικροσκοπίου/τηλεσκοπίου. Πβ. ανάλυση. ΣΥΝ. διακριτικότητα (2) [< αγγλ. resolving power] , διακριτικό κλήσης: συμβατική ονομασία που σχηματίζεται από γράμματα και αριθμούς και είναι συγκεκριμένη για κάθε τηλεγραφικό ή ραδιοφωνικό πομπό-δέκτη: διεθνές ~ ~. Βλ. κωδικός. [< αγγλ. call sign, 1919] , διακριτική ευχέρεια βλ. ευχέρεια [< 1: αρχ. διακριτικός, γαλλ. discret 2: γαλλ. distinctif 3: γαλλ. discret 4: γαλλ. discriminatoire] | |
| 12465 | διακριτικότητα | δι-α-κρι-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. λεπτότητα και ευγένεια στη συμπεριφορά, αποφυγή πρόκλησης: Δεν τον κοίταξα από ~. Ρώτησα για την ασθένειά της με ~. Πβ. τακτ. ΑΝΤ. αδιακρισία.|| Έκανε τη δουλειά με ~ (= αθόρυβα), χωρίς να κινήσει υποψίες.|| Ντύνεται με κομψότητα και ~ (ΑΝΤ. έντονα, φανταχτερά). 2. ΟΠΤ. διακριτική ικανότητα: υψηλή/χαμηλή ~. Βλ. -ότητα. [< 1: μτγν. διακριτικότης, γαλλ. discrétion 2: αγγλ. resolution] | |
| 12466 | διακριτός | , ή, ό δι-α-κρι-τός επίθ. (επιστ.) 1. που μπορεί να διακριθεί από κάτι άλλο, ξεχωριστός, ευδιάκριτος: ~ή: λειτουργία/σημασία (πβ. αντιληπτή, κατανοητή)/ταυτότητα. ~ό: γνώρισμα. ~οί: ρόλοι. ~ές: εξουσίες/ομάδες. ~ά: επίπεδα/σημεία/στοιχεία. Πλήρως ~οί και αυτόνομοι κλάδοι. Πβ. διακρίσιμος, διαφορετικός. Βλ. δυσδιάκριτος. 2. που αναφέρεται σε ένα περιορισμένο και όχι συνεχές σύνολο αξιών: ~ός: χρόνος/χώρος. ~ό: φάσμα. ~ές: τιμές. ~ά: Μαθηματικά. Πβ. ασυνεχής.|| (ΣΤΑΤΙΣΤ.) ~ή: μεταβλητή (: που δέχεται μεμονωμένες τιμές). ● επίρρ.: διακριτά [< 1: γαλλ. distinct 2: γαλλ. discret] | |
| 12467 | διακριτότητα | δι-α-κρι-τό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (επιστ.): η ιδιότητα του διακριτού, δυνατότητα διάκρισης: ~ των διαφόρων στοιχείων/ρόλων. Βλ. -ότητα. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ