Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [13420-13440]

IDΛήμμαΕρμηνεία
12547διαμελισμόςδι-α-με-λι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. τεμαχισμός σώματος: ~ του θύματος. Πβ. κομμάτιασμα. 2. (μτφ.) διάσπαση, κατακερματισμός: ~ (ΙΣΤ.) της αυτοκρατορίας/του κράτους. Πβ. διαίρεση. Βλ. βαλκανοποίηση, -ισμός. 3. ΓΕΩΛ. ο τρόπος με τον οποίο έχει χωριστεί σε τμήματα η στεριά: γεωγραφικός/κάθετος ή κατακόρυφος (: σχηματισμός κοιλάδων, οροσειρών, πεδιάδων)/οριζόντιος (: σχηματισμός κόλπων, νησιών, χερσονήσων)/φυσικός ~. [< μτγν. διαμελισμός ‘κομμάτιασμα’]
12548διαμελιστικός, ή, ό δι-α-με-λι-στι-κός επίθ.: που στοχεύει στον διαμελισμό: ~ή: πολιτική. ~ές: τάσεις. ~ά: σχέδια. Βλ. αποσχιστ-, διασπαστ-ικός.
12549διαμένωδι-α-μέ-νω ρ. (αμτβ.) {διέμει-να, διαμεί-νει, (λόγ. μτχ.) διαμέν-ων, -ουσα, -ον, διαμέν-οντας} (επίσ.): μένω, ζω, κατοικώ κάπου: ~ στην πόλη/πρωτεύουσα (πβ. κάθομαι). Κάθε πρόσωπο που ~ει και διακινείται εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. ~ουν σε διαμέρισμα. Οι νομίμως ~οντες μετανάστες. Βλ. διαβιώ. [< πβ. αρχ. διαμένω ‘επιμένω’, γαλλ. résider]
12550διαμερίζωδι-α-με-ρί-ζω ρ. (μτβ.) {συνηθέστ. -εται, διαμερί-στηκε (λόγ.) -σθηκε, -σμένος} (επιστ.): χωρίζω κάτι σε μέρη, μερίδια: ~ουν το σύνολο σε ... Πβ. διαιρώ.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~σμένος: χώρος (δίσκου). ~σμένη: μνήμη. ~σμένο: δίκτυο. [< αρχ. διαμερίζω, αγγλ. partitioned]
12551διαμέρισηδι-α-μέ-ρι-ση ουσ. (θηλ.) (επιστ.): διαίρεση ενός συνόλου σε μέρη: (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ αρχείων/δίσκων. ΣΥΝ. διαμερ-, κατακερματ-ισμός. Βλ. διαμοιρασμός.|| (ΜΑΘ.) Πλάτος/σημεία της ~ης. Βλ. υποδιάστημα. [< μτγν. διαμέρισις, αγγλ. partition]
12552διαμέρισμαδι-α-μέ-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) 1. αυτοτελής κατοικία με δωμάτια, μέρος ευρύτερου κτιρίου, συνήθ. πολυκατοικίας: δυάρι/τριάρι/τεσσάρι ~. Ανακαινισμένο/διαμπερές/εξοχικό/ισόγειο/νεόδμητο ~. Το ~ του πρώτου ορόφου. Στο διπλανό/κάτω/πάνω ~. ~ προς πώληση. Eνοικιάζονται επιπλωμένα/πολυτελή ~ατα. ~ατα-κλουβιά. Βλ. γκαρσονιέρα, μεζονέτα, μονοκατοικία, οροφο~, πυρο~.|| (στον πληθ., ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΙΣΤ.) Τα βασιλικά (: τμήμα ανακτόρου όπου διέμενε η βασιλική οικογένεια)/ιδιαίτερα (: αυστηρώς προσωπικά) ~ατα. 2. γεωγραφική υποδιαίρεση ή διοικητική περιφέρεια μιας χώρας, περιοχής, πόλης: εκλογικά ~ατα του δήμου. ● Υποκ.: διαμερισματάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: τοπικό διαμέρισμα & (παλαιότ.) δημοτικό/κοινοτικό διαμέρισμα: υποδιαίρεση της ενιαίας εδαφικής περιφέρειας δήμου ή κοινότητας: ~ ~ ... με έδρα ... Βλ. δήμος, κοινότητα, οικισμός, ΟΤΑ. [< μεσν. διαμέρισμα 'μέρος, μερίδιο΄, 1: γαλλ. appartement 2: γαλλ. département, arrondissement]
12553διαμερισματικός, ή, ό δι-α-με-ρι-σμα-τι-κός επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με το διαμέρισμα ως διοικητική περιφέρεια: ~ός: σύμβουλος/τομέας. ~ή: επιτροπή/οργάνωση. ~ό: συμβούλιο.
12554διαμερισματοποίησηδι-α-με-ρι-σμα-το-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. απομόνωση μορίου ή τμήματος του οργανισμού με φυσικό (μεμβράνη) ή τεχνητό (χειρουργική επέμβαση) τρόπο: κυτταρική ~. ~ του ενζύμου. Κάθετη/οριζόντια ~ του στομάχου (: γαστροπλαστική). 2. διαμερισμάτωση: ~ του κτιρίου. Εργασίες ~ης. Βλ. -ποίηση. [< 1: αγγλ. compartmentalization, 1923, 2: γαλλ. compartimentation, compartimentage]
12555διαμερισμάτωσηδι-α-με-ρι-σμά-τω-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): διαίρεση σε τμήματα: ~ των χώρων (: κτιρίου). ΣΥΝ. διαμερισματοποίηση (2)
12556διαμερισμόςδι-α-με-ρι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. (λόγ.) κατανομή: ~ της εξουσίας. 2. (επιστ.) διαμέριση: (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ των δεδομένων. [< 1: αρχ. διαμερισμός]
12557διαμεσολάβησηδι-α-με-σο-λά-βη-ση ουσ. (θηλ.): μεσολάβηση: δικαστική/διπλωματική/κοινωνική/πολιτική/πολιτισμική ~. Με την ευγενική ~ του ... ~ για την επίλυση διαφορών. Βλ. διαιτησία, παρέμβαση.|| (ΟΙΚΟΝ.) Ασφαλιστική (: για τη σύναψη συμβάσεων ασφάλισης)/εμπορική ~. Πβ. μεσιτεία.|| (μτφ.) Η ~ του λόγου/της τέχνης. ● ΣΥΜΠΛ.: γραφείο διαμεσολάβησης: υπηρεσία Ανώτατου Εκπαιδευτικού Ιδρύματος που αποσκοπεί κυρ. στη διασύνδεση του ερευνητικού έργου με την παραγωγική διαδικασία. [< αγγλ. intermediation]
12558διαμεσολαβητήςδι-α-με-σο-λα-βη-τής ουσ. (αρσ.) {σπανιότ. θηλ. διαμεσολαβήτρια}: μεσολαβητής: ασφαλιστικός (= ασφαλειομεσίτης)/οικονομικός ~. Ανέλαβε ρόλο ~ή. Απευθείας διάλογος χωρίς ~ές. Πβ. (εν)διάμεσος, μεσάζων. Βλ. επιδιαιτητής.|| (μτφ.) Ο κριτικός της λογοτεχνίας παίζει τον ρόλο του ~ή ανάμεσα στον δημιουργό και τον αναγνώστη. ● ΣΥΜΠΛ.: Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής: ο Συνήγορος του Πολίτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στον οποίο μπορεί να προσφύγει κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που θεωρεί ότι είναι θύμα της κακής διοίκησης των κοινοτικών οργάνων ή οργανισμών. [< αγγλ. European Ombudsman, 1994] , Τραπεζικός Μεσολαβητής βλ. μεσολαβητής [< αγγλ. intermediator, mediator]
12559διαμεσολαβητικός, ή, ό δι-α-με-σο-λα-βη-τι-κός επίθ.: μεσολαβητικός: ~ός: ρόλος. ~ή: παρέμβαση/πρωτοβουλία.|| ~ός: σύνδεσμος/φορέας. ~ή: υπηρεσία. ~ό: όργανο. ● επίρρ.: διαμεσολαβητικά [< αγγλ. intermediary]
12560διαμεσολαβώ[διαμεσολαβῶ] δι-α-με-σο-λα-βώ ρ. (αμτβ.) {διαμεσολαβ-εί ... | διαμεσολάβ-ησα, -είται, -ήθηκε, (λόγ.) μτχ. -ών, -ημένος} (επίσ.): μεσολαβώ: ~ άμεσα/ενεργά. ~ για τη διευθέτηση προβλήματος/προς όφελος του .../στη συναλλαγή. Η προεδρία της Ευρωπαϊκής Ένωσης ~ησε για τις ειρηνευτικές συνομιλίες. Οι ~ούντες. ● Μτχ.: διαμεσολαβημένος , η, ο: που επιδρά, μεταβιβάζεται έμμεσα και δεν αποτελεί προσωπικό βίωμα: ~η: γνώση/επικοινωνία (: μέσω του υπολογιστή)/σχέση. [< μεσν. διαμεσολαβώ, αγγλ. intermediate]
12561διάμεσοςδι-ά-με-σος ουσ. (θηλ.) {διαμέσ-ου | -ων, -ους} 1. ΓΕΩΜ. ευθύγραμμο τμήμα που ενώνει την κορυφή ενός τριγώνου με το μέσο της απέναντι πλευράς του ή τα μέσα των δύο μη παράλληλων πλευρών του τραπεζίου. 2. ΣΤΑΤΙΣΤ. τιμή μιας διακριτής, τυχαίας μεταβλητής που χωρίζει το σύνολο των τιμών της σε δύο ισόποσες ομάδες (σύμβ. δ): ~ δείγματος. Βλ. διασπορά, μέσος όρος. [< γαλλ. médiane]
12562διάμεσος, η/ος, ο δι-ά-με-σος επίθ. 1. που βρίσκεται ενδιάμεσα, ενδιάμεσος: ~ος: (ΒΙΟΧ.) μεταβολισμός (: για την καύση του λίπους). ~η: γραμμή. 2. ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που παρεμβάλλεται μεταξύ των ιστών ή των τμημάτων ενός οργάνου· κατ' επέκτ. (για νόσημα) που αναπτύσσεται στην αντίστοιχη περιοχή: ~ος: εγκέφαλος (= διεγκέφαλος)/ιστός. ~ο: στρώμα. ~α: κύτταρα.|| ~η/ος: κυστίτιδα/νεφρίτιδα/πνευμονία. 3. ΣΤΑΤΙΣΤ. που σχετίζεται με τη διάμεσο: ~ος: αριθμός/χρόνος (εμφάνισης νόσου, επιβίωσης). ~η/ος: αξία/διάρκεια/ηλικία. ~ο: εισόδημα. ● Ουσ.: διάμεσο (το) 1. μέντιουμ: πνευματιστικά ~α. 2. διάκενο. 3. ΜΟΥΣ. ιντερμέτζο., διάμεσος (ο) & διάμεσο (το): πρόσωπο ή στοιχείο που μεσολαβεί σε οποιαδήποτε επικοινωνία. Πβ. μεσάζων, (δια)μεσολαβητής. [< μτγν. ουσ. διάμεσοι (οἱ), γαλλ. intermédiaire 2: γαλλ. interstitiel 3: γαλλ. médian]
12563διαμέσου & διά μέσουδι-α-μέ-σου πρόθ. (λόγ.) 1. (για να δηλωθεί ο τρόπος) μέσω: επικοινωνία ~ του διαδικτύου. Το έμαθα ~ τρίτου. 2. (για να δηλωθεί ο τόπος ή ο χρόνος) μέσα από: εμπόριο ~ των συνόρων. Πρόσβαση στην πίσω αυλή ~ διαδρόμου.|| Η εξέλιξη του ανθρώπου ~ των αιώνων (βλ. κατά τη διάρκεια). [< αρχ. διά μέσου]
12564διαμεταγωγήδι-α-με-τα-γω-γή ουσ. (θηλ.): ΠΛΗΡΟΦ. ο ρυθμός μεταφοράς δεδομένων μέσω ενός συστήματος (π.χ. δικτύου υπολογιστών). ΣΥΝ. ρυθμαπόδοση [< αγγλ. throughput, 1965]
12565διαμετακομίζωδι-α-με-τα-κο-μί-ζω ρ. (μτβ.) {διαμετακόμι-σε, -στηκε (λογιότ.) -σθηκε} (λόγ.): μεταφέρω υλικά και εμπορεύματα από μια χώρα σε άλλη διαμέσου τρίτης χώρας: ~ουν εκρηκτικές ύλες/ζώα. Επιχείρηση που παράγει και ~ει ηλεκτρική ενέργεια. [< γαλλ. transiter]
12566διαμετακόμισηδι-α-με-τα-κό-μι-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του διαμετακομίζω: ~ φυσικού αερίου. Φορτία προς ~. Κέντρο ~ης ναρκωτικών (πβ. διακίνηση). Βλ. μεταφόρτωση.|| (για πρόσ.) Περιοχές ~ης ή μόνιμης παραμονής προσφύγων. 2. ΝΟΜ.-ΟΙΚΟΝ. ρύθμιση βάσει της οποίας απαλλάσσονται από τελωνειακούς δασμούς τα εμπορεύματα που διαμετακομίζονται: εξωτερική/κοινοτική ~. Πβ. τράνζιτ. ● ΦΡ.: υπό διαμετακόμιση: σε καθεστώς μεταφοράς από χώρα σε χώρα μέσω τρίτης: εισαγωγές/προϊόντα ~ ~. [< γαλλ. transit]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.