| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 12488 | διαλέγομαι | δι-α-λέ-γο-μαι ρ. (αμτβ.) {διαλέ-χθηκε (σπάν.-λογιότ.) διελέχθη, διαλε-χθεί, διαλεγ-όμενος} (λόγ.): κάνω διάλογο, συνομιλώ: Δεν ~εται με τον κόσμο, αλλά δογματίζει. Πβ. κουβεντιάζω, συζητώ.|| (μτφ.) Το σενάριο ~εται δημιουργικά με το μυθιστόρημα. ΣΥΝ. συνδιαλέγομαι [< αρχ. διαλέγομαι] | |
| 12489 | διαλέγω | δια-λέ-γω ρ. (μτβ.) {διάλε-ξα, διαλέ-ξει, -χτηκε, -χτεί, -γμένος, διαλέγ-οντας} 1. επιλέγω ένα ή περισσότερα στοιχεία από ένα σύνολο: ~ επάγγελμα/θέμα (: σε εξετάσεις)/ομάδα/σύντροφο/τους φίλους μου (: είμαι εκλεκτικός). ~ πάντα το καλύτερο. ~ ανάμεσα σε δύο δυνατότητες/ένα από τα δύο. Ξέρει να ~ει (: να κάνει σωστές επιλογές). Τελικά ~ξα στην τύχη (βλ. αποφασίζω). ~ξες τον δύσκολο δρόμο. Τον ~ξαν για τον ρόλο ανάμεσα σε πολλούς υποψήφιους. ~ξε και πάρε (ό,τι θες). ~ξε έναν αριθμό από το ένα έως το δέκα/μια κάρτα/ένα φύλλο (χαρτί, σε χαρτοπαίγνιο). Βλ. προτιμώ. 2. κάνω διαλογή: Πρέπει να ~ξω τα ρούχα μου, για να δώσω τα παλιά. Πβ. ξεσκαρτάρω, ξεχωρίζω. ΣΥΝ. ξεδιαλέγω ● Μτχ.: διαλεγμένος , η, ο: που είναι προϊόν επιλογής και κατ΄επέκτ. υψηλής ποιότητας, εκλεκτός: βιβλίο/πρόγραμμα ~ο με προσοχή.|| Οι συνεργάτες μου είναι ~οι ένας κι ένας. Η οινοποίηση γίνεται από ~α σταφύλια. Πβ. διαλεχτός, επιλεγμένος. ● ΦΡ.: μέρα/ώρα που διάλεξες να ... & διάλεξες τη μέρα/την ώρα να ... (προφ.): για κάτι που συμβαίνει σε ακατάλληλη στιγμή. Πβ. βρήκες τη μέρα/μέρα που βρήκες να ...!, για δες καιρό που διάλεξε ... βλ. καιρός [< αρχ. διαλέγω] | |
| 12490 | διάλειμμα | δι-α (& διά)-λειμ-μα ουσ. (ουδ.) {διαλείμμ-ατος | -ατα, -άτων}: προσωρινή διακοπή εργασίας ή άλλης δραστηριότητας, κυρ. για ξεκούραση: ενδιάμεσο/μεσημεριανό/σύντομο ~. ~ για ύπνο/φαγητό. ~ μισής ώρας/ολίγων λεπτών. ~ ανάπαυσης/χαλάρωσης. Είναι ώρα για ~. Τέρμα το ~. Είκοσι λεπτά ~. Κατά τη διάρκεια/την ώρα του ~ατος. Συχνά/τακτικά ~ατα. Στα ~ατα των μαθημάτων/της (θεατρικής) παράστασης/της συζήτησης/του συνεδρίου. Κάνω ~. Εργασία με/χωρίς ~ατα. Θα συνεχίσουμε μετά το ~. Σχολικό ~ (: μεταξύ δύο διδακτικών ωρών). Χτύπησε το κουδούνι του ~ατος/για ~. Πβ. μπρέικ.|| Ευχάριστο ~ (πβ. ιντερλούδιο, παρένθεση).|| ~ στη σχέση ενός ζευγαριού. Βλ. σε διάσταση/εν διαστάσει, χωρισμός. ΣΥΝ. ανάπαυλα ● ΣΥΜΠΛ.: διαφημιστικό διάλειμμα: μικρή παύση, συνήθ. σε ραδιοφωνικό ή τηλεοπτικό πρόγραμμα, για διαφημίσεις: Ακολουθεί σύντομο ~ ~ και σε λίγο θα είμαστε και πάλι μαζί. Πάμε/περνάμε σε ~ ~., μουσικό διάλειμμα: διακοπή συνήθ. της ροής ενός προγράμματος, κατά την οποία ακούγεται μουσική ή παρουσιάζεται μουσικό ή/και χορευτικό θέαμα: ευχάριστο ~ ~. Μεσολαβεί/παρεμβάλλεται ~ ~. Βλ. ιντερ-λούδιο, -μέτζο., φωτεινό διάλειμμα: μικρή περίοδος νηφαλιότητας, διαύγειας πνεύματος: (ΙΑΤΡ.) ~ ~ μεταξύ επιληπτικών κρίσεων. Πβ. έκλαμψη.|| (κυρ. μτφ.) ~ά ~ατα στη ρουτίνα της καθημερινότητας. [< γαλλ. intervalle lucide] ● ΦΡ.: κατά διαλείμματα: κατά διαστήματα, διακεκομμένα: Αισθάνομαι κάποιους πόνους στο γόνατο ~ ~. ΑΝΤ. αδιάλειπτα & αδιαλείπτως, συνέχεια & συνεχώς, διάλειμμα για καφέ βλ. καφές [< μτγν. διάλειμμα] | |
| 12491 | διαλειμματικός | , ή, ό δι-α-λειμ-μα-τι-κός επίθ.: ΓΥΜΝ. που γίνεται με εναλλαγές της έντασης και της ταχύτητας: ~ή: άσκηση. ~ό: τρέξιμο.|| ~ή: νηστεία. ● ΣΥΜΠΛ.: διαλειμματική προπόνηση, βλ. προπόνηση. [< αγγλ. interval, 1957] | |
| 12492 | διαλείπων | , ουσα, ον δι-α-λεί-πων επίθ. (λόγ.): που σταματά και αρχίζει ανά διαστήματα: ~ων: φάρος. ~ουσα: απασχόληση/εργασία.|| (ΙΑΤΡ.) ~ων: ίκτερος/πόνος/πυρετός (βλ. κυματοειδής). ~ον: άσθμα. (ΨΥΧΙΑΤΡ.) ~ουσα: εκρηκτική διαταραχή. Πβ. ασυνεχής. Βλ. ακανόνιστος. ΣΥΝ. περιοδικός ΑΝΤ. συνεχής (1) ● ΣΥΜΠΛ.: διαλείπουσα χωλότητα βλ. χωλότητα [< αρχ. διαλείπων, γαλλ. intermittent] | |
| 12493 | διαλειτουργικός | , ή, ό δι-α-λει-τουρ-γι-κός επίθ.: ΠΛΗΡΟΦ. που χαρακτηρίζεται από διαλειτουργικότητα: ~ός: εξοπλισμός. ~ή: επικοινωνία/παροχή/(δια)σύνδεση/τεχνολογία. ~ό: δίκτυο. ~ές: υπηρεσίες. ● επίρρ.: διαλειτουργικά [< αγγλ. interoperable, 1969] | |
| 12494 | διαλειτουργικότητα | δι-α-λει-τουρ-γι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΠΛΗΡΟΦ. ικανότητα ετερογενών εφαρμογών και συστημάτων πληροφορικής να ανταλλάσσουν δεδομένα: Κέντρο ~ας. ~ με εφαρμογές ανοιχτού λογισμικού. [< αγγλ. interoperability, 1965, γαλλ. intéroperabilité, 1976] | |
| 12495 | διάλειψη | δι-ά-λει-ψη ουσ. (θηλ.): προσωρινή διακοπή ή παύση της ομαλής λειτουργίας: (ΤΗΛΕΠ.) κανάλια ~είψεων. Το σήμα παρουσιάζει ~είψεις (: ακανόνιστες μεταβολές της έντασης και της ποιότητας). Πβ. ασυνέχεια.|| (ΙΑΤΡ.) ~είψεις της μνήμης (: κενά)/του σφυγμού (βλ. αρρυθμία). Έχει/παθαίνει ~είψεις. [< αρχ. διάλειψις, γαλλ. intermittence, intermission] | |
| 12496 | διαλεκτική | δι-α-λε-κτι-κή ουσ. (θηλ.) 1. ΦΙΛΟΣ. η αναζήτηση της αλήθειας μέσα από τον διάλογο και την αντιπαράθεση των απόψεων. Πβ. μαιευτική/σωκρατική μέθοδος. 2. ΦΙΛΟΣ. τριμερής συλλογιστική πορεία που θεμελίωσε ο Χέγκελ και περιλαμβάνει αρχικά τη διατύπωση μιας θέσης, στη συνέχεια την έκφραση της αντίθετης άποψης και τέλος τη σύνθεσή τους: εγελιανή/υλιστική (πβ. διαλεκτικός υλισμός) ~. 3. (μτφ.) αλληλεπίδραση αντιτιθέμενων στοιχείων ενός συστήματος: η ~ της ιστορίας/φύσης. 4. η τέχνη του διαλόγου. [< αρχ. διαλεκτική, γερμ. Dialektik, γαλλ. dialectique, αγγλ. dialectic] | |
| 12497 | διαλεκτικός1 | , ή, ό δι-α-λε-κτι-κός επίθ.: ΦΙΛΟΣ. που σχετίζεται με τη διαλεκτική: ~ή: ανάλυση/θεωρία/μέθοδος (πβ. μαιευτική/σωκρατική μέθοδος)/προσέγγιση/σκέψη/σχέση. ΑΝΤ. αντιδιαλεκτικός ● ΣΥΜΠΛ.: διαλεκτικός υλισμός βλ. υλισμός [< αρχ. διαλεκτικός, γερμ. dialektisch, γαλλ. dialectique, αγγλ. dialectical] | |
| 12498 | διαλεκτικός2 | , ή, ό δι-α-λε-κτι-κός επίθ.: ΓΛΩΣΣ. που σχετίζεται με τη διάλεκτο: ~ή: προφορά/σύνταξη. ~ές: διαφορές/ποικιλίες. ~ά: στοιχεία (μιας γλώσσας)/φαινόμενα. Επιβίωση αρχαίων ~ών τύπων στη Νέα Ελληνική. Βλ. ιδιωματικός. [< γαλλ. dialectal] | |
| 12499 | διαλεκτολογία | δι-α-λε-κτο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΓΛΩΣΣ. κλάδος της γλωσσολογίας με αντικείμενο τη μελέτη των γεωγραφικών διαλέκτων. Βλ. -λογία. [< γερμ. Dialectologie, γαλλ. dialectologie, αγγλ. dialectology] | |
| 12500 | διαλεκτολόγος | δι-α-λε-κτο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας με ειδίκευση στη διαλεκτολογία. Βλ. -λόγος. [< γαλλ. dialectologue, αγγλ. dialectologist] | |
| 12501 | διάλεκτος | δι-ά-λε-κτος ουσ. (θηλ.) {διαλέκτ-ου | -ων, -ους}: ΓΛΩΣΣ. γλωσσική ποικιλία γεωγραφικής περιοχής που διαφοροποιείται αισθητά από την κοινή γλώσσα ως προς το λεξιλόγιο, τη γραμματική ή την προφορά: η κρητική/κυπριακή/ποντιακή ~. Η αττική/δωρική/ιωνική ~ της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας. Το Κέντρον Ερεύνης των Νεοελληνικών Διαλέκτων και Ιδιωμάτων (της Ακαδημίας Αθηνών). Πβ. ντοπιολαλιά. Βλ. ιδίωμα.|| Κοινωνική ~ (= κοινωνιόλεκτος). Στη λαϊκή ~ο (= λαϊκιστί). Βλ. ιδιόλεκτος. [< μτγν. διάλεκτος, γαλλ. dialecte, αγγλ. dialect, γερμ. Dialekt] | |
| 12502 | διαλελυμένος | , η, ο βλ. διαλυμένος | |
| 12503 | διάλεξη | δι-ά-λε-ξη ουσ. (θηλ.): δημόσια ομιλία επιστημονικού συνήθ. ή πολιτικού περιεχομένου: ανοιχτή/δημόσια/διαδικτυακή/εκλαϊκευμένη/ετήσια/κεντρική/σεμιναριακή ~. Ομιλία-~. Πανεπιστημιακές ~έξεις. Αίθουσα/θεματικός άξονας/κύκλος/σειρά ~έξεων. Δίνω/κάνω ~ με θέμα ... Άκουσε/παρακολούθησε τη ~. Βλ. σεμινάριο.|| (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) Μου έκανε ~ για τη φιλοσοφία της ζωής. Πβ. κήρυγμα. [< μτγν. διάλεξις] | |
| 12504 | διαλευκαίνω | δι-α-λευ-καί-νω ρ. (μτβ.) {διαλεύκ-ανα, διαλευκ-άνει, -άνθηκε, -ανθεί}: βρίσκω τη λύση σε αστυνομική υπόθεση και γενικότ. ξεκαθαρίζω, αποσαφηνίζω: Η Αστυνομία καλείται να ~άνει τον φόνο. Το έγκλημα ουδέποτε ~άνθηκε (= λύθηκε) πλήρως.|| Επιδιώκει να ~άνει το αίνιγμα/ερώτημα/μυστήριο. ΣΥΝ. εξιχνιάζω, ρίχνω φως (1) [< μτγν. διαλευκαίνω ‘κάνω λευκό, διασαφηνίζω’] | |
| 12505 | διαλεύκανση | δι-α-λεύ-καν-ση ουσ. (θηλ.) & (προφ.) διελεύκανση: αναζήτηση και ανεύρεση της αλήθειας για αστυνομική υπόθεση και γενικότ. για ένα γεγονός ή φαινόμενο, εξιχνίαση: δικαστική ~. ~ του εγκλήματος/της υπόθεσης.|| (ΒΙΟΛ.) ~ της λειτουργίας των πρωτεϊνών. [< γαλλ. élucidation] | |
| 12506 | διαλεχτός | , ή, ό δια-λε-χτός επίθ. & διαλεκτός: εκλεκτός, υψηλής ποιότητας: ~ό: ακροατήριο (πβ. επίλεκτος, βλ. διακεκριμένος). ~ά: εδέσματα/προϊόντα/υλικά. Κρασί από ~ούς αμπελώνες (= επιλεγμένους). Πβ. διαλεγμένος, εξαιρετικός, ξεχωριστός. [< μεσν. διαλεκτός] | |
| 12507 | διαλλακτικός | , ή, ό δι-αλ-λα-κτι-κός επίθ.: συμφιλιωτικός, συμβιβαστικός: ~ός: συνομιλητής.|| ~ή: πολιτική/τακτική. ~ό: πνεύμα. ~ές: θέσεις. Η κυβέρνηση τήρησε ~ή στάση. Πβ. ελαστ-, συναινετ-, υποχωρητ-ικός, μετριοπαθής, συζητήσιμος. ΑΝΤ. αδιάλλακτος, άκαμπτος (1) ● επίρρ.: διαλλακτικά [< μτγν. διαλλακτικός] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ