| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 12468 | διακτινίζω | δι-α-κτι-νί-ζω ρ. (μτβ.) {διακτίνι-σε, -στηκε, -στεί, -σμένος}: (επιστημονική φαντασία) μεταφέρω στιγμιαία κάποιο πρόσωπο ή αντικείμενο από έναν τόπο σε έναν άλλο με ειδικό μηχάνημα που επιδρά στον χωροχρόνο· (κυρ. κατ' επέκτ.) διανύω απόσταση πολύ γρήγορα: Θα πρέπει να ~στώ για να φτάσω στην ώρα μου. ΣΥΝ. τηλεμεταφέρω (1) [< αγγλ. beam, 1966] | |
| 12469 | διακτινισμός | δι-α-κτι-νι-σμός ουσ. (αρσ.) & διακτίνιση (η): (επιστημονική φαντασία) η ενέργεια του διακτινίζω· μεταφορά σε προορισμό χωρίς καθυστέρηση. ΣΥΝ. τηλεμεταφορά [< αγγλ. beaming] | |
| 12470 | διακυβέρνηση | δι-α-κυ-βέρ-νη-ση ουσ. (θηλ.): ΠΟΛΙΤ. άσκηση εξουσίας, ιδ. από την κυβέρνηση μιας χώρας: αυταρχική/δημόσια/δημοσιονομική/ευρωπαϊκή/οικονομική/παγκόσμια/προοδευτική/ρυθμιστική/τεχνοκρατική (πβ. κυβερνητισμός) ~. Συμμετοχική και δημοκρατική ~ του κράτους. Πβ. διοίκηση.|| (κατ' επέκτ.) ~ πλοίου/σκάφους. Πβ. πιλοτάρισμα, πλοήγηση.|| ~ του διαδικτύου (: πολιτική οργάνωσης και άσκησης ελέγχου στον κυβερνοχώρο). ● ΣΥΜΠΛ.: ανοιχτή διακυβέρνηση: ΠΟΛΙΤ. τρόπος διακυβέρνησης που δίνει τη δυνατότητα στους πολίτες να συμμετέχουν μέσω του διαδικτύου στη λήψη κυβερνητικών αποφάσεων. [< αγγλ. open government, 1971] , εταιρική διακυβέρνηση: ΟΙΚΟΝ. σύνολο κανόνων που διέπουν τις σχέσεις μεταξύ των μετόχων, της διοίκησης και όσων επηρεάζονται από τη λειτουργία της εταιρείας με στόχο τη μεγιστοποίηση της αξίας της επιχείρησης. [< αγγλ. corporate governance] , ηλεκτρονική διακυβέρνηση & ηλεκτρονική διοίκηση: ΠΟΛΙΤ. χρήση των τεχνολογιών της πληροφορίας και επικοινωνίας (ΤΠΕ) στη δημόσια διοίκηση, με σκοπό τη βελτίωση της εξυπηρέτησης του κοινού, την ενδυνάμωση της δημοκρατίας και την υποστήριξη των δημόσιων πολιτικών. Βλ. τηλεδιοίκηση. [< αγγλ. Electronic/e- Government] [< μτγν. διακυβέρνησις ‘διεύθυνση, καθοδήγηση, γαλλ. gouvernement] | |
| 12471 | διακυβερνητικός | , ή, ό δι-α-κυ-βερ-νη-τι-κός επίθ.: που συντελείται μεταξύ δύο ή περισσότερων κυβερνήσεων ή των μελών τους: ~ός: οργανισμός/φορέας. ~ή: επιτροπή/συνεργασία/σύσκεψη. ● επίρρ.: διακυβερνητικά ● ΣΥΜΠΛ.: Διακυβερνητική Διάσκεψη (ακρ. ΔΚΔ) & (προφ.) Διακυβερνητική (η): ΠΟΛΙΤ. διεξαγωγή διαπραγματεύσεων ανάμεσα στις κυβερνήσεις κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με σκοπό την τροποποίηση Συνθηκών. [< μτγν. διακυβερνητικός 'αυτός που καθοδηγεί', αγγλ. intergovernmental, 1927, γαλλ. intergouvernemental, 1946] | |
| 12472 | διακυβερνώ | [διακυβερνῶ] δι-α-κυ-βερ-νώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {διακυβερν-ά ... | διακυβέρν-ησε, -ήθηκε, -ηθεί}: ασκώ τη διακυβέρνηση, την πολιτική εξουσία μιας χώρας: ~ησε δημοκρατικά/με σύνεση/για δέκα χρόνια. Πβ. διοικώ. [< αρχ. διακυβερνῶ ‘κατευθύνω, διευθύνω, οδηγώ’] | |
| 12473 | διακύβευμα | δι-α-κύ-βευ-μα ουσ. (ουδ.) {διακυβεύμ-ατος | -ατα, -άτων} (λόγ.): οτιδήποτε διακυβεύεται, τίθεται σε κίνδυνο, απειλείται: κοινωνικό/οικονομικό/πολιτικό ~. Το ~ του αγώνα/των εκλογών. Τα ~ατα της σύγχρονης εποχής. Πβ. στοίχημα. [< γαλλ. enjeu] | |
| 12474 | διακύβευση | δι-α-κύ-βευ-ση ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): διακινδύνευση: ~ της εθνικής ασφάλειας/ειρήνης. Βλ. ρίσκο. | |
| 12475 | διακυβεύω | δι-α-κυ-βεύ-ω ρ. (μτβ.) {διακύβευ-σα, -τηκε κ. -θηκε, -τεί κ. -θεί, διακυβεύ-οντας, -μένος} (λόγ.): εκθέτω σε κίνδυνο, απειλή: ~ τη ζωή/την υπόληψή μου. Κρίσιμες αποφάσεις που ~ουν το μέλλον του τόπου. ~εται (= απειλείται, κινδυνεύει) η εδαφική ακεραιότητα της χώρας/η ομαλή λειτουργία (της διεθνούς αγοράς). Πβ. δια-, ριψο-κινδυνεύω, παίζω κάτι κορόνα (ή) γράμματα, ρισκάρω. [< μτγν. διακυβεύω ‘παίζω ζάρια’] | |
| 12476 | διακυμαίνεται | δι-α-κυ-μαί-νε-ται ρ. (αμτβ.) {διακυμάν-θηκε} (λόγ.): κυμαίνεται. [< πβ. μτγν. διακυμαίνω ‘αναταράσσω (τη θάλασσα)’] | |
| 12477 | διακύμανση | δι-α-κύ-μαν-ση ουσ. (θηλ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} (λόγ.): διαρκής αυξομείωση, μεταβλητότητα μεγέθους, φαινομένου ή κατάστασης: ~ της θερμοκρασίας/της τιμής (των καυσίμων). ~άνσεις των μετοχών/της παραγωγικότητας/του πληθυσμού/του πληθωρισμού/των πωλήσεων/της στάθμης (του νερού). Απότομες/συνεχείς ~άνσεις παρατηρούνται στην επιχειρηματική δραστηριότητα.|| (μτφ.) ~ της φωνής (πβ. κυματισμός). Ψυχολογικές ~άνσεις (βλ. κυκλοθυμία). Ο προεκλογικός αγώνας έχει πολλές ~άνσεις και το αποτέλεσμα είναι αβέβαιο. Πβ. σκαμπανέβασμα.|| (ΣΤΑΤΙΣΤ.) ~ μεταβλητής (βλ. διασπορά). Βλ. συν~. ● ΣΥΜΠΛ.: οικονομικές διακυμάνσεις: ΟΙΚΟΝ. ακανόνιστες και συχνά έντονες μεταβολές του ρυθμού της οικονομικής δραστηριότητας ως προς τα επίπεδα παραγωγής, τιμών και απασχόλησης., ανάλυση (της) διακύμανσης/διασποράς/μεταβλητότητας βλ. ανάλυση [< γαλλ. fluctuation] | |
| 12478 | διακυτταρικός | , ή, ό δι-α-κυτ-τα-ρι-κός επίθ.: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. που αφορά τη σχέση, που συντελείται μεταξύ κυττάρων: ~ή: επικοινωνία/μεταφορά/ύλη. Βλ. ενδοκυττάριος. ● επίρρ.: διακυτταρικά | |
| 12479 | διακωδικοποίηση | δι-α-κω-δι-κο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): ΠΛΗΡΟΦ. άμεση μετατροπή της ψηφιακής κωδικοποίησης, συνήθ. ενός αρχείου πολυμέσων: ~ βίντεο/πρωτοκόλλων ήχου και εικόνας. Βλ. ψηφιοποίηση. [< αγγλ. transcoding, 1962] | |
| 12480 | διακωμώδηση | δι-α-κω-μώ-δη-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του διακωμωδώ: ~ ηθών/ιδεολογιών/χαρακτήρων. Πβ. γελοιοποίηση, σάτιρα. | |
| 12481 | διακωμωδώ | [διακωμωδῶ] δι-α-κω-μω-δώ ρ. (μτβ.) {διακωμωδ-εί ..., -ώντας | διακωμώδ-ησε, -είται, -ήθηκε} (λόγ.): παρουσιάζω με κωμικό και καυστικό τρόπο πρόσωπα, γεγονότα ή καταστάσεις και ειδικότ. γελοιοποιώ: ~ απόψεις/θεσμούς/τις κοινωνικές συμβάσεις/συμπεριφορές. ~ησε πολιτικούς και δημόσια πρόσωπα επί σκηνής. Πβ. παρωδώ, σατιρίζω. [< αρχ. διακωμωδῶ] | |
| 12482 | διαλαλητής | δι-α-λα-λη-τής ουσ. (αρσ.) {-ές (λαϊκό) -άδες} (παλαιότ.): που διαφήμιζε ή ανακοίνωνε κάτι δημόσια και μεγαλόφωνα: πραματευτάδες και ~ές. Πβ. κήρυκας, κράχτης, ντελάλης.|| (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) ~ές των εθνικών επιδιώξεων/της ευημερίας. [< μεσν. διαλαλητής] | |
| 12483 | διαλαλώ | [διαλαλῶ] δι-α-λα-λώ ρ. (μτβ.) {διαλαλ-είς ..., -ώντας | διαλάλ-ησε, -είται, -ήθηκε} 1. διαδίδω ευρέως, διατυμπανίζω: ~εί την πίστη του (πβ. διακηρύσσω). ~εί ότι η νίκη είναι βέβαιη (πβ. βροντοφωνάζω). Μην πιστεύεις τα όσα ~ούν προεκλογικά. Η φιλανθρωπία δεν ~είται (πβ. δημοσιοποιώ, κοινολογώ). Πβ. ντελαλίζω. 2. (παλαιότ.) φωνάζω δυνατά, για να διαφημίσω το εμπόρευμά μου: Οι πλανόδιοι έμποροι ~ούσαν την πραμάτεια τους. [< μεσν. διαλαλώ] | |
| 12484 | διαλαμβάνω | δι-α-λαμ-βά-νω ρ. (μτβ.) {διαλάμβανε & (λόγ.) διελάμβανε, διέλαβε, διαλάβει, διαλαμβαν-όμενος} (επίσ.): περιλαμβάνω και ειδικότ. αναφέρω, πραγματεύομαι: Η πρόταση ~ει δύο βασικά σημεία. Στην προκήρυξη ~ονται όλοι οι όροι της σύμβασης. (ΝΟΜ.) Το δικαστήριο διέλαβε στο σκεπτικό/στην απόφασή του ...|| Το αναθεωρημένο άρθρο του Συντάγματος ~ει ότι ... Σύμφωνα με τα ~όμενα (= με τα όσα αναφέρονται). [< μτγν. διαλαμβάνω] | |
| 12485 | διαλάμπω | δι-α-λά-μπω ρ. (αμτβ.) {διέλαμ-ψε, μτχ. διαλάμ-ψας, -ψασα, -ψαν, κυρ. στο γ’ πρόσ.} (λόγ.): ακτινοβολώ, διακρίνομαι, διαπρέπω: ~ψε με το έργο του.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Οι ~ψαντες Άγιοι. [< αρχ. διαλάμπω] | |
| 12486 | διαλανθάνω | δι-α-λαν-θά-νω ρ. (μτβ.) {διέλαθε, διαλάθει}: κυρ. στη ● ΦΡ.: διέλαθε την προσοχή (μου) & (εσφαλμ.) της προσοχής (λόγ.): για κάποιον ή κάτι που δεν έγινε αντιληπτό(ς), πέρασε απαρατήρητο(ς): Το σφάλμα ~ ~ (= διέφυγε την προσοχή) του βαθμολογητή. [< αρχ. διαλανθάνω] | |
| 12487 | διάλεγμα | διά-λεγ-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. επιλογή: ~ δώρου/υλικών. 2. διαλογή, ξεδιάλεγμα: ~ των καρπών/φρούτων. Πβ. ξεχώρισμα. [< μεσν. διάλεγμα] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ