Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [13400-13420]

IDΛήμμαΕρμηνεία
12527διαλώβλ. διαλύω
12528διαμαγνητικός, ή, ό δι-α-μα-γνη-τι-κός επίθ.: ΦΥΣ. που έχει την ιδιότητα του διαμαγνητισμού: ~ά: ιόντα/σώματα/υλικά. Βλ. παρα-, σιδηρο-μαγνητικός. [< γαλλ. diamagnétique, αγγλ. diamagnetic]
12529διαμαγνητισμόςδι-α-μα-γνη-τι-σμός ουσ. (αρσ.): ΦΥΣ. η ιδιότητα ορισμένων σωμάτων να απωθούνται όταν βρεθούν σε μαγνητικό πεδίο. Βλ. παρα-, σιδηρο-μαγνητισμός. [< γαλλ. diamagnétisme, αγγλ. diamagnetism]
12530διαμαντέδια-μα-ντέ επίθ. {άκλ.}: (κυρ. για κρύσταλλο) που έχει κατεργασμένες άκρες, ώστε να σχηματίζονται μικρά πρίσματα στην επιφάνειά του: γυαλί ~. Βλ. μπιζουτέ.|| (ΟΙΚΟΔ.) Δίσκοι/εργαλεία ~.
12531διαμαντένιος, ια, ιο δια-μα-ντέ-νιος επίθ.: (συνήθ. για κόσμημα) που έχει κατασκευαστεί ή διακοσμηθεί με διαμάντια: ~ιος: σταυρός. ~ιο: δαχτυλίδι/περιδέραιο. Βλ. -ένιος. ΣΥΝ. αδαμάντινος (1) [< μεσν. διαμαντένιος]
12532διαμάντιδια-μά-ντι ουσ. (ουδ.) {διαμαντ-ιού | -ιών} 1. ΟΡΥΚΤ. πολύ σκληρός και διάφανος πολύτιμος λίθος που αποτελεί ποικιλία κρυσταλλικού άνθρακα· η αντίστοιχη κατεργασμένη μορφή του και συνεκδ. το κόσμημα που τον φέρει: συνθετικό ~. Κοπή ~ιού. Μεταλλεία/ορυχεία ~ιών. ΣΥΝ. αδάμας.|| Η αξία/έδρα/λάμψη του ~ιού. Κολιέ/σκουλαρίκια με ~ια.|| Ανέβηκε στη σκηνή φορτωμένη ~ια. Πβ. διαμαντικό, μπριγιάν. Βλ. καράτι. 2. (μτφ.) ακέραιος, έντιμος άνθρωπος: (ως επίθ.) παιδί ~. Πβ. αδαμάντινος. 3. (μτφ.) οτιδήποτε λαμπερό, διαυγές, όμορφο, πολύτιμο και σπάνιο: λογοτεχνικά/μουσικά/ποιητικά ~ια.|| (ως παραθετικό σύνθ.) Παραστάσεις ~ια (= εκπληκτικές). 4. ΤΕΧΝΟΛ. εργαλείο με αιχμηρό διαμάντι προσαρμοσμένο στο άκρο του για την κοπή ή χάραξη γυαλιού, σκληρών επιφανειών και ημιπολύτιμων λίθων. Βλ. διαμαντόδισκος. ● Υποκ.: διαμαντάκι (το) [< μεσν. διαμάντι(ν) < ιταλ. diamante]
12533διαμαντικόδια-μα-ντι-κό ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.} (προφ.): κόσμημα με ένα ή περισσότερα διαμάντια ή γενικότ. πολύτιμο: ~ά και λίρες/μαλάματα. Βλ. χρυσαφικά.
12534διαμαντόδισκοςδια-μα-ντό-δι-σκος ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. δισκοειδές εξάρτημα που τοποθετείται συνήθ. σε τροχό ή τριβείο για την κοπή και το τρόχισμα υλικών.
12535διαμαντόπετραδια-μα-ντό-πε-τρα ουσ. (θηλ.): κατεργασμένο διαμάντι πάνω σε κόσμημα: κολιέ με ~ες.
12536διαμαρτίαδι-α-μαρ-τί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. ανωμαλία στη διαμόρφωση ιστού ή οργάνου που παρουσιάζεται στο έμβρυο κατά τη διάρκεια της κύησης, δυσπλασία: ~ των αγγείων/διάπλασης. Συγγενείς ~ες της καρδιάς. Βλ. δυσμορφία. [< αρχ. διαμαρτία 'σφάλμα', γαλλ. malformation]
12537διαμαρτύρησηδι-α-μαρ-τύ-ρη-ση ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. συμβολαιογραφική πράξη με την οποία καταγγέλλεται ότι ένα αξιόγραφο είναι ληξιπρόθεσμο ή ότι δεν έγινε αποδεκτό: ~ γραμματίου/επιταγής/συναλλαγματικής. [< γαλλ. protestation]
12538διαμαρτυρίαδι-α-μαρ-τυ-ρί-α ουσ. (θηλ.) 1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του διαμαρτύρομαι: δυναμική/έγγραφη (= γραπτή ~)/έμπρακτη/ένστολη (π.χ. των αστυνομικών)/κοινωνική/προφορική/συλλογική/συμβολική ~. Επιστολή/ψήφος ~ας. Πορεία/συλλαλητήριο/συναυλία ~ας (ενάντια στον πόλεμο). Θύελλα/μπαράζ ~ών. Δέχεται τα πάντα χωρίς ~ (= αντίρρηση, γκρίνια. Πβ. αδιαμαρτύρητα). Βίαιες/έντονες ~ες (= αντιδράσεις) προκάλεσε η απόλυση εργαζομένων. Η πρεσβεία προέβη σε ~ προς ...|| ~ που επιδόθηκε στο Υπουργείο ... Συντάσσω/υποβάλλω ~. Πβ. ένσταση. 2. ΝΟΜ. εξώδικη πράξη για την έκφραση αντίρρησης εκ μέρους του δηλούντος σχετικά με ενέργειες τρίτου ή τον αποκλεισμό κάθε πιθανότητας παραίτησής του από δικαίωμα ή κάθε βλαπτικής ερμηνείας των πράξεών του. ● ΣΥΜΠΛ.: καθιστική διαμαρτυρία: κατά την οποία οι συμμετέχοντες παραμένουν καθισμένοι στο έδαφος σε συγκεκριμένο δημόσιο χώρο, αρνούμενοι να μετακινηθούν: ~ ~ μπροστά από το κτίριο ... Βλ. λευκή απεργία. [< αγγλ. sit-in, 1937] , συγκέντρωση διαμαρτυρίας: συλλογική δημόσια παρουσία διαδηλωτών: ~ ~ των εργαζομένων/καταναλωτών/κατοίκων. ~ ~ οργανώνουν/πραγματοποιούν οι ... Συμμετέχουμε στη ~ ~., φωνή διαμαρτυρίας: έκφραση δημόσιας διαφωνίας, αποδοκιμασίας: ~ ~ από τους εργαζομένους/τους κατοίκους. Οι αγρότες υψώνουν ~ ~ ενάντια στην/κατά της ... Δεν ακούστηκε ούτε μία ~ ~ από ... Πληθαίνουν οι ~ές ~ για την καταστροφή του περιβάλλοντος., παράσταση διαμαρτυρίας βλ. παράσταση ● ΦΡ.: σε ένδειξη διαμαρτυρίας: για να εκφράσει κάποιος, συνήθ. δημόσια, τη δυσανασχέτηση ή/και την αντίθεσή του: απεργία πείνας ~ ~ για ... Τα μαγαζιά θα παραμείνουν κλειστά ~ ~. [< μτγν. διαμαρτυρία ‘ένσταση μέσω μαρτυρίας’, γαλλ. protestation]
12539διαμαρτυρικόδι-α-μαρ-τυ-ρι-κό ουσ. (ουδ.): ΝΟΜ. συμβολαιογραφικό έγγραφο διαμαρτύρησης και (συνεκδ. στον πληθ.) το πρόστιμο που καταβάλλεται για την εκπρόθεσμη εξόφληση αξιογράφου. [< γαλλ. protêt]
12540διαμαρτύρομαιδι-α-μαρ-τύ-ρο-μαι ρ. (αμτβ.) {διαμαρτυρ-ήθηκα, -όμενος}: εκδηλώνω την αντίθεση, την αποδοκιμασία ή τη δυσαρέσκειά μου απέναντι σε κάτι που θεωρώ άδικο ή εσφαλμένο: ~ δίκαια/εγγράφως/έντονα. Κάνε τη δουλειά χω ‘ρίς να ~εσαι (= παραπονιέσαι, φέρνεις αντίρρηση)! Όλοι ~ονται ενάντια στην/για την ακρίβεια (πβ. δυσανασχετώ). ~ονταν ότι ... ~ήθηκαν στον διαιτητή. Οι εκπρόσωποι των κατοίκων αποχώρησαν ~όμενοι. Πβ. ενίσταμαι. [< αρχ. διαμαρτύρομαι]
12541διαμαρτυρόμενοςδι-α-μαρ-τυ-ρό-με-νος ουσ. (αρσ.) , διαμαρτυρόμενη (η): προτεστάντης. [< γαλλ. protestant]
12542διαμαρτυρώ[διαμαρτυρῶ] δι-α-μαρ-τυ-ρώ ρ. (μτβ.) {διαμαρτυρ-είς ... | -ήθηκε, κυρ. στη μτχ. -ημένος}: ΝΟΜ. κινώ τη διαδικασία της διαμαρτύρησης. ● Μτχ.: διαμαρτυρημένος , η, ο: που δεν έχει εξοφληθεί, εκπρόθεσμος: ~ημένη: επιταγή/συναλλαγματική. ~ημένο: γραμμάτιο. [< αρχ. διαμαρτυρῶ, γαλλ. protester]
12543διαμάχηδι-α-μά-χη ουσ. (θηλ.): έντονη αντιπαράθεση, με λόγια ή πράξεις, ανάμεσα σε αντιτιθέμενες πλευρές: ανοιχτή/γλωσσική/δημόσια/δικαστική/εμφύλια/ένοπλη/θρησκευτική/ιστορική/νομική/οξεία/πολιτική/σφοδρή ~. Εσωκομματικές/ιδεολογικές/οικογενειακές ~ες (πβ. ρήξη). ~ για/γύρω από ... Παρέμβαση στη ~ μεταξύ των δύο κρατών (βλ. διαιτησία). Πεδίο ~ης μεγάλων συμφερόντων. Επίλυση μιας ~ης. Εντείνεται/κλιμακώνεται/ξεσπά/συνεχίζεται/φουντώνει η ~. Διευθετώ μια/δίνω τέλος σε μια ~. Βρίσκομαι σε/έχω μια/παίρνω μέρος σε μια ~ με ... Πβ. αντιδικία, διένεξη, έριδα, καβγάς, προστριβή, σύγκρουση, φιλονικία. Βλ. διαφωνία, διχογνωμία. [< αρχ. διαμάχη ‘άγρια μάχη, σκληρή πάλη’]
12544διαμεθοριακός, ή, ό δι-α-με-θο-ρι-α-κός επίθ.: διασυνοριακός: ~ή: διακίνηση (αγαθών). Βλ. διακρατικός.
12545διαμείβεταιδι-α-μεί-βε-ται ρ. (αμτβ.) {διαμεί-φθηκε (λόγ.) διημείφ-θη, -θησαν, μτχ. διαμειφ-θέντα} (επίσ.): λέγεται, συζητιέται: Είναι άγνωστο το τι ~ στις συσκέψεις τους. Διάλογος που ~θη μεταξύ των δύο υπουργών. Ήταν πρωτοφανή τα όσα ~θησαν στο δικαστήριο.|| (η μτχ. ως ουσ.) Τα ~θέντα στη Σύνοδο Κορυφής. Πβ. λεχθέντα, συζητηθέντα. [< μτγν. διαμείβομαι]
12546διαμελίζωδι-α-με-λί-ζω ρ. (μτβ.) {διαμέλι-σε, -στηκε, -στεί, -σμένος, διαμελίζ-οντας} 1. κόβω σε κομμάτια ένα σώμα: ~σμένο: πτώμα. Πβ. κομματιάζω, τεμαχίζω. 2. (μτφ.) διασπώ, κατακερματίζω: Ο κίνδυνος να ~στεί η χώρα ... (ΙΣΤ.) Το βασίλειο ~στηκε (= διαιρέθηκε). Πβ. κατακρεουργώ. [< 1: μτγν. διαμελίζω]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.