Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [1320-1340]

IDΛήμμαΕρμηνεία
331αγιοποιώ[ἁγιοποιῶ] α-γι-ο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {αγιοποι-εί, -ώντας | αγιοποί-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος} 1. ΕΚΚΛΗΣ. ανακηρύσσω επισήμως κάποιον ως Άγιο: ~ήθηκε από την Ορθόδοξη Εκκλησία. Βλ. -ποιώ. 2. (μτφ.) αποδίδω υπερβολικές αρετές, εξιδανικεύω κάποιον ή κάτι: ~ούν το κέρδος. Οι οπαδοί του τον ~ησαν (= τον αποθέωσαν). ~ημένος: ήρωας. ΑΝΤ. δαιμονοποιώ [< μεσν. αγιοποιώ, γαλλ. sanctifier]
332αγιοπρεπής, ής, ές [ἁγιοπρεπής] α-γι-ο-πρε-πής επίθ. (λόγ.): που ταιριάζει σε Άγιο ή Αγία: ~ής: πράξη/ταπεινοφροσύνη. ~ές: έργο.|| ~ή: πρόσωπα. Πβ. ιεροπρεπής. Βλ. -πρεπής. ● επίρρ.: αγιοπρεπώς [-ῶς] [< μεσν. αγιοπρεπής]
333Αγιορείτης[Ἁγιορείτης] Α-γιο-ρεί-της επίθ./ουσ.: μοναχός του Άθω, του Αγίου Όρους: ~ γέροντας/ησυχαστής. Λόγοι/προφητείες ~ών. Βλ. -ίτης1. ΣΥΝ. Αθωνίτης [< μεσν. Αγιορείτης]
334αγιορείτικος, η, ο [ἁγιορείτικος] α-γιο-ρεί-τι-κος επίθ. & αγιορειτικός, ή, ό & (σπάν.) αγιονορείτικος: που αναφέρεται στο Άγιο(ν) Όρος: ~ος: μοναχισμός. ~η: αρχιτεκτονική/κληρονομιά/κοινότητα/Μονή/παράδοση/συνταγή/τέχνη. ~ο: κρασί/τυπικό. ~α: κειμήλια/μετόχια. ΣΥΝ. αθωνικός [< μεσν. αγιορειτικός]
335άγιος, α, ο [ἅγιος] ά-γι-ος επίθ. (κ. ά-γιος, ά-για, ά-γιο) {-ου (λόγ.) -ίου, -ας (λόγ.) -ίας} 1. που σχετίζεται με τον Θεό, το θείο ή και τη χριστιανική λατρεία: αγία: εικόνα/μετάληψη/Οικογένεια/πρόθεση/προσκομιδή. Άγιο: δισκοπότηρο/Ευαγγέλιο. Άγια: Θεοφάνια/λείψανα/Μυστήρια/πάθη. Το Άγιο και Μέγα Σάββατο. Το άγιο όνομα του Κυρίου. Ευχές για τις άγιες μέρες του Πάσχα/των Χριστουγέννων. ~ ο Θεός (βλ. παν~). 2. ΕΚΚΛΗΣ. (με κεφαλ. Α, συντομ. Άγ. κ. Αγ.) πρόσωπο που τιμά η Εκκλησία λόγω του ενάρετου βίου και των θαυματουργών συχνά ιδιοτήτων του και λατρεύεται από τους πιστούς: Ο ~ Γεώργιος/Νικόλαος. Η Αγία Αικατερίνη. Οι Άγιοι Απόστολοι. Των Αγίων Πάντων. Η Εκκλησία τον έκανε Άγιο (= τον αγιοποίησε). Πβ. Αϊ & Άι, αγιο-.|| (σε γεν. για να δηλωθεί η μέρα της γιορτής ενός Aγίου) Σήμερα είναι του Αγίου Δημητρίου.|| (ως ουσ.) Άγιος, Αγία (ο/η): πολιούχος/προστάτης/τοπικός ~. Στρατιωτικοί Άγιοι. Οι βίοι των Αγίων. Βλ. όσιος, μάρτυρας. 3. (συνεκδ.) για εκκλησία που είναι αφιερωμένη σε έναν Άγιο και κατ' επέκτ. για τη γύρω περιοχή: Θα συναντηθούμε μπροστά στον Άγιο Ανδρέα.|| Μένω στον Άγιο Σώστη. 4. χαρακτηρισμός ή προσφώνηση ανώτερων κληρικών, ιδ. μητροπολιτών: Tι να κάνω Άγιε ηγούμενε/πάτερ; Βλ. αγιότητα. 5. (μτφ.) ευσεβής, ενάρετος, ιερός: άγια/αγία: γυναίκα/μορφή. ~ άνθρωπος! Δεν είναι και κανένας ~ (: παραβιάζει ηθικές αρχές και κανόνες).|| Άγια/αγία: ζωή. Πβ. όσιος. ● Ουσ.: Άγια (τα): ΕΚΚΛΗΣ. τα Τίμια Δώρα, ο άρτος και ο οίνος της Θείας Ευχαριστίας και συνεκδ. η χρονική στιγμή της περιφοράς τους: Προσκύνησε τα ~., άγιο (το): ΘΡΗΣΚ. οτιδήποτε ιερό και αγνό (σε αντιπαράθεση με το μιαρό και το βέβηλο) θεωρείται ότι αποτελεί την ουσία της ύπαρξης, το θείο: Λατρεία προς το όσιο, το ιερό, το ~. ● επίρρ.: άγια ● ΣΥΜΠΛ.: άγια χώματα 1. & αγιασμένα χώματα (μτφ.) για να δηλωθεί η ιερότητα του εδάφους, του μέρους, από το οποίο συνήθ. κατάγεται κάποιος: Πατώ/προσκυνώ/υπερασπίζομαι/φιλώ τα ~ ~ της πατρίδας. 2. ΕΚΚΛΗΣ. (με κεφαλ. τα αρχικά Α, Χ) τα μέρη όπου έζησε ο Χριστός., τα Άγια των Αγίων 1. ΕΚΚΛΗΣ. το ιερό του ναού: Το τέμπλο χωρίζει τον κυρίως ναό από ~ ~. ΣΥΝ. Ιερό/Άγιο Βήμα 2. (μτφ., με α πεζό) τα ιερά και τα όσια, το σπουδαιότερο στοιχείο: ~ ~ του Γένους μας/του πολιτισμού. Πβ. πεμπτουσία., το Άγιο(ν) Όρος: αυτόνομη μοναστική πολιτεία στη χερσόνησο του Άθω που αποτελεί το κέντρο του ορθόδοξου μοναχισμού: Ιερά Κοινότης του ~ίου ~ους (: όργανο που ασκεί τη διοικητική εξουσία). Πολιτικός διοικητής του ~ίου ~ους., Αγία Tριάδα βλ. τριάδα, Αγία Γραφή βλ. γραφή, Άγια Νύχτα βλ. νύχτα, αγία ράβδος βλ. ράβδος, Αγία Τράπεζα βλ. τράπεζα, Αγία/Τιμία/Τίμια Ζώνη βλ. ζώνη, άγιες μέρες βλ. μέρα, Άγιο Μύρο βλ. μύρο, Άγιο Πνεύμα βλ. πνεύμα, Άγιο Φως βλ. φως, Άγιοι Τόποι βλ. τόπος, η Αγία Έδρα βλ. έδρα, η αγία πόλη βλ. πόλη, Θεία Κοινωνία βλ. κοινωνία, ιερά σκεύη βλ. σκεύος, Ιερό/Άγιο Βήμα βλ. βήμα, Πανάγιος/Άγιος Τάφος βλ. τάφος, Τίμια/Άγια δώρα βλ. τίμιος, τίμιο/άγιο ξύλο βλ. ξύλο ● ΦΡ.: είχα Άγιο: φάνηκα τυχερός, ιδ. σε περίπτωση ατυχήματος: Είχε ~ ο οδηγός που έπεσε σε χαράδρα και δεν έπαθε τίποτα., και/κι ο άγιος φοβέρα θέλει: ακόμα και ο καλός χρειάζεται μερικές φορές πίεση ή και απειλή, για να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του ή για να εξυπηρετήσει κάποιον., καλά και άγια (συνήθ. ακολουθεί εναντίωση): πολύ καλά, πολύ σωστά: ~ ~ έπραξες. ~ ~ μίλησες, όμως δεν βλέπω έργα., καλός, χρυσός και άγιος, αλλά ... & καλός, χρυσός, αλλά ...: για να μετριάσει κάποιος την επικριτική του άποψη για άτομα ή ενέργειες: ~ ~, αλλά μιλάει πολύ. ~ ~ ο διάλογος, αλλά από ουσία μηδέν!, κάνει/παριστάνει τον Άγιο/την Αγία: προσποιείται τον αγνό και άκακο: Μη μου ~εις ~, γιατί ξέρω τι κουμάσι είσαι., κι/και άγιος ο Θεός (επιτατ.): για να δηλωθεί ότι επαναλαμβάνεται κάτι συχνά: αραλίκι/διάβασμα/κουβέντα/κουτσομπολιό ~ ~., κολάζει και Άγιο (εμφατ.): για γυναίκα συνήθ. που είναι αρκετά προκλητική: Με το βλέμμα/κορμί/ντύσιμό της ~ ~., μα τον Άγιο: όρκος για επιβεβαίωση λόγων ή πράξεων: ~ ~ Δημήτριο/μα την Αγία Ελεούσα, αν δεν έρθεις, δεν ξέρω τι θα κάνω., τα άγια τοις κυσί [τά ἅγια τοῖς κυσί] (ΚΔ): σε περιπτώσεις που εμπιστεύεται κάποιος την προστασία και την τήρηση κανόνων δικαίου, αξιών και γενικότ. ιερών πραγμάτων σε ανάξια πρόσωπα., του Αγίου Ποτέ (προφ.): (συνήθ. ως έκφρ. αγανάκτησης) για κάτι που δεν πρόκειται να γίνει: Πότε θα έρθεις; ~ ~. ΣΥΝ. τον μήνα που δεν έχει Σάββατο, (είναι) της Αγίας Καθίστρας βλ. καθίστρα, δε(ν) δίνει (ούτε) τ' αγγέλου/τ' Αγίου του νερό βλ. άγγελος, μην τάξεις του Άγιου/σε Άγιο κερί και του παιδιού/σε παιδί κουλούρι βλ. τάζω, σαν τον Άγιο/Όσιο Ονούφριο βλ. Ονούφριος [< αρχ. ἅγιος, μτγν. ἅγιος]
336αγιοσύνη[ἁγιοσύνη] α-γι-ο-σύ-νη ουσ. (θηλ.): αγιότητα. Βλ. -οσύνη. [< μτγν. ἁγιωσύνη]
337αγιοταφικός, ή, ό βλ. αγιοταφιτικός
338αγιοταφίτης, αγιοταφίτισσα[ἁγιοταφίτης] α-γιο-τα-φί-της επίθ./ουσ. {αγιοταφιτών}: ΕΚΚΛΗΣ. μοναχός που ανήκει στην αδελφότητα του Παναγίου Τάφου και κατ' επέκτ. μοναχός ή κληρικός των Αγίων Τόπων: ελληνορθόδοξοι ~ες.
339αγιοταφιτικός, ή, ό [ἁγιοταφιτικός] α-γι-ο-τα-φι-τι-κός επίθ. & (λαϊκό) αγιοταφίτικος: ΕΚΚΛΗΣ. που αναφέρεται, ανήκει στον ή προέρχεται από τον Πανάγιο Τάφο: ~ή: αδελφότητα. ~ό: φως. ~ά: καθιδρύματα.
340αγιότητα[ἁγιότητα] α-γι-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.) & (λόγ.) αγιότης: η ιδιότητα του Αγίου και του Θεού: πρότυπο/φωτοστέφανο ~ας. Σεβάσμια μορφή που αντανακλούσε ~ και πραότητα. Βλ. αμαρτωλότητα, -ότητα.|| (μτφ.) Το ένδυμα της ~ας.|| (ειρων.) Φαρισαϊκές/ψεύτικες ~ες.|| (ως προσφών., συνήθ. σε ανώτερο κληρικό) Παρακαλώ/προσκυνώ την Αγιότητά σας. Η Αυτού ~ ο Πατριάρχης ... Βλ. παν~. ΣΥΝ. αγιοσύνη, ιερότητα [< μτγν. ἁγιότης]
341αγιουρβέδα[ἀγιουρβέδα] α-γιουρ-βέ-δα ουσ. (θηλ.) & αγιουβέρδα: παραδοσιακή ινδική ιατρική που βασίζεται στο μασάζ σε όλο το σώμα με ειδικά έλαια, στον διαλογισμό και στην υγιεινή διατροφή. [< αγγλ. ayurveda]
342αγιούτο[ἀγιοῦτο] α-γιού-το ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. (παλαιότ.) ομαδικό παραδοσιακό παιχνίδι (είδος κυνηγητού). 2. (λαϊκό) βοήθεια: ~, σύντροφε/χριστιανοί! [< ιταλ. aiuto]
343αγιωνύμιο[ἁγιωνύμιο] α-γιω-νύ-μι-ο ουσ. (ουδ.) & αγιώνυμο: τοπωνύμιο από το όνομα Αγίου: Η περιοχή Άγιοι Ανάργυροι είναι ~. Βλ. -ωνύμιο. [< μεσν. αγιωνύμιο]
344αγιώνυμος, η/ος, ο [ἁγιώνυμος] α-γιώ-νυ-μος επίθ.: ΕΚΚΛΗΣ. (κυρ. για ιδρύματα ή τόπους) που φέρει το όνομα Αγίου ή που χαρακτηρίζεται "ιερός": ~η/ος: (μοναστική) πολιτεία. ~ο: Όρος (= το Άγιον Όρος). ~α: σπήλαια. Βλ. -ώνυμος. [< μεσν. αγιώνυμος]
345αγιωργίτικο[ἁγιωργίτικο] α-γιωρ-γί-τι-κο ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. ποικιλία κόκκινου σταφυλιού και το ομώνυμο κρασί: Το ~ έχει πλούσιο άρωμα και μαλακή επίγευση.|| (ως επίθ.) ~ο: ροζέ.
346αγιωτικός, ή, ό [ἁγιωτικός] α-γιω-τι-κός επίθ. (λαϊκό): που αναφέρεται σε Άγιο, αγιασμένος: ~ή: μορφή. ~ές: εικόνες. ~ά: κείμενα. ● Ουσ.: αγιωτικά (τα): ΛΑΟΓΡ. το σύνολο των μέσων που χρησιμοποιούνται για τον εξευμενισμό των κακών πνευμάτων και την επίκληση του Θείου (π.χ. εικονίσματα, λατρευτικά σκεύη, προσευχές). [< μεσν. αγιωτικός]
347αγκαζάρισμα[ἀγκαζάρισμα] α-γκα-ζά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η πράξη του αγκαζάρω: ~ των μελών του κόμματος στην προεκλογική εκστρατεία. Πβ. κράτηση. Βλ. καπάρωμα, -ισμα.
348αγκαζάρω[ἀγκαζάρω] α-γκα-ζά-ρω ρ. (μτβ.) {αγκάζαρα κ. αγκαζάρι-σα, -σμένος} (λαϊκό): εξασφαλίζω εκ των προτέρων τη δέσμευση, υπόσχεση ή συγκατάθεση κάποιου, κλείνω κάτι: ~ ένα συγκρότημα/ταξί/τραπέζι (= κάνω κράτηση). Με νίκη ~ουν σίγουρα τη δεύτερη θέση. Η θέση είναι ~σμένη (= καπαρωμένη, πιασμένη).
349αγκαζέ[ἀγκαζέ] α-γκα-ζέ επίρρ. {άκλ.} 1. κρατώντας ο ένας το μπράτσο του άλλου: Περπατούσαν (πιασμένοι) ~. ΣΥΝ. αλά μπρατσέτα & αλαμπρατσέτα 2. {ως επίθ.} δεσμευμένος με υπόσχεση ή συμφωνία: Λυπάμαι, η θέση/το μαγαζί/το τραπέζι είναι ~ (= ρεζερβέ). Δεν θα βγούμε απόψε, γιατί είμαι ~. Ο άντρας που της αρέσει είναι ~ (ΣΥΝ. πιασμένος). ● ΦΡ.: κάποιος/κάτι πάει αγκαζέ με (μτφ.): συνοδεύεται από, συνδέεται άμεσα με (κάποιον ή κάτι): Η χαρά ~ ~ (= δίπλα δίπλα) με τον πόνο. [< γαλλ. engagé]
350αγκαθένιος, ια, ιο βλ. αγκάθινος

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.