| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 12567 | διαμετακομιστικός | , ή, ό δι-α-με-τα-κο-μι-στι-κός επίθ. (λόγ.): που συντελεί στη διαμετακόμιση ή σχετίζεται με αυτή: ~ός: δρόμος/κόμβος. ~ή: κυκλοφορία. ~ό: λιμάνι/φορτίο. ● ΣΥΜΠΛ.: διαμετακομιστικό εμπόριο: που περιλαμβάνει αγαθά υπό διαμετακόμιση: διεθνές ~ ~. Πβ. τράνζιτ. | |
| 12568 | διαμεταφορά | δι-α-με-τα-φο-ρά ουσ. (θηλ.): μεταφορά αγαθών από διαμεταφορέα: (διεθνής) ~ εμπορευμάτων. Οδικές ~ές. Υπηρεσίες ~άς. Βλ. διαμετακομιστικό εμπόριο. | |
| 12569 | διαμεταφορέας | δι-α-με-τα-φο-ρέ-ας ουσ. (αρσ.): εταιρεία ή ιδιώτης που αναλαμβάνει τη μεταφορά αγαθών, συνήθ. με ανάθεση σε τρίτο. Πβ. διαμεταφορική εταιρεία, πράκτορας μεταφορών. Βλ. εκτελωνιστής, μεταφορική εταιρεία. | |
| 12570 | διαμεταφορικός | , ή, ό δι-α-με-τα-φο-ρι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη διαμεταφορά: ~ό: έργο/κέντρο. ~ές: υπηρεσίες. ● Ουσ.: διαμεταφορική (η): ενν. εταιρεία. Πβ. διαμεταφορέας. | |
| 12571 | διαμέτρημα | δι-α-μέ-τρη-μα ουσ. (ουδ.) 1. (μτφ.) αξία, ποιότητα: προσωπικότητες ευρωπαϊκού/μεγάλου ~ατος. Πβ. κύρος. 2. μήκος της διαμέτρου κυλινδρικού αντικειμένου: ~ κάννης. Καραμπίνα/όπλο/φυσίγγια ~ατος ... χιλιοστών. Πβ. ολκή. [< γαλλ. calibre] | |
| 12572 | διαμετρικός | , ή, ό δι-α-με-τρι-κός επίθ. 1. ΓΕΩΜ. που σχετίζεται με τη διάμετρο: ~ή: τομή. 2. (μτφ.-επιτατ.) για δήλωση αντίθεσης: ~ή: αλλαγή πλεύσης/διαφορά (= ολοκληρωτική, πλήρης). Πβ. απόλυτος. Βλ. αντι~. ● επίρρ.: διαμετρικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΦΡ.: εκ διαμέτρου αντίθετος βλ. διάμετρος [< μτγν. διαμετρικός ‘διαγώνιος’, γαλλ. diamétral, αγγλ. diametric(al)] | |
| 12573 | διάμετρος | δι-ά-με-τρος ουσ. (θηλ.) {διαμέτρ-ου | -ων, -ους}: ΓΕΩΜ. ευθύγραμμο τμήμα που περνά από το κέντρο ενός κύκλου ή μιας σφαίρας και ενώνει δύο σημεία της περιφέρειας του κύκλου ή της επιφάνειας της σφαίρας αντίστοιχα: ● ΣΥΜΠΛ.: φαινόμενη διάμετρος: ΑΣΤΡΟΝ. γωνία παρατήρησης ουράνιου σώματος μέσω οπτικού συστήματος: Η ~ ~ του Ήλιου μεταβάλλεται κατά τη διάρκεια του έτους. [< γαλλ. diamètre apparent] ● ΦΡ.: εκ διαμέτρου αντίθετος (λόγ.) & διαμετρικά αντίθετος: εντελώς αντίθετος, διαφορετικός: ~ ~οι: κόσμοι/χαρακτήρες. ~ ~ες: απόψεις/προσωπικότητες. ~ ~α: συμφέροντα. ΣΥΝ. αντιδιαμετρικός (1) [< γαλλ. diamétralement opposé] [< αρχ. διάμετρος] | |
| 12574 | διαμήκης | , ης, ες δι-α-μή-κης επίθ. {διαμήκ-ους | -εις (ουδ. -η)} (επιστ.): που εκτείνεται από τη μία άκρη στην άλλη, σε όλο το μήκος μιας επιφάνειας, ενός πράγματος: ~ης: άξονας/(ΤΕΧΝΟΛ.) οπλισμός (δοκού). ~ης: διεύθυνση/ευστάθεια/τομή. ~εις: δυνάμεις/ράβδοι. Η ~ κλίση του δρόμου (: ανωφέρεια ή κατωφέρεια). ΑΝΤ. εγκάρσιος (1) ● Ουσ.: διάμηκες (το): ΝΑΥΤ. η απόσταση από την πλώρη μέχρι την πρύμνη του πλοίου. ● ΣΥΜΠΛ.: διαμήκη κύματα βλ. κύμα [< γαλλ. longitudinal] | |
| 12575 | διαμήνυση | δι-α-μή-νυ-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του διαμηνύω. [< μεσν. διαμήνυσις] | |
| 12576 | διαμηνύω | δι-α-μη-νύ-ω ρ. (μτβ.) {διαμήνυ-σα (λογιότ.) διεμήνυ-σα, διαμηνύ-σει, -θηκε (λογιότ.) διεμηνύ-θη, διαμηνύ-οντας} (λόγ.): μεταφέρω σε κάποιον μήνυμα μέσω τρίτου ή γενικότ. έμμεσα, συνήθ. με την παρεμβολή ραδιοτηλεοπτικού μέσου: Προτεραιότητα της κυβέρνησης είναι να ..., ~σε ο πρωθυπουργός. Συνδικαλιστικές οργανώσεις έχουν ~σει ότι ... [< μτγν. διαμηνύω] | |
| 58797 | διαμηνύω | ||
| 12577 | διαμιάς | δι-α-μι-άς επίρρ.: αμέσως, χωρίς καθυστέρηση: Έπαψε ~ να κλαίει. Το ύφος της άλλαξε ~. ΣΥΝ. μεμιάς (1), μονομιάς (1) [< μεσν. διαμιάς] | |
| 12578 | διαμνημόνευση | δι-α-μνη-μό-νευ-ση ουσ. (θηλ.): ΣΤΡΑΤ. παράσημο που απονέμεται σε μονίμους εν ενεργεία αξιωματικούς ως αναγνώριση και ηθική επιβράβευση για την προσφορά σημαντικών υπηρεσιών: ~ Α'/Β' Τάξης. Μετάλλιο/τελετή απονομής ~ης. ~εύσεις αξίας και τιμής/αρχηγίας/ηγεσίας. | |
| 12579 | διαμοιράζω | δι-α-μοι-ρά-ζω ρ. (μτβ.) {διαμοίρα-σα, -στηκε (λογιότ.) -σθηκε, διαμοιραζ-όμενος, διαμοιρα-σμένος, διαμοιράζ-οντας} (λόγ.): διανέμω, μοιράζω: Οι μετοχές της εταιρείας ~στηκαν στους επενδυτές. Η περιουσία θα ~στεί στους κληρονόμους. Η αυτοκρατορία ~στηκε (πβ. διαμελίζω).|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~όμενη/~σμένη: μνήμη (: υπολογιστή). Πβ. διαμερίζω. [< μτγν. διαμοιράζω, αγγλ. share] | |
| 12580 | διαμοιρασμός | δι-α-μοι-ρα-σμός ουσ. (αρσ.) & διαμοίραση (η) 1. ΠΛΗΡΟΦ. κοινή χρήση πόρων: ~ αρχείων/δεδομένων/εφαρμογών/(σύνδεσης) ίντερνετ. Βλ. διαμέριση. 2. (λόγ.) μοίρασμα, κατανομή: ~ της εξουσίας/των εσόδων. || Οικονομία ~ού [< αγγλ. sharing economy, 2007] [< 1: αγγλ. sharing 2: μεσν. διαμοιρασμός, διαμοίρασις] | |
| 12581 | διαμονή | δι-α-μο-νή ουσ. (θηλ.) (λόγ.): το να ζει κάποιος σε τόπο ή οίκημα και συνεκδ. η κατοικία: άνετη/ευχάριστη/ολιγοήμερη ~ (= παραμονή). ~ στην Ελλάδα/στο εξωτερικό (πβ. διαβίωση). Δωρεάν ~ για δύο άτομα. Έξοδα/τόπος ~ής. Άδεια ~ής για λόγους σπουδών. Εξασφαλίζω ~ σε ξενοδοχείο. Βλ. ημι~.|| Θερινή/μόνιμη/σταθερή/χειμερινή ~. Αγνώστου ~ής. [< πβ. αρχ. διαμονή ‘σταθερότητα, διάρκεια’, γαλλ. résidence] | |
| 12582 | διαμονητήριο | δι-α-μο-νη-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {διαμονητηρί-ου}: ΕΚΚΛΗΣ. έγγραφο που επιτρέπει την είσοδο και τη σύντομη διαμονή των επισκεπτών στο Άγιον Όρος: έκδοση ~ου. Βλ. βίζα, -τήριο. | |
| 12583 | διαμοριακός | , ή, ό δι-α-μο-ρι-α-κός επίθ.: ΧΗΜ. που βρίσκεται ή συντελείται μεταξύ των μορίων: ~ός: δεσμός. ~ή: αντίδραση. ~ό: σύμπλεγμα. Βλ. ενδομοριακός. ● ΣΥΜΠΛ.: διαμοριακές δυνάμεις: ελκτικές ή απωστικές δυνάμεις που αναπτύσσονται ανάμεσα στα μόρια. [< γαλλ. intermoléculaire] | |
| 12584 | διαμορφώνω | δι-α-μορ-φώ-νω ρ. (μτβ.) {διαμόρφω-σε, -θηκε, -μένος, διαμορφ-ούμενος, διαμορφών-οντας} 1. δίνω μορφή σε κάτι, σχηματίζω: Ο οικισμός ~θηκε τον 18ο αι. Ειδικά ~μένος χώρος.|| (μτφ.) Συγγραφείς που ~σαν τη σκέψη του. Έχει ~σει άποψη για το ζήτημα. Ο χαρακτήρας του παιδιού ~εται στο οικογενειακό του περιβάλλον. ~οντας τις εξελίξεις. Πβ. διαπλάθω, φορμάρω. 2. (μτφ.) καθορίζω: Οι δύο εύστοχες βολές ~σαν το τελικό 66-61. Η λαϊκή βούληση ~σε το εκλογικό αποτέλεσμα. Το επιτόκιο ~θηκε στο 2,58%. Πβ. κρίνω. 3. μετατρέπω, μεταβάλλω κάτι: αρχοντικό ~μένο σε ξενώνα. Πβ. αλλάζω, διαρρυθμίζω, μετασχηματίζω, τροποποιώ. Βλ. ανα~. [< 1: μτγν. διαμορφῶ] | |
| 12585 | διαμόρφωση | δι-α-μόρ-φω-ση ουσ. (θηλ.) 1. απόδοση μορφής σε κάτι, σχηματισμός: ~ εδάφους. Γεωλογικές ~ώσεις.|| ~ κειμένου/σελίδας. ~ εμβρύου (πβ. ανάπτυξη)/σώματος. ~ ομάδων (στη σχολική τάξη). ~ κήπου/πλατείας (πβ. ανα(δια)μόρφωση, ανάπλαση). Αναλαμβάνουμε τη ~ και διακόσμηση επαγγελματικών χώρων. Κατασκευές, ανακαινίσεις, ~ώσεις.|| (ειδικότ., μετατροπή:) ~ διαμερίσματος σε παιδιατρείο (πβ. διαρρύθμιση, μετασχηματισμός, τροποποίηση). 2. (μτφ.) σταδιακή απόκτηση χαρακτηριστικών, εδραίωση μιας κατάστασης· ειδικότ. καθορισμός αξίας, αποτελέσματος: ~ απόψεων/του γούστου/της προσωπικότητας/συμπεριφοράς/συνειδήσεων/χαρακτήρα (πβ. διάπλαση, μόρφωση). ~ θεσμικού πλαισίου/κράτους (πβ. θέσπιση, ίδρυση, οργάνωση)/πολιτικής/κατάλληλων συνθηκών. Στο στάδιο της ~ης.|| ~ ενοικίων/σκορ/τιμής. 3. ΠΛΗΡΟΦ. φορμάτ: ~ σκληρού δίσκου. Πβ. μορφοποίηση, φορμάρισμα. 4. ΦΥΣ. μετατροπή των χαρακτηριστικών ενός φαινομένου σε συνάρτηση με τις τιμές των χαρακτηριστικών ενός άλλου: ~ εύρους (παλμών)/πλάτους/συχνότητας. Ψηφιακή ~ σήματος. ● ΣΥΜΠΛ.: παλμοκωδική διαμόρφωση βλ. παλμοκωδικός ● ΦΡ.: υπό διαμόρφωση: σε διαδικασία σχηματισμού, μορφοποίησης: βιβλίο/εξελίξεις/ιστοσελίδα/κείμενο/νομοθετικό πλαίσιο/πρόγραμμα/χώρος ~ ~. [< 1,2: μτγν. διαμόρφωσις 3: αγγλ. format 4: αγγλ. modulation] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ