| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 12508 | διαλλακτικότητα | δι-αλ-λα-κτι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ιδιότητα που χαρακτηρίζει τον διαλλακτικό· συμβιβαστικότητα: Δείχνω/επιδεικνύω ~. Πβ. ελαστικότητα, μετριοπάθεια. Βλ. ανεκτικότητα, καλή πίστη, -ότητα. ΑΝΤ. αδιαλλαξία | |
| 12509 | διαλογέας | δι-α-λο-γέ-ας ουσ. (αρσ.) {-είς, -έων} 1. πρόσωπο που ασχολείται με τη διαλογή: ~ αλληλογραφίας. ~είς ιματισμού. Βλ. ταξινόμος. 2. ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή με την οποία γίνεται ξεδιάλεγμα, κυρ. καρπών: αυτόματος/ηλεκτρομηχανικός ~. ~ ελαιών/σπόρων. ~είς και ταξινομητές για φρούτα και λαχανικά.|| ~ απορριμμάτων/κερμάτων. Βλ. διαχωριστής, -έας. [< 2: γαλλ. trieur] | |
| 12510 | διαλογή | δι-α-λο-γή ουσ. (θηλ.): διαχωρισμός των στοιχείων ενός συνόλου και κατάταξή τους σε κατηγορίες με βάση το είδος ή τα χαρακτηριστικά τους: ~ φρούτων. ~ των απορριμμάτων/δελτίων προπό. ~ ταχυδρομικών αντικειμένων. Πάγκος ~ής. Η εφορευτική επιτροπή διενεργεί τη ~ των ψηφοδελτίων (: ξεχωρίζει τα έγκυρα από τα άκυρα και τα λευκά. Βλ. ψηφολέκτης). Πβ. (ξε)διάλεγμα, ξεσκαρτάρισμα. ● ΣΥΜΠΛ.: πρώτης (Α')/δεύτερης (Β')/τρίτης (Γ')/τελευταίας διαλογής: για καταναλωτικά συνήθ. προϊόντα που ταξινομούνται σε κατηγορίες με βάση την ποιότητά τους· γενικότ. ως αξιολογικός χαρακτηρισμός προσώπου ή πράγματος: σταφύλια ~ ~.|| Εργατικό δυναμικό/ομάδες ~ ~. Βλ. μπας-κλας. [< αρχ. διαλογή ‘απαρίθμηση, διάλογος’] | |
| 12511 | διαλογίζομαι | δι-α-λο-γί-ζο-μαι ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {διαλογίστηκα, διαλογιζ-όμενος} (λόγ.) 1. (κυρ. στον βουδισμό) κάνω διαλογισμό: ~εται ακίνητος κι ατάραχος/με κλειστά μάτια. 2. στοχάζομαι, κάνω συλλογισμούς σε ένα συγκεκριμένο θέμα: ~ για τη ζωή/πάνω στις ανθρώπινες σχέσεις. Πβ. συλλογίζομαι. [< 1: γαλλ. méditer 2: αρχ. διαλογίζομαι] | |
| 12512 | διαλογικός | , ή, ό δι-α-λο-γι-κός επίθ. 1. που αναπτύσσεται με διάλογο ή έχει τη μορφή διαλόγου, συζήτησης: ~ή: σκηνή. Τα ~ά μέρη της τραγωδίας. 2. ΤΗΛΕΠ.-ΠΛΗΡΟΦ. που περιλαμβάνει αλληλεπίδραση, διαδραστικός: ~ή: επικοινωνία/μάθηση. ~ό: περιβάλλον/σύστημα. ~ές: δραστηριότητες. ● επίρρ.: διαλογικά [< μτγν. διαλογικός] | |
| 12513 | διαλογικότητα | δι-α-λο-γι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. (λόγ.) η ιδιότητα του διαλογικού· (ΛΟΓΟΤ.) διάλογος. Βλ. διακειμενικότητα, διαλεκτική, -ότητα. 2. ΠΛΗΡΟΦ. αλληλεπίδραση, διαδραστικότητα: ~ των πολυμέσων. Βλ. διαλειτουργικότητα. | |
| 48231 | διαλογισμός | συλ-λα-βι-στής ουσ. (αρσ.): ΠΛΗΡΟΦ. εργαλείο του επεξεργαστή κειμένου το οποίο αναλαμβάνει τον χωρισμό των μεγάλων λέξεων που εκτείνονται πέραν του δεξιού περιθωρίου της στήλης ή της σελίδας βάσει των κανόνων συλλαβισμού. [< μεσν. συλλαβιστής, αγγλ. hyphenator (checker)] | |
| 12514 | διαλογισμός | δι-α-λο-γι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. βαθιά σκέψη σε ένα συγκεκριμένο θέμα, περισυλλογή: Βρίσκεται/είναι σε βαθύ ~ό. Πβ. στοχασμός, συλλογισμός. 2. (κυρ. στον βουδισμό) διανοητική άσκηση με χρήση τεχνικών αυτοσυγκέντρωσης για την ανάπτυξη των νοητικών ικανοτήτων και την επίτευξη εσωτερικής αρμονίας και γαλήνης: κέντρο/μαθήματα/μέθοδος/σεμινάρια ~ού. Βλ. γιόγκα. ● ΣΥΜΠΛ.: υπερβατικός διαλογισμός βλ. υπερβατικός [< 1: αρχ. διαλογισμός 2: γαλλ. méditation] | |
| 12515 | διαλογιστής | δι-α-λο-γι-στής ουσ. (αρσ.): (κυρ. στον βουδισμό) αυτός που κάνει διαλογισμό. Βλ. γκουρού, μυστικιστής. | |
| 12516 | διάλογος | δι-ά-λο-γος ουσ. (αρσ.) {-ου (συνήθ. λόγ.) -όγου} 1. συνομιλία μεταξύ δύο ή περισσοτέρων ατόμων· (ειδικότ., συνήθ. στον πληθ.) τα λόγια που ανταλλάσσουν μεταξύ τους οι ήρωες θεατρικού, κινηματογραφικού, λογοτεχνικού ή άλλου έργου: γραπτός/έντονος/ζωντανός/κωμικός/μαγνητοφωνημένος/μονότονος/πνευματώδης/προφορικός/σύντομος/τηλεοπτικός/τηλεφωνικός/φυσικός ~.|| Σατιρικός ~. Οι ~οι των πρωταγωνιστών/ενός σεναρίου. Μετάφραση-απόδοση των ~ων από τον ... Μουσική επένδυση των ~ων μίας ταινίας. Πβ. στιχομυθία.|| Εσωτερικός ~. Βλ. ενδιάθετος λόγος, μονόλογος.|| (μτφ.) ~ των πολιτισμών. Πβ. επικοινωνία. Βλ. προσέγγιση. 2. (ειδικότ.) επίσημη συζήτηση, σειρά ενεργειών ή επαφών με σκοπό την επίλυση ενός προβλήματος, την εξέταση ενός θέματος, την επίτευξη συμφωνίας: ακαδημαϊκός/ανοιχτός/αποτελεσματικός/απροσχημάτιστος/γνήσιος/γόνιμος/δημιουργικός/δημοκρατικός/δημόσιος/διεθνής/διεπιστημονικός/δυναμικός/ειλικρινής/ενεργός/εποικοδομητικός/ευρύς/οικουμενικός/ουσιαστικός/πολιτισμένος/τριμερής ~. ~ μεταξύ δύο χωρών (βλ. διπλωματία). Πρόσκληση σε ~ο. Δικαίωμα συμμετοχής στον ~ο. Ανοίγει/διεξάγεται ~. Καλώ (κάποιον) σε/κάνω/ξεκινώ ~ο. Αρχίζει ο ~ για το ασφαλιστικό. Ναυάγησε ο ~ μεταξύ διοίκησης και εκπροσώπων των εργαζομένων. Πάγωσε (= διακόπηκε) ο ~ για ... Πβ. διαβούλευση, διαπραγμάτευση. 3. ΠΛΗΡΟΦ. αλληλεπίδραση ενός προγράμματος με τον χρήστη μέσω γραφικού περιβάλλοντος ή της γραμμής εντολών: ~ ανθρώπου-μηχανής. Μοντελοποίηση/συστήματα/σχεδιασμός ~ων. Πβ. διαδραστικότητα. Βλ. διαλειτουργικότητα. 4. φιλοσοφικό κυρ. έργο στο οποίο οι θέσεις του συγγραφέα αναπτύσσονται με τη μορφή φανταστικής συνομιλίας ανάμεσα σε διάφορα πρόσωπα: οι πλατωνικοί ~οι. Βλ. -λογος. ● ΣΥΜΠΛ.: κοινωνικός διάλογος βλ. κοινωνικός, πλαίσιο/παράθυρο διαλόγου βλ. πλαίσιο ● ΦΡ.: διάλογος (μεταξύ) κωφών/κουφών (μτφ.): που δεν καταλήγει σε συνεννόηση των συμμετεχόντων. [< γαλλ. dialogue de sourds] [< αρχ. διάλογος, γαλλ. dialogue 3: αγγλ. dialogue] | |
| 12517 | διάλυμα | δι-ά-λυ-μα ουσ. (ουδ.) {διαλύμ-ατος | -ατα}: ΧΗΜ. ομογενές μείγμα από δύο ή περισσότερες ουσίες: αέριο/βασικό/στερεό/υγρό ~. Ακόρεστο/αλατούχο/ενέσιμο/ηλεκτρολυτικό/κορεσμένο/ουδέτερο/οφθαλμικό (βλ. κολλύριο)/πυκνό (: με μεγάλη ποσότητα διαλυτής ουσίας στη μονάδα όγκου του διαλύτη)/ρυθμιστικό (: του οποίου το πεχά δεν μεταβάλλεται ακόμα και όταν προστίθενται σε αυτό μικρές ποσότητες οξέος ή βάσης ή όταν αραιώνεται με νερό)/στείρο/στοματικό (= στοματόπλυμα)/υδατικό ~. Συγκέντρωση ~ατος (: περιεκτικότητα). Βλ. διαλύτης. ● ΣΥΜΠΛ.: αλκαλικό διάλυμα βλ. αλκαλικός, κρυσταλλοειδή διαλύματα βλ. κρυσταλλοειδής [< γαλλ. solution] | |
| 12518 | διαλυμένος | , η, ο δι-α-λυ-μέ-νος επίθ. & (λόγ.) διαλελυμένος 1. (μτφ.) κατεστραμμένος: ~ο: αυτοκίνητο/μαγαζί/πιάνο. Πβ. ερειπωμένος, χαλασμένος.|| ~ος: γάμος. ~η: οικογένεια/οικονομία/σχέση/χώρα. Βλ. αποτυχη-, ρημαγ-μένος.|| Ψυχικά ~η (: εξουθενωμένη, κουρασμένη). 2. ΧΗΜ. που έχει διαλυθεί: ~ο: αέριο. ~ες: ουσίες. ~α: άλατα/συστατικά. Χρώμα ~ο σε νερό. ● βλ. διαλύω [< αρχ. διαλελυμένος, μτχ. παθ. παρακ. του ρ. διαλύω, γαλλ. dissous] | |
| 12519 | διάλυση | δι-ά-λυ-ση ουσ. (θηλ.) 1. χωρισμός σε μέρη, διάσπαση: ~ ανθρακικών πετρωμάτων (πβ. αποσάθρωση, αποσύνθεση). ~ύσεις πλοίων (πβ. αποσυναρμολόγηση).|| ~ του πλήθους (πβ. διασκορπισμός)/στρατού. Βίαιη ~ της συγκέντρωσης διαμαρτυρίας.|| ~ του τοπικού περιττού λίπους. ~ του θρόμβου στη στεφανιαία αρτηρία. 2. (μτφ.) διακοπή της ύπαρξης, της λειτουργίας, αναστολή της ισχύος: ~ αρραβώνα/γάμου (βλ. διαζύγιο, χωρισμός)/συμφώνου (πβ. ακύρωση, αναίρεση). ~ της Βουλής (: για προκήρυξη εκλογών)/εταιρείας/συγκροτήματος/σωματείου. (σε επιγραφές καταστημάτων:) Ξεπούλημα λόγω ~ης (βλ. εκποίηση). Στα πρόθυρα ~ης. Υπό ~. Απειλείται/κινδυνεύει με ~ η ομάδα. Οδηγείται σε ~ ο σύλλογος.|| (αποδιοργάνωση:) ~ του εθνικού συστήματος υγείας/της οικονομίας (πβ. αποδιάρθρωση). ~ επικρατούσε σήμερα στις αεροπορικές πτήσεις. Η χώρα βρίσκεται σε κατάσταση ~ης λόγω του μεγάλου απεργιακού κύματος. Εικόνα ~ης παρουσίασε η ... Πβ. παράλυση. Βλ. αυτο~, κατάλυση, καταστροφή. 3. ΧΗΜ. προσθήκη στερεού, υγρού ή αέριου στοιχείου σε ένα άλλο, για τον σχηματισμό διαλύματος: ~ αλάτων/μιας ουσίας/χρωμάτων. Δισκίο ταχείας ~ης. 4. εξαφάνιση: ~ νεφών.|| (μτφ.) ~ των αµφιβολιών. Πβ. εξάλειψη. 5. σωματική ή συνήθ. ψυχική εξουθένωση: Βρίσκομαι στα όρια ~ης. Πβ. εξάντληση. ● ΦΡ.: βαράει διάλυση & (σπάν.) βαράει φαλιμέντο (λαϊκό): (για επιχείρηση, σχέση, κατάσταση) οδηγείται σε χρεοκοπία ή γενικότ. αποσυντονίζεται: Το κατάστημα βάρεσε ~. Πβ. βαράει/ρίχνει/σκάει κανόνι. [< αρχ. διάλυσις 2,3: γαλλ. (dis)solution] | |
| 12520 | διαλυτήριο | δι-α-λυ-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.): ειδικός χώρος όπου αποσυναρμολογούνται μεγάλες κατασκευές: ~ αυτοκινήτων/πλοίων (βλ. ναυπηγείο). Βλ. -τήριο. | |
| 12521 | διαλύτης | δι-α-λύ-της ουσ. (αρσ.) {διαλυτών}: ΧΗΜ. υγρό που μπορεί να διαλύσει μια ουσία, ώστε να σχηματιστεί διάλυμα: φυσικός ~. Οργανικοί ~ες. [< πβ. αρχ. διαλύτης ‘αυτός που διαλύει, καταστροφέας’, γαλλ. dissolvant] | |
| 12522 | διαλυτικά | δι-α-λυ-τι-κά ουσ. (ουδ.) (τα): ΓΡΑΜΜ. ορθογραφικό σύμβολο αποτελούμενο από δύο τελείες (¨), οι οποίες τοποθετούνται πάνω από τα γράμματα "ι" και "υ", για να δηλώσουν ότι προφέρονται χωριστά από τα προηγούμενα φωνήεντα (λαϊκή, εξαϋλώνω) και όχι ως δίψηφα. | |
| 12523 | διαλυτικός | , ή, ό δι-α-λυ-τι-κός επίθ. 1. που έχει την ιδιότητα να διαλύει ουσίες: ~ή: δράση/ικανότητα. ~ό: μέσο/υγρό. ~ά: λίπη. Βλ. τηκτικός. 2. (μτφ.) που προκαλεί διάλυση ή καταργεί την ισχύ: ~ή: επίδραση/πολιτική. Λειτουργεί ως ~ό στοιχείο στο κόμμα. Πβ. διασπαστικός. Βλ. καταλυτικός.|| (ΝΟΜ.) ~ή: προθεσμία (: που ορίζει πότε παύουν τα αποτελέσματα μιας δικαιοπραξίας). ● Ουσ.: διαλυτικό (το): ΧΗΜ. οργανικός διαλύτης ουσιών με εφαρμογή κυρ. στην αραίωση χρωμάτων: άοσμο/δυνατό/οικολογικό/οργανικό ~. ~ βερνικιών/διορθωτικού (μπλάνκο). Πβ. αραιωτικό. Βλ. ακετόνη. ● επίρρ.: διαλυτικά ● ΣΥΜΠΛ.: διαλυτική αίρεση βλ. αίρεση [< 1: γαλλ. dissolvant, dissolutif 2: αρχ. διαλυτικός] | |
| 12524 | διαλυτός | , ή, ό δι-α-λυ-τός επίθ. (κυρ. ΧΗΜ.): που έχει την ιδιότητα να διαλύεται σε άλλη ουσία: Το μελάνι είναι ~ό στο νερό. Πβ. ευδιάλυτος. Βλ. δυσδιάλυτος, εντερο~, υδατο~. ΑΝΤ. αδιάλυτος (1) [< αρχ. διαλυτός, γαλλ. (dis)soluble] | |
| 12525 | διαλυτότητα | δι-α-λυ-τό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. η ιδιότητα ορισμένων ουσιών να διαλύονται σε άλλες: Το οξυγόνο έχει μικρή ~ στο νερό. Βλ. -ότητα. ΑΝΤ. αδιαλυτότητα [< γαλλ. solubilité] | |
| 12526 | διαλύω | δι-α-λύ-ω ρ. (μτβ.) {διέλυ-σα (προφ.) διάλυ-σα, διαλύ-σω, -θηκε, -θεί, -οντας, -μένος} & (προφ.) διαλώ {-άς ...} 1. καταστρέφω, εξαλείφω: Τον ~σε τον υπολογιστή. Το βάζο έπεσε και ~θηκε σε χίλια κομμάτια. Από το τρακάρισμα το αυτοκίνητο κόντεψε να ~θεί. Ο σεισμός ~σε τα σπίτια της περιοχής. Τα ~σες όλα! Πβ. αχρηστεύω, χαλώ.|| (μτφ.) ~σαν τη δημόσια διοίκηση/το κράτος/την οικονομία. ~εται η κοινωνική συνοχή. Πβ. αποδιοργανώνω, αποσαθρώνω, καταλύω. Βλ. βλάπτω, ζημιώνω.|| Προϊόν που ~ει τα άλατα/τους λεκέδες. Το φάρμακο αυτό ~ει τους θρόμβους. ~θηκε το νέφος/η ομίχλη. ~θηκαν τα σύννεφα. Πβ. εξαφανίζω.|| (μτφ.) Μια νέα έρευνα έρχεται να ~σει τον μύθο του ... ~θηκαν οι αμφιβολίες/οι υποψίες/οι φόβοι του. Πβ. διασκεδάζω. Βλ. διώχνω. 2. κάνω κάτι να πάψει να υπάρχει, να ισχύει, να λειτουργεί: ~ τον αρραβώνα/τη συνεργασία/σχέση/φιλία. Ο γάμος τους ~θηκε άδοξα. Πβ. ακυρώνω, λύνω. Βλ. αναιρώ.|| ~θηκε η Ένωση/επιτροπή/εταιρεία/το κόμμα/ο όμιλος/η οργάνωση/το σωματείο. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, με πρόταση της κυβέρνησης, ~σε τη Βουλή. Βλ. καταργώ, κλείνω. 3. διασπώ τη συνοχή οργανωμένου συνόλου ανθρώπων, διασκορπίζω: Η Αστυνομία ~σε τους συγκεντρωμένους διαδηλωτές/το πλήθος. Η πορεία/η συγκέντρωση/το συλλαλητήριο ~θηκε.|| Με τη λήξη της τελετής ~θήκαμε. (ως παράγγελμα) ~θείτε ησύχως. 4. (για πρόσ.) ταλαιπωρώ πολύ κάποιον, συνήθ. ψυχικά, εξουθενώνω. Πβ. καταρρακώνω. Βλ. ισοπεδώνω. 5. αναμειγνύω δύο ή περισσότερες ουσίες, ώστε να αποτελέσουν διάλυμα: ~ το αλάτι/την ασπιρίνη στο νερό. (σε συνταγές) ~ετε τη σόδα σε χυμό πορτοκαλιού. Πβ. λιώνω.|| Οι διοξίνες ~ονται εύκολα στο λάδι. 6. (προφ.) κατατροπώνω, νικώ εξευτελίζοντας τον αντίπαλο: Τους ~σαμε χθες στον αγώνα. Ο ομάδα του ... ~σε τον ... με 5-1. (απειλητ.) Θα σας ~ουμε! Πβ. κατανικώ. ● ΦΡ.: το διαλύουμε & (σπάν.) το διαλάμε (μτφ.-προφ.) 1. για ομάδα ανθρώπων που αποφασίζουν να αποχωρήσουν σχεδόν ταυτόχρονα από ένα χώρο, τερματίζοντας έτσι μια γιορτή, εκδήλωση, συγκέντρωση, συνάντηση: Το ~σαμε κατά τις πρωινές ώρες. Είναι ώρα να το ~σουμε. 2. χωρίζουμε: Μήπως είναι καλύτερα να το ~σουμε; Δεν πάει άλλο! Πβ. τα χαλάω., το διαλύω το μαγαζί (μτφ.): σε καταστάσεις αποδιοργάνωσης ή για τη λήξη μιας συνεργασίας, μιας σχέσης ή για το κλείσιμο μιας επιχείρησης. ● βλ. διαλυμένος [< αρχ. διαλύω 4,5: γαλλ. dissoudre] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ